Η νέα εικαστική έκθεση της Ελένης Νικοδήμου, που φέρει τον τίτλο «Με μολύβι και κλωστή….» ανοίγει την Πέμπτη 24 Μαΐου στις 19.30 στη Γκαλερί Γκλόρια.

Στην έκθεση συνυπάρχουν τρεις ενότητες που υφαίνονται μαζί με ένα νήμα που τις ενώνει. Τις συνδέει η λιτότητα των υλικών, το μολύβι, το κέντημα το πανί.

Μιλώντας για την έκθεση η Ελένη Νικοδήμου αναφέρει:
 
Η πρώτη ενότητα αφορά την παιδική αθωότητα, που σκαλίζει να βρει πάνω στο αντρικό πουκάμισο ή το φουστάνι τα ίχνη που άφησε το παιδί που υπήρξε κάποτε. «Αυτό το παιδί που αντικρίζοντας τον κόσμο έθετε ακατάπαυστα  ερωτήσεις  για τα πάντα, μέχρι να πάρει τις απαντήσεις που να το έπειθαν. Ιχνηλατεί να βρει την χαμένη αθωότητα, αυτήν που κάποτε του έδιωχνε  μακριά έναν κόσμο άπληστο κι ακατανόητο που πληγώνει και σκοτώνει την ομορφιά, χωρίς να απαντά σε τίποτα. Αναζητά να ξαναβρεί εκείνα τα μάτια,  που το κοιτούσαν ξάστερα σαν ουρανός. Αυτά που κοιτούσαν ένα τριαντάφυλλο να ανοίγει κι ένοιωθαν την άμεση συγγένεια, αυτά τα μάτια που εξακολουθούν να εκπλήσσονται» σημειώνει η ίδια.
 
Η δεύτερη ενότητα καταπιάνεται με τον «Άρτο τον επιούσιο». «Αυτό τον άρτο που ενώνει τους Πολιτισμούς από την αρχή του κόσμου ως βασική τροφή. Αναζητά να βρει εκείνη την γλυκιά γεύση ενός κομματιού ψωμιού. Λένε πως η μνήμη της γεύσης είναι η πιο δυνατή, πως κουβαλά των μόχθο και τον ιδρώτα των ανθρώπων στους αιώνες. Αυτή η μνήμη  σχεδιάζει τώρα με μολύβι, τα αποτυπώματα  που άφησαν τα χέρια στο ζύμωμα του άρτου αναπλάθοντας όλα τα στάδια της διαδικασίας παρασκευής του.  Προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία. Το κέντημα γίνεται ο λόγος που αφηγείται μια γλυκόπικρη γεύση…»
 
Η τρίτη ενότητα «Τα πέπλα της Πηνελόπης» φτιάχτηκε στο πλαίσιο της συμμετοχής της στο Πάφος 2017 στην έκθεση «Weaving Europe». Μιας Ευρώπης που αναζητά μια κοινή ταυτότητα υφαίνοντας και ξε-υφαίνοντας. Πρόκειται για μια εγκατάσταση στον χώρο, που αναζητά τα ίχνη που άφησε η Πηνελόπη περπατώντας στα χρόνια και τους καιρούς διασχίζοντας τους πολιτισμούς κι αλλάζοντας διαρκώς πρόσωπα. Είτε αυτή λέγεται Πηνελόπη, Ελένη, Κλυταιμνήστρα, Ιφιγένεια, Ιουλιέτα , ή Jeanne d’Arc, Αθηνά, Μarie Curie, Μήδεια ή Malala Yousafsai, Κάλλας, Παναγία ή Mother Tereza, Anna Frank ή Florence Nightingale. Σκιαγραφεί με μολύβι τα αρχαία και τα σύγχρονα πρόσωπα μιας Πηνελόπης, που άλλοτε  μεγαλουργούν και κάποτε στάζουν φρίκη. Με την κλωστή κεντά και χαρτογραφεί τις διαδρομές και τα πάθη τους.  

