Διάφορα ευχάριστα συνέβησαν τον τελευταίο καιρό στον Κώστα Κακογιάννη. Πριν μερικούς μήνες το κρατικό τηλεοπτικό κανάλι της Κίνας τον αναζήτησε για να ετοιμάσει ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στην κινηματογραφική μουσική του. Πριν λίγες εβδομάδες κάτι ανάλογο έγινε με το BBC World Service, που τον ακολουθούσε για 48 ώρες στην καθημερινότητά του στην ορεινή Κύπρο, όπου ζει και δημιουργεί. Παράλληλα, η έδρα της UNESCO στο Παρίσι διοργανώνει στις 5 Ιουνίου συναυλία αφιερωμένη στην 30ετή πορεία του. Προάγγελος αυτής της εκδήλωσης θα είναι η συναυλία στη Λεμεσό σε λίγες μέρες.

Σε ποια φάση σε βρίσκουμε δημιουργικά; Είναι μια όμορφη περίοδος. Το καλοκαίρι ξεκίνησε με εντατική δουλειά για τη μουσική της αμερικάνικης ταινίας «Cliffs of Freedom», που θα κάνει πρεμιέρα τα Χριστούγεννα. Είναι μια ερωτική ιστορία με φόντο την Επανάσταση του 1821. Τη μουσική ανέλαβε ο Γιώργος Καλλής, αλλά δεν τα προλάβαινε όλα και μου πρότεινε να γράψω επιπρόσθετη μουσική. Έπρεπε, λοιπόν, καθώς βρίσκομαι στη Λεμύθου να γράφω για μια ταινία που γυρίζεται στην άλλη άκρη του κόσμου, στο Χόλιγουντ. Οι αποστάσεις πλέον έχουν μηδενιστεί. Μιλούσαμε μέσω skype και ήταν σαν να βρισκόμαστε στο ίδιο δωμάτιο.
 
Αισθάνεσαι καθόλου ερημίτης ζώντας μέσα στο δάσος; Ίσως τα πρώτα χρόνια. Το 2004 όταν μετακόμισα δεν υπήρχε διαδίκτυο. Δεν μπορούσα ούτε τηλεόραση να δω. Ήταν δύσκολο. Αλλά ήρθε ξαφνικά ένα ωραίο δώρο. Τηλεφώνησε τότε μια εταιρεία και είπε ότι αναζητεί εκπαιδευτικούς που να βοηθούν σε απομακρυσμένες κοινότητες για να τους προσφέρουν δορυφορικό ίντερνετ. Ούτε παραγγελία να το κάναμε.
 
Δηλαδή το ίντερνετ σε ενέταξε ξανά στον πολιτισμό; Μπορείς να το πεις.
 
Μήπως ήταν καλύτερα πριν; Η αρχική σκέψη που με οδήγησε εκεί ήταν σίγουρα η ηρεμία. Αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις τον πολιτισμό και την επικοινωνία με τον κόσμο. Έπρεπε να αποδεχτώ ότι η τεχνολογία είναι πολύ σημαντικό κομμάτι πλέον για έναν καλλιτέχνη. Αν δεν μπορεί να επικοινωνήσει το δημιούργημά του τι να το κάνει; Να το κρατά για τον εαυτό του;
 
Δεν χάνει όμως έτσι το νόημά της η απόφαση να πάρεις τα βουνά; Αντιθέτως, ενισχύεται. Πλέον δεν μπορώ να εμπνευστώ λ.χ. στο σπίτι μου στη Λεμεσό, όσο κι αν προσπαθώ να φτιάξω ένα όμορφο περιβάλλον. Διότι δεν έχω την ενέργεια της φύσης, τα δέντρα που με περιβάλλουν, τα πουλιά, το ηλιοβασίλεμα. Όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται, όλα αυτά είναι ζωογόνα, δίνουν ενέργεια. Καθώς εργάζομαι στο στούντιο, ανοίγω μια πόρτα και βγαίνω στο δάσος του Τροόδους και βλέπω από τη μια τον Όλυμπο κι από την άλλη τον Κύκκο.
 
