Η επί σκηνής μεταμόρφωση του Αντρέα Τηλεμάχου, πρόσφατα, στον κορυφαίο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, αποτελεί, ίσως, τη θεατρική ερμηνεία της χρονιάς.
Υπάρχουν οι ηθοποιοί των δημοσίων σχέσεων, των διαπλεκόμενων γνωριμιών, του «φαίνεσθαι», της επίπλαστης εικόνας, της υποβοηθούμενης προώθησης (και από τα social media πια εν είδει «δυναμικότητας» followers), του «ισχυρού» περίγυρου.
Και είναι και οι άλλοι– αυτοί που δεν επιδιώκουν απλώς να φανούν· εκείνοι που αποκαλύπτονται επί τω έργω. Ισχυροποιώντας το ταλέντο τους στη σκηνή, ενώπιων του «συμμετέχοντα» και «συγκοινωνούντα» θεατή. Σ’ αυτή τη -σπάνια, ομολογουμένως πια, στις μέρες μας- περίπτωση, ανήκει ο ηθοποιός Αντρέας Τηλεμάχου.
Ο οποίος, με βαθιά γνώση και αγάπη (υποψιάζομαι εντρυφώντας σ’ ένα υπαρκτό πρόσωπο με μία συγκλονιστική, όσο και τραγική, ιστορία, αυτό του Χαλεπά, γινόμενος ένα με εκείνον και «κουβαλώντας» τον μέσα του, στην καθημερινότητά του), δημιούργησε ένα συγκλονιστικό θεατρικό προσωπικό σύμπαν, αποδεικνύοντας, ιδίως σε νεότερους συναδέλφους του, πως το ταλέντο δεν κραυγάζει αλλά διεισδύει και εισχωρεί εις βάθος.

Ακόμη και αξιοποιώντας τηνσιωπή, κινησιολογικά δηλαδή και μόνο, στις μεγάλες κορυφώσεις του ήρωα – στο ψυχιατρείο ή στη συνύπαρξη με τη μάνα του. Με εσωτερική μελέτη. Με ακρίβεια χιλιοστού.
Ο Αντρέας Τηλεμάχου στη θεατρική παράσταση «Η κοιμωμένη του Χαλεπά» που παρουσιαζόταν μέχρι πριν από λίγες μέρες στο «Θέατρο Ανεμώνα» (και ευελπιστώ πως, κάποια στιγμή, θα επαναληφθεί) δημιουργεί μία ανεπανάληπτη θεατρική-εικαστική-καλλιτεχνική εμπειρία – ο Τηλεμάχου δεν υποδύεται απλώς τον τιτάνα της γλυπτικής· τον «κατοικεί», τον ακουμπά κυτταρικά, γίνεται μέρος του DNA του, «συζητά» μαζί του σε έναν επώδυνο -αλλά ταυτόχρονα και θριαμβευτικά λυτρωτικό- διάλογο, «εξηγώντας» με συγκλονιστικό τρόπο, μέχρι το τέλος, μέχρι την κορύφωση της σημαντική αυτής παράστασης, όλες τις ψυχικές μετατοπίσεις του μέγιστου αυτού Έλληνα καλλιτέχνη που μετέτρεπε τα τραύματά του σε γενναία διαχρονικά θαύματα.
Απογυμνώνοντάς τον εκστατικά μπροστά στους θεατές. Απογυμνωμένος, τελικά, κι ο ίδιος.
Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Ανδρέα Τηλεμάχου. Δεν έτυχε μέχρι σήμερα να συνομιλήσουμε με αφορμή κάποια συνέντευξη – παράλειψή μου, προφανώς. Όμως, ξέρω πως είναι ένας ακούραστος καλλιτέχνης εκτός του «συστήματος» έτσι όπως δομείται -ή έχει δομηθεί, στη διάρκεια των ετών, στη μικρή θεατρική «γειτονιά» της Κύπρου-, ο οποίος, μαζί με τον -έτερο «ήρωα» των καιρών μας- Μαρίνο Ξενοφώντος (ο επιστήθιος φίλος του Χαλεπά στην παράσταση) μάχονται με δαίμονες και θεούς για την αναγνώριση και τη στήριξη του αυταπόδεικτου: παραστάσεων, όπως είναι η συγκεκριμένη, που δεν περιορίζονται στην αφήγηση μιας ιστορίας· ανοίγουν διαύλους σκέψης, προκαλούν ερωτήματα, δημιουργούν μια σιωπηλή-υπόκωφη συνομιλία με τον θεατή «ουρλιάζοντας».
Ο Χαλεπάς του Τηλεμάχου δεν είναι απλά φως (κατά τον Χορν)· είναι φωταψία στρατιάς πεφταστεριών που εκρήγνυνται απ’ τον ουρανό και μας αναθαρρεύουν λέγοντάς μας πως, ναι, υπάρχει και αυτό το είδος Τέχνης. Που είναι σπουδαίο, για όποιον το βίωσε. Κι ανεπανάληπτο!