Η Ελένη Νικοδήμου γεννήθηκε στην Άλωνα της Κύπρου. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες (ΑΣΟΕΕ) στην Αθήνα (1973-77). Το 1978 ξεκίνησε τις σπουδές τις στις Καλές Τέχνες στην Ecole Nationale Superieure des Beaux-arts του Παρισιού. Το 1983 πήρε το δίπλωμα της ζωγραφικής και χαρακτικής. Εργάστηκε στη Cite Internatiotale des Arts στο Παρίσι (1981-84). Υπήρξε υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης (1981-83) του ΕΟΜΕΧ (1980), του Ιδρύματος Λεβέντη (1985-86) και της Γαλλικής Κυβέρνησης (1987-88).
 
Το 1986 έλαβε το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού Matisse από την Γαλλική Πρεσβεία της Κύπρου, έχει πραγματοποιήσει πάνω από 25 Ατομικές Εκθέσεις σε Γαλλία, Ελλάδα, Κύπρο, Πορτογαλία, Σουηδία, Ελβετία, Βέλγιο, και χει συμμετάσχει σε πάνω από 50 Ομαδικές Εκθέσεις. Έργα της βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές και Μουσεία σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Ιαπωνία.
 
Η έκθεση στην γκαλερί Γκλόρια ανοίγει την Πέμπτη 24 Μαΐου  και θα παραμείνει ανοικτή μέχρι τις 24 Ιουνίου. Τηλ. 22762605. Ώρες Λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 10.30-12.45 π.μ. και 5.30 – 8.00 μ.μ. Σάββατο, 10.30-12.45 μ.μ. 

Κείμενο της Μαρίας Στεφανοπούλου: 
 
Η Πηνελόπη φιλοσοφεί 

Η Ελένη Νκοδήμου για χρόνια πάλευε με τη χειρονομιακή ζωγραφική και τα ακρυλικά χρώματα στα αφηρημένα έργα της. Και τώρα που θέλησε όχι μόνο να ζωγραφίσει, μα και να αφηγηθεί απεικονιστικά τα θέματά της  —όπως αφηγούμαστε  με τα λόγια ιστορίες με νοήματα— δεν επέλεξε να καταφύγει στο αντίθετο της αφηρημένης ζωγραφικής, δηλαδή στην παραστατική, αλλά σε έναν τρόπο κι ένα ύφος ολότελα διαφορετικά, ρηξικέλευθα, μοναδικά, και πάντως απολύτως δικά της: ως τεχνοτροπία και ως βιωματική κατάθεση.

Πολλά μπορούν να συμβούν όταν ένας ζωγράφος, ασκώντας την τέχνη του, αφήνεται στον αναστοχασμό και στο φιλοσοφείν. Στην περίπτωση της Νικοδήμου, υπήρξε προφανώς μια ανομολόγητη εσωτερική ανάγκη, ή αυτή η ανάγκη προέκυψε αναπόφευκτα: η ζωγράφος αναζήτησε κάποια στιγμή τη συντροφιά μιας γυναίκας φιλοσόφου, παράδοξης και αμφιλεγόμενης, είτε για να ταυτιστεί μαζί της είτε για να την κάνει ηρωίδα των αφηγήσεών της.