Γιατί διάλεξες τη Λεμύθου; Αυτή με διάλεξε. Διορίστηκα στη Σχολή Μιτσή και τότε δεν ήξερα ούτε κατά πού πέφτει. Όταν όμως πήγα, ξετρελάθηκα με το τοπίο κι είπα «εδώ είμαστε».
 
Θεωρείς ότι αυτός ο τρόπος ζωής έχει διαμορφώσει το στίγμα της δουλειάς σου; Καταρχήν είμαι πολύ πιο παραγωγικός. Δεν ξέρω αν είναι μόνο λόγω του τρόπου ζωής ή λόγω του γεγονότος ότι ωριμάζω, εντούτοις σίγουρα θεωρώ ότι η μουσική μου είναι πλέον πιο ώριμη. Δεν με ενδιαφέρει πλέον να είμαι εμπορικός, αλλά να βγαίνει κάτι μέσα από την ψυχή μου. Δεν διαπραγματεύομαι να ρίξω το επίπεδό μου απλά και μόνο για να κάνω μια συνεργασία για το βιογραφικό μου. Θα την αποδεχτώ μόνο αν με εκφράζει.
 
Είχες συμμετάσχει και στη Eurovision το 1998, όντας και ο τελευταίος μαέστρος που διηύθυνε ζωντανή ορχήστρα στην ιστορία του διαγωνισμού. Υπό ποιο πρίσμα θα μελετούσες μια πρόταση για επιστροφή στο διαγωνισμό; Ήταν μια όμορφη εμπειρία εκείνη με τον Μιχάλη Χατζηγιάννη και την ορχήστρα του BBC. Έκτοτε μού έγινε πρόταση άλλες 2-3 φορές, όμως αρνήθηκα. Δεν το αποκλείω, αρκεί να προκύψει κάτι ποιοτικό, που να με ενδιαφέρει και να με εκφράζει. 

Τι ήταν αυτό που σε έστρεψε στη μουσική; Ένα πιάνο που αγόρασαν οι γονείς μου για την αδελφή μου, όταν ήμουν 6 ετών. Ζήλεψα και ξεκίνησα μαθήματα. Σύντομα το παράτησα και γύρω στην Ε’ δημοτικού άρχισα μαθήματα βιολιού και κιθάρας. Αργότερα πήρα και φλάουτο, φροντίζοντας παράλληλα να αποκτήσω παιδεία σε όλα τα όργανα, πνευστά και έγχορδα.
 
Μόνος σου αποφάσισες να τα κάνεις όλα αυτά; Οι γονείς μου ανέκαθεν με στήριζαν σε όλες μου τις αποφάσεις. Το φλάουτο το ερωτεύτηκα. Έπαθα φλαουτίτιδα, τους είπα «δεν μπορώ είμαι άρρωστος, έχω αυτή την ασθένεια πρέπει να μου πάρετε οπωσδήποτε φλάουτο». Δεν υπήρχαν τότε στην Κύπρο, έφαγαν τον κόσμο να μου βρουν. Φλάουτο έμαθα μόνος μου.
 
Πότε αποφάσισες να γίνεις συνθέτης; Όταν ένας θείος μου μού έφερε ένα δίσκο με το «Chariots of Fire» του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Μόλις το άκουσα, έπαθα. Αποφάσισα ότι θέλω να κάνω ηλεκτρονική μουσική και άρχισα να γράφω. Ήμουν παιδί ακόμη, αλλά άρχισα να επενδύω, να μαζεύω συνθεσάιζερ, να δουλεύω τα καλοκαίρια για να τα ξοφλήσω.
 
Πώς προέκυψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κινηματογραφική μουσική; Ο Μιχάλης Κακογιάννης ήταν αυτός που με ώθησε να πάρω την κατεύθυνση προς τον κινηματογράφο. Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας μας, ήταν όνειρό μου να τον γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί του. Ήμασταν συγγενείς και ο πατέρας του είχε βαφτίσει τον πατέρα μου. Αλλά δεν είχαμε στενή σχέση. Βρισκόταν στην Ελλάδα. Αποφάσισα να πάω να τον βρω και να του πω ότι γράφω μουσική κι αυτός με αγκάλιασε και με στήριξε. Ήμουν τότε γύρω στα 15. Για πολλά χρόνια ήταν ο μέντοράς μου. Με συμβούλευε και είχα την ευκαιρία να πηγαίνω μαζί του σε σημαντικές παραστάσεις και συναυλίες. Γνώρισα σε πολύ νεαρή ηλικία πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Ήταν μεγάλη ευλογία να μπορώ να βρίσκομαι τόσο κοντά του, να συνεργάζομαι μαζί του τόσες φορές και να κάνω τη μουσική στην τελευταία του παράσταση, τον «Κοριολανό».  
 
