«Η Ανάθεση» της Ευρυδίκης Περικλέους-Παπαδοπούλου σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου στον ΘΟΚ.

Είναι εξόχως σημαντικό όχι μόνο να δίδονται δημιουργικά κίνητρα σε Κύπριους συγγραφείς, αλλά και να βλέπουν με αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης να ανεβαίνουν έργα τους επί σκηνής, όπως ακριβώς συνέβη με την ευόδωση του θεατρικού εγχειρήματος Η Ανάθεση της Ευρυδίκης Περικλέους-Παπαδοπούλου. Η εκπόνησή του προέκυψε μέσα από το ομώνυμο εργαστηριακό πρόγραμμα που διοργάνωσε ο ΘΟΚ με την επανασύσταση της Πειραματικής του Σκηνής. Το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάστηκε στη Νέα Σκηνή «Νίκος Χαραλάμπους» στην επίσημη πρώτη της 25ης Φεβρουαρίου και εν συνεχεία σε δέκα επιτυχείς παραστάσεις.

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε η εμπνευσμένη σκηνοθέτιδα Αύρα Σιδηροπούλου, καθιστώντας το κοινό συμμέτοχο των πολλαπλών μηνυμάτων και των προεκτάσεών τους, που παρά τη διαχρονική εμβέλεια και ιδίως τη συγχρονία της επικαιρότητάς τους προκάλεσαν, ομολογουμένως, τον προβληματισμό της αποκωδικοποίησής τους.

Καθότι οι σκηνικώς δομημένοι ρόλοι πληθωρικών διαδραστικών εξάρσεων  και οι χειμαρρώδεις διάλογοι απέπνεαν φουτουριστικές προκλήσεις και σουρεαλιστικούς συνειρμούς μιας ιδεοθύελλας. Υπόρρητες αντινομίες αισθημάτων, κρυπτικές διαθέσεις έως υστερόβουλες σκέψεις υποχθόνιων σχεδίων και συγκεκαλυμμένες είτε απροκάλυπτες συνωθούμενες αντιδράσεις, εκπεφρασμένες με λεξιλογικά φορτία γλωσσικού παραληρήματος συνηχούσαν σε ένα φάσμα ωστικών κυμάτων από αλλεπάλληλες αλληγορίες μεταφορικών συμβολισμών.

Και πώς αλλιώς, εφόσον έπρεπε ο θεατής να προσλάβει και να μεθερμηνεύσει τη σημειολογία ενός ανερμάτιστου δυστοπικού κόσμου μετεωρισμών ανάμεσα στην απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος και την ανατρεπτική επιβολή της εξαναγκαστικής βίας και της δεδομένης παράνοιας. Είναι ως ο τέταρτος τοίχος να έμενε ερμητικά κλειστός, εγκλωβίζοντας και στεγανοποιώντας μια δυναστική και απρόσωπη επικράτεια ακατονόμαστου ήθους και ακατανόητου μυστηριώδους χωροχρόνου.

Οι ψυχροί εκτυφλωτικοί φωτισμοί με τις βαθυκύανες έως πρασινίζουσες και μωβ αντανακλάσεις τους, που διαχέονταν από το μαύρο φόντο της ζοφερής terra incognita στην κυκλική ξύλινη κατασκευή της υποτιθέμενης γήινης σφαίρας έως τις υπόγειες καταπακτές της καταχθόνιας ειρκτής παρέπεμπαν στον αρχαιοελληνικό Ομηρικό Άδη του κάτω κόσμου ή στη Μεσαιωνική Δαντική κόλαση. Το τρομακτικό αλλόκοτο αδιέξοδο επέτειναν οι φωτιστικές, συμπεριλαμβανομένων των βιντεοπροβολών, σκηνογραφικές, μουσικές και ενδυματολογικές συναρμογές.

© Αντώνης Φαρμακάς

Τη σκοτεινή παγίδευση τεσσάρων ανθρώπων είχαν υπό την αυστηρή παρακολούθησή τους δύο στατικές οιονεί ρομποτικές είτε εξωγήινες γυναικείες μορφές με αργυρόχρωμη διαστημική περιβολή, που περιφρουρούσαν ένθεν και ένθεν τις δυσδιάγνωστες αινιγματικές δομές ενός αυταρχικού και γραφειοκρατικού κρατικού μορφώματος. Είναι αυτές που εκτελούσαν πιστά τις εξουσιαστικές κατευθυντήριες οδηγίες αόρατων εγκεφάλων.

Η Ντομ/Ντομίνια, εμβληματική ονομασία της φερώνυμης κυριαρχικής ιδιότητας, που ενσάρκωσε η Έρικα Μπεγέτη και η βοηθός της Τζάνετ που υποδύθηκε η Νάγια Αναστασιάδου. Δηλωτική των αμετακίνητων θέσεων στις άνωθεν διαταγές τους η άκαμπτη ακινησία σε αντιπαράθεση με την ελευθερία των δημιουργικών κινήσεων, έστω εντός του περιορισμένου στη διάθεσή τους χώρου και των καθορισμένων ιδιότυπων μέσων για την υπό συνθήκες επιβίωση των τεσσάρων καλλιτεχνών.

Του εικαστικού ζωγράφου Άλεξ, του ποιητή Κριστόφ, της φωτογράφου Ίγκα και του μουσικού σαξοφωνίστα Σομπράλ, στους αντίστοιχους ρόλους, που ερμήνευσαν με πειστική απόδοση οι Βασίλης Μιχαήλ, Φώτης Αποστολίδης, Πέννυ Φοινίρη και Ανδρέας Βούλγαρης. Οι ηθοποιοί εκπροσωπούσαν, επίσης, όλους εκείνους τους καλλιτέχνες που συναντώνται σε κοινούς χώρους φιλοξενίας, στα λεγόμενα «artists’ residencies».