Η Πηνελόπη δεν ήταν μόνο η πιστή σύζυγος που περίμενε αιωνίως την επιστροφή του Οδυσσέα, αλλά κι ένα, κατά γενικήν ομολογία, σύμβολο μεθοδικής φιλοσοφίας: για χρόνια ύφαινε και ξήλωνε μέρα νύχτα το περίφημο σάβανο του Λαέρτη, προκειμένου να ξεγελάει τους φορτικούς μνηστήρες. Υφαίνω: βάζω το υφάδι στη σαΐτα, κι αυτό μπλέκεται με την τεντωμένη κόκκινη και άσπρη κλωστή του στημονιού, περνάει μια από πάνω της και μια από κάτω της, στο ρυθμό της ανάσας, εισπνοή-εκπνοή, και μέσα απ’ το λαβύρινθο των κλωστών γεννιέται το ύφασμα. Έτσι γίνεται και το σχέδιο ενός κεντήματος στο χέρι, δίχως υφάδι και στημόνι, όταν η κεντήστρα αφηγείται μια ιστορία με την πλοκή των γυμνών κλωστών. Όμοια και ο φιλόσοφος σκαρώνει προτάσεις με ιδέες που τις πλέκει με το συλλογισμό του, φτάνοντας στο στοχαστικό του συμπέρασμα. Ξηλώνω: ξεϋφαίνω, ξεφτίζω, διαλύω το υφασμένο πανί (ή το κέντημα) τραβώντας κλωστή την κλωστή. Έτσι και ο φιλόσοφος αποσυνθέτει το συλλογισμό του, ξεχωρίζοντας τις προτάσεις του μία μία, απομονώνοντας τις επιμέρους σκέψεις, ελέγχοντας την αλληλουχία του ειρμού (του υφαδιού!), εντοπίζοντας τις σχέσεις μεταξύ όλων αυτών ώστε να μπορεί να τα ανασυνθέσει σε νέο συλλογισμό ή να αναπαραγάγει τον παλαιό.

Ο Όμηρος χρησιμοποιεί συχνά το ρήμα υφαίνω, εννοώντας πλέκω σκέψεις, λέξεις, μύθους, ιστορίες, αλλά και στημονιάζω (εξυφαίνω) πανουργίες και παγίδες.

Η Ελένη-Πηνελόπη ή η Πηνελόπη της Ελένης Νικοδήμου θέλει, στο δικό της  ύφασμα που κεντάει, να πλέξει, με την αθωότητα ενός παιδιού κι ενός απλού μολυβιού, τη δική της εκδοχή της ιστορίας του ανθρώπου και του κόσμου, που είναι, αναπόφευκτα, και μια γυναικεία εκδοχή. Η μόνη πανουργία εδώ (ανάλογη με το νυχτερινό ξήλωμα της ομηρικής Πηνελόπης) είναι να ξεγελάσει την προσδοκία του θεατή για παραστατική ζωγραφική, ενώ παραδόξως του αφηγείται δεινά και κατορθώματα της ανθρωπότητας με παραστατικές εικόνες, χωρίς να λείπει φυσικά η γνήσια φιλοσοφική διάθεση: από το ταξίδι του Οδυσσέα, τον φωτισμένο Βούδα και την αινιγματική εφτάφωτη λυχνία, σύμβολα αρχαίων λαών, ώς τους μοναχικούς πολεμιστές σε κάθε γωνιά της γης, τους ανθρώπους-βόμβες και εκείνους τους άλλους, που άμαχοι στριμώχνονται φυγαδευμένοι σε βάρκες σωτηρίας˙ κι από την Αφροδίτη της Μύλου και τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων, ώς το βυζαντινό τέμπλο της ορθοδοξίας και τον ινδό θεό του ουρανού με τα τέσσερα χέρια, τον Ίντρα, που ιππεύει τον ελέφαντα.