Πέρασε ποτέ από το μυαλό σου η σκέψη να γίνεις σκηνοθέτης; Αυτό που με τράβηξε ήταν η μουσική. Ωστόσο, το έκανα κι αυτό μια φορά, κατόπιν παραίνεσης και του Μιχάλη. Αναφέρομαι στο ντοκιμαντέρ «Στέλιος/ Υπέρβαση» που κάναμε με τον Πάμπο Κουζάλη κι έφτασε να πάρει βραβείο στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας. Τη μουσική έγραψε ο ίδιος ο Στέλιος Πισής, τον οποίο αφορά η ταινία.
 
Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτή την ταινία; Όλα ξεκίνησαν όταν πήρα μια φορά τον Μιχάλη για να γνωρίσει τον Στέλιο. Ο Μιχάλης συγκινήθηκε πολύ και είπε ότι θέλει να κάνει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν. Είχε όμως φτάσει πια σε κάποια ηλικία κι έτσι αποφασίσαμε να το κάνουμε εμείς. Αγοράσαμε κάμερες, φωτισμούς, γερανούς και τη γυρίσαμε σχεδόν μόνοι μας.
 
Ποιες στιγμές με τον Μιχάλη Κακογιάννη θυμάσαι πιο έντονα; Θυμάμαι όταν έφευγε κάποιος σημαντικός επισκέπτης κι εμείς μέναμε μόνοι μας και σχολιάζαμε σαν μικρά παιδάκια. Είχε πολλή πλάκα. Πιο έντονες στιγμές που ζήσαμε μαζί ήταν όταν κάναμε τον «Κοριολανό», όπου τον παρακολουθούσα για έναν ολόκληρο μήνα να σκηνοθετεί. Ήταν πολύ αυστηρός με όλους, εκτός από εμένα που με λάτρευε. Ήταν έξω καρδιά μαζί μου. Ένιωθα άσχημα, ότι με έχει παραχαϊδεμένο. Σαν χαζομπαμπάς θα έλεγα. Μου λείπει.
 
Έζησες αρκετά χρόνια στο εξωτερικό. Πέρασε ποτέ από το νου σου η σκέψη να κυνηγήσεις κάτι μεγαλύτερο; Είχα πολλές ευκαιρίες, μου συνέβησαν απίστευτα πράγματα στην Αμερική. Με στήριξαν σημαντικοί άνθρωποι στις σπουδές μου και στα κονσέρτα που έδινα. Γνώρισα πολύ γενναιόδωρους ανθρώπους. Είχα σκοπό να μείνω, όλα πήγαιναν καλά. Στην Κύπρο τότε ήμουν μαέστρος της Διάστασης κι ερχόμουν αρκετά συχνά. Προέκυψε όμως ένας διορισμός από το Υπουργείο Παιδείας που ήταν σαν τελεσίγραφο, του τύπου «ή επιστρέφεις ή τον χάνεις». Και πήρα την απόφαση να επιστρέψω.
 
Το μετάνιωσες; Όχι, δεν το μετανιώνω καθόλου. Ίσα- ίσα, λέω και ευτυχώς. Άλλωστε, δεν λείπουν και πολλά από την Κύπρο, μια χαρά επικοινωνείς και με τον υπόλοιπο πλανήτη από εδώ.  
 
Πόσο επηρέασε το μουσικό σου στίγμα η απόφαση να επιστρέψεις; Πάνω- κάτω την ίδια μουσική θα έγραφα, με τη διαφορά ότι πιθανότατα δεν θα είχα τις ίδιες ωραίες συνθήκες και την άνεση που απολαμβάνω εδώ.
 
