«Όρος/ Mountain» από τις Ασώματες Δυνάμεις σε σύλληψη και χορογραφική διεύθυνση Ανδρομάχης Δημητριάδου Λίνταλ. 

«Δεν νικήσαμε το βουνό, αλλά τους εαυτούς μας». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Έντμουντ Χίλαρι, τον άνθρωπο που η ιστορία αναγνωρίζει ως τον πρώτο που πάτησε το πόδι του στην κορυφή του όρους Έβερεστ, στις 29 Μαΐου 1953. Ωστόσο, μιλούσε στον πληθυντικό γιατί δεν ήταν μόνος. Δεν θα μπορούσε να είναι μόνος. Μαζί του ήταν και ο σέρπα Τένσινγκ, ο Νεπαλέζος οδηγός και αχθοφόρος. Στην περίπτωσή τους ίσχυσε περίτρανα το «βοήθα με να σε βοηθώ, ν’ ανεβούμε το βουνό».

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ανάβαση στο απόκρημνο όρος της εσωτερικής αναζήτησης απαιτεί υπέρβαση εαυτού, όπως προϋποθέτει και τη συνάντηση με τον άλλο. Η Μάχη Δημητριάδου Λίνταλ με τη νέα της πρόταση «Όρος/ Mountain» κάνει μια στροφή σε πιο λιτές φόρμες, αλλά και σε πιο υπαρξιακές περιπέτειες. Η εσωτερική αναρρίχηση, πέραν της πνευματικής αναζήτησης, αγγίζει θεματικά την αντοχή και τη συμπόνια.

Συνήθως, η μη λεκτική επικοινωνία βραχυκυκλώνει και ταράζει τον θεατή, εφόσον σε πρώτο χρόνο αυτό που όλοι αναζητούμε είναι ακριβείς αντιστοιχίες με νοήματα. Το «Όρος» κατορθώνει να κολακέψει την καλαισθησία του κοινού κι αυτό όχι «επιθετικά», αλλά ξεκλειδώνοντας την «κερκόπορτα» από την οποία τρυπώνουν στο μυαλό μας οι εικόνες, οι ήχοι, οι παλμοί. Το χάσμα ανάμεσα στον δρώντα και τον παρατηρητή γεφυρώνεται ακριβώς εκεί που αμφισβητούνται οι κανόνες της γραμμικής πραγματικότητας.

Τέσσερα ανθρώπινα σώματα γίνονται ετερότοποι ξενιστές υπαρξιακών αναζητήσεων, προβληματισμών, στερεοτύπων, μύχιων και συλλογικών φόβων, νοητικών συλλήψεων, ένα είδος δονούμενων ψυχαναλυτών που επενδύουν στην ελευθερία της σκέψης. Αν στόχος του χορού είναι η απελευθέρωση, αυτό επιτυγχάνεται στο σημείο όπου συγχρονίζονται οι εσωτερικές αρμονίες των ερμηνευτών και αναδεύονται μνήμες και συναισθήματα των θεατών. Η φρασεολογία της κίνησης γίνεται η άρθρωση μεταξύ παράλληλων εσωτερικών τοπίων, μεταξύ διαφορετικών ανθρώπινων ιστοριών, η οποία συνδέει τα πάντα σε μια κοινή εμπειρία διαβίωσης.

Κατά κάποιον τρόπο, η σωματική πρόκληση γίνεται φορέας μιας εξωσωματικής εμπειρίας. Το κορμί, ως κλειστό σύστημα, υπό το πρίσμα μιας προαιώνιας αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον, αποτελεί μια κοινή βάση, εφόσον για όλους ο θεμελιώδης σχεδιασμός του είναι πανομοιότυπος. Κι έτσι, υπό το φως μιας κοινής αλήθειας που πασχίζει να στερεοποιήσει μια σειρά από ρευστές αντιλήψεις, κάθε γωνίωση και κλίση οστών και μυών αποκτά νόημα βιολογικό, δηλαδή παναναθρώπινο.

Στην απόπειρα η χορογράφος, η οποία διάγει την πιο ώριμη φάση της πορείας της, έχει μαζί της τέσσερις αέρινους χορευτές/ συνδημιουργούς, τον Λοΐζο Κωνσταντίνου, τη Φούλη Στυλιανίδου, την Ήβη Χατζηβασιλείου και τον Γιάννη Οικονομίδη. Κι έχει φυσικά τους στοχαστικούς και στοχευμένους φωτισμούς του Γιώργου Λάζογλου, την υποβλητικά αναλυτική μουσική της Κωνσταντίνας Πολυχρονοπούλου, την αυστηρή και ενθυμητική ενδυματολογία της Έλενας Κατσούρη.

Όλοι μαζί σχηματίζουν μια ανθρώπινη αλυσίδα, συμπαγή και έτοιμη για τη μεγάλη ανηφόρα και με πλήρη επίγνωση ότι η διαδρομή δεν περνά πάντοτε από φιλικά και φωτεινά τοπία. Και βουνά όμως κινεί η πίστη στον άνθρωπο. Μαζί φυσικά με το ταλέντο, το όραμα, τη σκληρή δουλειά, την έμπνευση. Και κάπως έτσι η υπεράνθρωπη ανάβαση με όχημα την ανθρώπινη αγωνία γίνεται η μοναδική οδός προς την Ανάσταση.