Ο σχεδιασμός με μολύβι είναι η ζωγραφική πριν από το χρώμα, όπως η παιδική ηλικία, με την αθωότητά της, είναι η ζωή του ανθρώπου πριν από το λάθος και το παράπτωμα. Άραγε η ζωγράφος θέλει εδώ να ιστορήσει τον κόσμο, ή μήπως να τον δημιουργήσει ξανά από την αρχή; Το παιδί και το ψωμί πάντως ανήκουν ήδη στις Απαρχές. Αρχετυπική η εικόνα του παιδιού, αντιμάχεται το άγχος και την περιπλοκότητα της ζωής εντελώς φυσικά και αυθόρμητα, είναι η ίδια η εσωτερική γαλήνη και η εμπιστοσύνη στον εαυτό. Η αγγελική αύρα της παιδικής ηλικίας μοιάζει με την αρχαϊκή μορφή του ψωμιού: πρωταρχική βρώση του ανθρώπου, αλλά και πνευματική τροφή, ο άρτος της του Χριστού Ευχαριστίας είναι «το ιερό ψωμί της αιώνιας ζωής». Η ζωγράφος αναπαριστά μια σειρά από «νεκρές φύσεις» με την απουσία του άρτου, αλλά με ολοζώντανη την τέχνη της κατασκευής του (ιδού η πανουργία της εξαπάτησης περί παραστατικής ζωγραφικής!). Στα αγγλικά η «νεκρή φύση» λέγεται still life, που σημαίνει «σιωπηλή ζωή». Η Νικοδήμου, με μολύβι πάνω στο ύφασμα, σχεδιάζει τη σιωπηλή ζωή των χεριών που ζυμώνουν: η κίνησή τους διαγράφει, περιβάλλει, καθιστά ορατό το απόν λατρευτικό αντικείμενο. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας ο άρτος είναι σύμβολο της πρακτικής ενεργητικής ζωής, αντίθετα με το κρασί, που συμβολίζει τη θεωρητική αναστοχαστική ζωή. Αλλά το ψωμί, ως  σύμβολο των απαρχών και πάντα πολύ κοντά στον κόσμο του παιδιού, ανακαλεί και τον πόνο της στέρησης, αλλά και τον εξαγνισμό και, προπάντων, τη μνήμη της καταγωγής. Το προζύμι, μεταφορικά, είναι υλικό πνευματικής μεταμόρφωσης.

Το στημόνι της ζωγράφου, με τη διπλή ασπροκόκκινη κλωστή, διαπερνά όλες τις αναπαραστάσεις του άρτου και του παιδιού υπονομεύοντας το ρεαλιστικό σχέδιο της σιωπηλής ζωής. Μια κόκκινη καρδιά ή μια λεπτή γραμμή αίματος, μια πράσινη πεταλούδα ή μια κίτρινη μέλισσα αναστατώνουν το μαυρόασπρο ή μονόχρωμο τοπίο από μολύβι και ύφασμα. Στον κόσμο της Νικοδήμου το στημόνι ενώνει τα σταθερά πράγματα, το υφάδι όμως γονιμοποιεί και δυναμιτίζει τα παροδικά. Η Αριάδνη, χαμένη στο Λαβύρινθο του Μινώταυρου, χάρη στο νήμα της κατάφερε να βγει στο φως. Ενώ το νήμα που κινεί τις μαριονέττες δεν είναι παρά η θέληση του ανθρώπου να πει τη δική του ιστορία. Η παντοδύναμη κλωστή ενώνει θριαμβευτικά όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, ορατά ή αόρατα, αλλά ενώνει και την ύπαρξη με την Αρχή της. Με το μολύβι και την κλωστή η Νικοδήμου δεν επιστρέφει ακριβώς στις πηγές των Απαρχών, αλλά αφηγείται το νοερή διαδρομή της προς τα εκεί… και φιλοσοφεί! Χάρη στα μαλακά, οικεία και φιλικά υλικά της, με τη σανίδα για το ψήσιμο του άρτου που την κουβάλησε απ’ το πατρογονικό της (δεν πήγε πολύ μακριά!), με τον ψίθυρο της Πηνελόπης να θωπεύει την ώριμη έμπνευσή της, η Ελένη στήνει σήμερα ένα έργο άθελά της μάλλον «γυναικείο», αλλά ισότιμο του «αντρικού» έργου (αν μπορούμε να το πούμε έτσι), που είναι το όργωμα του χωραφιού. Κοινό τους στοιχείο: η γονιμότητα και η καλλιέργεια του εδάφους. Το παιδί περίμενε να μεγαλώσει και μεγάλωσε, το χωράφι να καρπίσει και κάρπισε.

Η ζωγράφος πάντως μοιάζει να λέει στους θεατές της έκθεσής της, κλείνοντας το μάτι στον ευαγγελιστή Ματθαίο: «Σας βεβαιώνω πως αν δεν αλλάξετε, αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών», εννοώντας βέβαια τη Βασιλεία της Τέχνης.