Υπάρχουν καλλιτέχνες που κατακτούν το κοινό από την πρώτη στιγμή ως σταρς – και υπάρχουν κι εκείνοι που σε κερδίζουν αργά, σχεδόν υπόγεια και «ήσυχα», μέχρι που συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς πια να αποσπαστείς από την παρουσία τους.
Σ’ αυτή τη δεύτερη, σπάνια κατηγορία, αποδεικνύει πια πως ανήκει, μ’ αυτή την συγκλονιστική του ερμηνεία, ο Αντρέας Τηλεμάχου, ο οποίος, υποθέτω, έχει «διαπράξει» στην εντέλεια τη θεατρική ερμηνεία της χρονιάς· ένας δημιουργός-σκηνοθέτης-ηθοποιός που δεν επιδιώκει απλώς να ερμηνεύσει, αλλά που μεταμορφώνει την ίδια την εμπειρία της θέασης σε πραγματικότητα.
Στον Χαλεπά του, άλλωστε, υπάρχει μια διαρκής πάλη πίσω από τις γραμμές του κειμένου της Μαραντέι, μια αίσθηση ότι ο ρόλος δεν είναι ποτέ στατικός, αλλά εξελίσσεται, και πως ο λόγος δεν εκφέρεται απλώς· γεννιέται τη στιγμή που ακούγεται, σαν να διαμορφώνεται ως σαρξ εκ της σαρκός μέσα από μια ζωντανή σκέψη συνεχούς ροής. Πράγμα εξόχως αριστοτεχνικό!
Είναι σπάνιο να συναντά κανείς έναν ηθοποιό που να αντιμετωπίζει το κείμενο όχι ως δεδομένο, αλλά ως πεδίο έρευνας. Κάθε λέξη στον Χαλεπά διά του Τηλεμάχου μοιάζει να έχει ζυγιστεί στο μεδούλι της, όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να αποκαλύψει.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το βάθος του ταλέντου του συγκεκριμένου ηθοποιού: στην ικανότητά του να φωτίζει τα «αόρατα» σημεία ενός χαρακτήρα, εκείνα που δεν γράφονται ρητά, αλλά υπονοούνται· αν και υπαρκτά.
Με μια οικονομία κινήσεων, με μια σχεδόν ασκητική χρήση του σώματος -όπως ακριβώς λειτουργούσε και ο ίδιος ο Χαλεπάς-, ο Τηλεμάχου καταφέρνει να δημιουργεί ένα πεδίο έντασης που καθηλώνει, αφού το βλέμμα του, συχνά πιο εύγλωττο κι από τον λόγο του, ιδιαίτερα στις σκηνές της Ψυχιατρικής κλινικής, λειτουργεί ως καθρέφτης στον οποίο ο θεατής αναγκάζεται να αντικρίσει όχι μόνο τον χαρακτήρα, αλλά και τον ίδιος του τον εαυτό. Ως μια μορφή ενδοσκόπησης.
Ίσως -μια υπόθεση κάνω- γι’ αυτό το λόγο το ταλέντο του συγκεκριμένου ηθοποιού να μην ήταν πάντα άμεσα αναγνωρίσιμο από όλους, και να έχει χρειαστεί τόσο πολύ χρόνο μέχρι να το δούμε να λάμπει εκστατικά.
Αφού, δεν προσφέρεται εύκολα. Απαιτώντας από τον θεατή εγρήγορση, συμμετοχή, μια διάθεση να αφεθεί σε κάτι πιο βαθύ από την επιφανειακή αφήγηση – με ανταμοιβή ανεκτίμητη για όποιον τυχερό το έχει βιώσει στη «στέγη» του Θεάτρου Ανεμώνα, στα Λατσιά. Άλλωστε, στο τέλος, τι είναι αυτό που μένει έπειτα από μια θεατρική παράσταση, την πιο θνησιγενή αλλά σπουδαία μορφή Τέχνης; Μια καλή ερμηνεία μόνο;
Μιας ώρας ψυχαγωγία; Προφανώς, όχι. Απομένει η αίσθηση ότι ήρθες σε επαφή με κάτι ουσιαστικό, με κάτι που ξεπερνά το θέατρο και αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας – με μια σημαντική μορφή αλήθειας. Που θα θυμάσαι για πάντα.
Όπως έχω τώρα στη μνήμη μου, γράφοντας αυτό το κείμενο, τον Γιαννούλη Χαλεπά, ολοζώντανο, έτσι όπως με έκανε να τον διερευνήσω, εισχωρώντας στον ψυχισμό του -αφού συνεχίζει να με απασχολεί ακόμη- ημέρες μετά, ο Αντρέας Τηλεμάχου.
Ελεύθερα 24.06.2026