Ποια ανάγκη γέννησε το Παράκεντρο και σε ποιο βαθμό έχουν επιτευχθεί οι στόχοι που τέθηκαν όταν δημιουργήθηκε; Πρώτα και κύρια το Παράκεντρο είναι ένας εκδοτικός οίκος. Στόχος είναι να εκδίδονται δουλειές χωρίς εκμετάλλευση και φτάσαμε να έχουμε πολλές βραβευμένες και συλλεκτικές εκδόσεις. Το κομμάτι αυτό το έχει αναλάβει ο Πάμπος Κουζάλης. Αυτό που πάντα με ενοχλούσε με τις δισκογραφικές εταιρείες είναι ότι απομυζούν τη δουλειά σου, την οικειοποιούνται και μετά δεν έχεις δικαίωμα να την αγγίξεις. Όσες φορές είχα αυτή την εμπειρία, ένιωσα ότι «κλειδώνουν» τη μουσική μου, δεν με αφήνουν να τη χαρώ και να τη μοιραστώ με τον κόσμο. Πλέον κάνουμε δικές μας παραγωγές και τα έσοδα προορίζονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
 
Πώς περνάς την καθημερινότητά σου όταν δεν γράφεις μουσική; Μου αρέσει να κάνω ποδηλασία, να κάνω βόλτες με τη μηχανή, περιπάτους στο δάσος. Μη νομίζεις όμως, δεν μένει πολύς ελεύθερος χρόνος. Τα πρωινά διδάσκω και στη Σχολή.
 
Η φύση πόσο επηρεάζει τη δημιουργική διαδικασία; Η φύση είναι ενέργεια. Μόλις στερέψω κάνω απλώς μια βόλτα στο δάσος και αμέσως λύνονται τα προβλήματα. Είναι απίστευτο τι παίρνεις από έναν τέτοιο περίπατο, αναζητώντας μέρη απάτητα. Νιώθεις ότι το Τρόοδος είναι δικό σου. Περπατάς μέσα στο δάσος και ξαφνικά βλέπεις από κάτω όλη την Κύπρο καλυμμένη μ’ ένα σύννεφο και τριγύρω οροσειρές. Έτσι διαπιστώνεις πόσο μικρά και ασήμαντα είναι όλα. Είναι μια άσκηση ταπεινότητας. Λέω στον εαυτό μου ότι δεν έχω δικαίωμα να αγχωθώ, αλλά να απολαμβάνω την κάθε στιγμή.
 
Πόσο συχνά αισθάνεσαι να στερεύεις; Δεν το έχω νιώσει απόλυτα. Ιδέες μουσικές και μελωδίες, ευτυχώς μού έρχονται. Το δύσκολο μέρος, εκείνο που με σκοτώνει, είναι η ενορχήστρωση, το διεκπεραιωτικό κομμάτι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, κάνω την παραγωγή μόνος μου, ψάχνοντας τη λεπτομέρεια.
 
Γιατί «ευτυχώς» και γιατί «δυστυχώς»; Ευτυχώς, γιατί δουλεύω πιο γρήγορα έτσι. Φαντάσου να πρέπει να συντονίσω να φέρω ηχολήπτες και οργανοπαίκτες στη Λεμύθου. Τώρα παίζω εγώ τα πάντα. Καμιά 30αριά όργανα. Κι αν χρειαστώ κι άλλο, θα το μάθω. Δυστυχώς, γιατί η συνεργασία με άλλους συνεργάτες είναι ένα είδος επικοινωνίας. Τώρα, πρέπει να βγάλω τα σώψυχά μου μόνος μου. Οι γνώσεις και η εμπειρία του άλλου σε βοηθούν να πας παρακάτω, να βελτιωθείς. Αυτό δεν το έχω και μου λείπει. Όμως είναι χρονοβόρο και ψυχοφθόρο, να συντονιστείς με τα ωράρια και τις υποχρεώσεις τόσων ανθρώπων. Όσο εγωιστικό κι αν ακούγεται, είμαι υποχρεωμένος να δουλεύω μόνος.
 