Ως εξατομικευμένες οντότητες και ως ομαδικό σύνολο μέσα από τη συντονισμένη κινησιολογία, τους σύντομους μονολόγους και τις νευρώδεις συνομιλίες επί των καίριων και καινοτόμων απόψεών τους ζωντάνεψαν ένα αληθινό καλλιτεχνικό εργαστήριο συνάντησης ανθρώπων της τέχνης και του πολιτισμού, αφοσίωσης στο ταλέντο της επίδοσής τους, ανταλλαγής εποικοδομητικών ιδεών και επιτελεστικής συνεργασίας· καταδεικνύοντας συγχρόνως την αγωνιστική αντίσταση στην καταπίεση και την αναγκαιότητα της ελευθερίας έναντι οποιουδήποτε εξουσιαστικού καταναγκασμού.

Σε ένα τέτοιο χώρο η συγγραφέας επέλεξε να συναρθρώσει την επεισοδιακή πλοκή του θεατρικού της κειμένου και όπου η σκηνοθέτις με τη συνέργεια όλων των συντελεστών πρόβαλε την ευφάνταστη ευρηματικότητά της. Ενορχηστρώνοντας τα διαλογικά, αφηγηματικά και τραγουδιστικά δρώμενα και αναδεικνύοντας προσέτι με εμφατικούς ρυθμούς τους κομβικούς άξονες της δράσης, κατάφερε να μεταπλάσει τη σκηνή σε λειτουργική εξέδρα ενός εφιαλτικού ασφυκτικού κλοιού.

Καταγράφεται επίσης το κατόρθωμά της να μεταμορφώσει τα ανθρώπινα πρόσωπα των δύο γυναικών, όπως προβάλλονταν στις οπτικές απεικονίσεις, σε άψυχους μηχανισμούς μιας αυταρχικής παρωχημένης γραφειοκρατίας, ο απανθρωπισμός της οποίας ήταν εμφανώς αισθητός στην τυποποιημένη σωματική έκφραση και τη φωνητική χαρακτηρολογική προσαρμογή.

Το ανέβασμα της προγραμματικής ανάθεσης, που χάρισε την ονομασία της στον τίτλο του έργου και το οποίο, ομολογουμένως, ως συγγραφή και ως σκηνοθεσία φέρει τη σφραγίδα της εκσυγχρονισμένης πρωτοτυπίας, για να μην καταφύγουμε στον τετριμμένο και εν πολλοίς αυθαίρετο όρο της μετανεωτερικότητας είτε του μεταμοντερνισμού, αποτελεί για τον ΘΟΚ παραστασιακό γεγονός, λαμβανομένης υπ’ όψιν της σημερινής πραγματικότητας, όπου η μηχανιστική αυτοματοποίηση απειλεί τη ζώσα δημιουργικότητα και κατά συνέπεια επισείει τον αφανισμό της αυθεντικής τέχνης.

© Αντώνης Φαρμακάς

Δεδομένων, επί πλέον, των όσων ευστόχως επισημαίνει η Αύρα Σιδηροπούλου στο σκηνοθετικό της σημείωμα στην ψηφιακή έκδοση του προγράμματος. Αναφέρει μεταξύ άλλων σημαντικών: «Στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου η μηχανή διεκδικεί τη θέση του ανθρώπου, η παράσταση μάς καλεί να αναμετρηθούμε με το τι χάνεται, τι αλλάζει και τι επανεφευρίσκεται στη συνείδησή μας, φωτίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην εξουσία, την αντίσταση και την προσωπική ευθύνη, ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημά του.».

Kαι ιδού ως επιλογικό συμπλήρωμα μια αφοριστική αποστροφή του ποιητή Κριστόφ προς τους καλλιτέχνες συναδέλφους του μέσα από το έργο, που με σαρκαστικούς τόνους διαμαρτυρίας βάλλει εναντίον της συμβιβαστικής απάθειας μπροστά στο δράμα και την τραγικότητα της εποχής μας: «S.O.S. Ζητάω γαλήνη. Ζητάω  ελευθερία. Ελευθερία. Πνίγομαι στα ηλεκτροφόρα ρεύματα  της σύγκρισης, της κριτικής, του φόβου, της τιμωρίας, της αδικίας, της απειλής, του πανικού. Τι με κοιτάτε; Δεν αστειεύομαι. Ανήκω στο περιθώριο της ανυπαρξίας μου. Τίποτε δεν λάμπει. Θα αναχωρήσω. Θα αποχωρήσω. Σας σιχαίνομαι. Κρύβεστε πίσω από την τέχνη να καλυφθείτε. Σας αποστρέφομαι. Θα χωθώ στην πολιτική να σώσω εσάς που ακόμα η λογική σας ελπίζει. Σε τι, ανόητοι; Τι πιστέψατε; Στο μεγαλείο της τέχνης σας; Ποιας τέχνης; Αυτής που χειραγωγείται; Χει-ρα-γω-γού-μαστε στα παζάρια, στα ζάρια των εμπόρων. Εκτεθειμένοι στα σαλόνια της ασημαντότητας. Ξυπνήστε. Μας βαθμολογούν οι ανίδεοι. Προσπερνώ τα πτώματα. Ακούω τύμπανα, ζητωκραυγές. Κάντε τόπο να περάσει ο ποιητής.».