Γιατί επιμένεις να συνεργάζεσαι σχεδόν αποκλειστικά μ’ ένα μόνο στιχουργό, τον Πάμπο Κουζάλη; Ήταν πάντα το όνειρό μου. Μέχρι που προσευχόμουν «Θεέ μου φέρε μου ένα στιχουργό να μπορώ να συνεννοούμαι!». Ήταν σημαδιακή η γνωριμία με τον Πάμπο γιατί νιώθω ότι επικοινωνούμε πλήρως. Από το 2000 και μετά σχεδόν όλοι οι στίχοι των τραγουδιών που έχω γράψει είναι δικοί του. Σπάνια πλέον τυχαίνει να είναι κάποιου άλλου. Κι αυτό γιατί μόνο με στίχους του Πάμπου νιώθω ότι το τραγούδι είναι δικό μου.
 
Είναι η μουσική ακόμα ένας δρόμος να κατανοούμε την ποίηση; Εγώ μόνο έτσι την κατανοώ. Όταν ο Πάμπος μου δίνει τα βιβλία του να διαβάσω, δεν καταλαβαίνω πολλά. Για να τη συλλάβω πρέπει να γίνει μουσική.
 
Πιστεύεις στην υπερφυσική διάσταση της μουσικής; Το υπερφυσικό κομμάτι της μουσικής το νιώθω έντονα, ειδικά όταν συνθέτω. Ξέρω ότι ένα κομμάτι που συνθέτω είναι καλό όταν νιώσω τη διάθεση να το χορέψω. Είναι μια περίεργη στιγμή που νιώθω μια ενέργεια να με πλημμυρίζει. Και είναι τόσο έντονη που πρέπει να κινηθώ, να κάνω κάτι για να εκφραστώ, αλλιώς αισθάνομαι ότι θα με πνίξει. Αν αισθανθώ την ανάγκη να χορέψω, σημαίνει ότι το βρήκα. Είναι ένα υπερκόσμιο συναίσθημα.
 
Τι είναι η δημιουργία για σένα; Δεν θα μπορούσα να ζήσω αν δεν ήμουν δημιουργός. Και δεν εννοώ μόνο τη μουσική. Καταρχάς σπούδασα ηλεκτρολογία. Ένα μεγάλο μέρος του Παράκεντρου το έχτισα με τα χέρια μου και το σχεδίασα επίσης. Όπως και το λογότυπο, και τα εξώφυλλα εγώ τα σχεδιάζω. Δημιουργία, όμως, είναι και η αγάπη. Είμαι από τους τυχερούς. Εισπράττω πολλή αγάπη, από τους μαθητές, τους συνεργάτες, το περιβάλλον μου. Δεν έχω βιώσει την έλλειψη αγάπης. Μπορεί όμως όλο αυτό να είναι μια ψευδαίσθηση και να μην το ξέρω.
 
Η δημιουργία επιβραδύνει ή επισπεύδει την αίσθηση του χρόνου; Μάλλον την επισπεύδει, γιατί περνά ο χρόνος χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Μπορεί να περάσει όλη η μέρα, να είμαι καθηλωμένος στο στούντιο και να έχω την αίσθηση ότι πέρασε μόνο μια ώρα. Πάντως δεν νιώθω να χάνω τον χρόνο μου. Νιώθω ενοχές όταν ασχολούμαι με κάτι άλλο. Ο χρόνος δεν υπάρχει αν δεν υπάρχει μαρτυρία του. Αν προκύπτει δημιουργία, αυτό είναι σημάδι ότι έζησα εκείνο το διάστημα. Αν δεν αφήσω κάτι πίσω, αυτό σημαίνει ότι εκείνος ο χρόνος πήγε χαμένος.
 
Νιώθεις την ανάγκη να αφήνεις συνεχώς κάποιο χνάρι; Έτσι νιώθω, ναι. Υπήρξα διότι άφησα κάτι πίσω μου. Είναι ο ρόλος μου στη ζωή.
 
Και ποιος είναι ο στόχος σου; Συνήθως όποιον στόχο έβαζα, τον πετύχαινα. Τη Γιουροβίζιον, τη συνεργασία με τον Μιχάλη Κακογιάννη, να βρω στιχουργό, να ζήσω στα βουνά. Τώρα πλέον δεν βάζω στόχους, ό,τι έρθει είναι ευπρόσδεκτο.
 
* Η συναυλία του Κώστα Κακογιάννη «Εικόνες της Μουσικής» πραγματοποιείται την Πέμπτη 31 Μαΐου, 20:30, στο Παττίχειο Θέατρο Λεμεσού, 25377277.