Ένας από τους πιο δημοφιλείς έλληνες ηθοποιούς είναι βέβαιος πως η ευτυχία δεν αφορά μόνο τον ρεαλισμό.
Συνήθως δεν πίνει καφέ – αλλά το κάνει «για την παρέα». «Θα ‘χω 4 μήνες να πιώ καφέ. Ξυπνάω πολύ νωρίς, βλέπω τι έχω να κάνω μέσα στη μέρα, προγευματίζω και φεύγω από το σπίτι», μου λέει στην είσοδο του «Θεάτρου Ζήνα», όπου συναντιόμαστε το πρωινό της προηγούμενης Κυριακής στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μου εξηγεί πως έχει χαρά με το «Παράξενο Ζευγάρι», την παράσταση που θα δούμε σε περιοδεία και στην Κύπρο – πως το γέλιο είναι -και το προσπαθεί πολύ!- κομμάτι και της δικής του ψυχοσύνθεσης.
Ποια είναι η εικόνα που έχεις για την απόλυτη ευτυχία; Ένα μωρό παιδί που χαμογελά μέσα στον ύπνο του, επειδή βλέπει ένα ωραίο όνειρο… Αυτό! Γιατί τα παιδιά έχουν την ειδικότητα, με μία ανακλαστική κίνηση, που μπορεί να είναι ένα μικρό μειδίαμα ή ένα νεύμα με το φρύδι, να αφορίζουν πολιτικές, ψυχαναλυτικές διαθέσεις – το ίδιο το σύμπαν! Έχουν το προνόμιο να ζουν μέσα στη φαντασία και να «μεταφράζουν» μέσα τους αυτό που εμείς βλέπουμε ως ρεαλιστικό.
Σου είναι εύκολο να χαμογελάς συχνά; Πανεύκολο! Είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Μου αρέσει να περνάω καλά, να γελάω – είμαι ο καλύτερος θεατής σε κωμικές παραστάσεις και δεν με σταματά κανείς αν μ’ αρέσει κάτι.
Πώς συνδυάζονται οι πολλές μελαγχολικές στιγμές που μου είχες πει παλιά πως ζεις, με τη θετική διάθεσή σου στην καθημερινότητα; Όλοι οι άνθρωποι, λόγω κοινωνικής δομής πλέον, είμαστε στρεσογόνοι και περνούμε καταθλιπτικές στιγμές στη ζωή μας. Ευτυχώς, λοιπόν, που έχω το θέατρο! Και, ευτυχώς, που έχω και την κωμωδία! Γιατί περνάω έτσι -αυτομάτως- στον αντίποδα της κατάθλιψης: Στην καλή διάθεση, στο χιούμορ, στο πώς να κάνω τους άλλους να γελάσουν. Κι έτσι φεύγει πολλή σαβούρα από μέσα μου. Μπορεί να έχεις πικραθεί από την πολιτική κατάσταση, από κάποιον που σε μούντζωσε στο δρόμο επειδή οδηγείς λάθος, από κάποιον που σε έβρισε ή σε πρόδωσε σε οποιοδήποτε επίπεδο – αλλά πάντα το θέατρο έρχεται και «γυμνάζει» έναν άλλον εαυτό. Γιατί υπάρχουν κάποιοι εσωτερικοί παράγοντες, μέσα στον ψυχισμό, που άλλοι άνθρωποι, επειδή δεν κάνουν αυτή τη δουλειά, δεν κατορθώνουν ποτέ να τα βγάλουν προς τα έξω. «Περπατώντας», όμως, οι ηθοποιοί μέσα σε ένα χαρακτήρα, για έξι μήνες, μαθαίνουν από αυτόν, ολοκληρώνονται πιο γρήγορα – αυτό γίνεται και στο «παράξενο ζευγάρι». Άρα μετά προστατεύω και τον ίδιο μου τον εαυτό, ώστε να μην κάνω τα ίδια που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος που υποδύομαι.

Ποια είναι τα πάθη σου; Όσο μεγαλώνω ελαχιστοποιούνται. Βλέπω μέσα από άλλη οπτική γωνία, αυτά που συμβαίνουν γύρω μου. Πριν από αρκετά χρόνια, έλεγα πως το μεγάλο μου πάθος είναι η δουλειά μου. Ανακάλυψα, όμως, πως δεν είναι μόνο η δουλειά μου. Γιατί το μεγάλο μου πάθος είναι η ίδια η ζωή! Έχω σταματήσει πια να κάνω μακροχρόνια σχέδια και είμαι από αυτούς που προτιμούν να ζουν το σήμερα – και το απολαμβάνω!
Συμφιλιώθηκες με το τέλος; Γι’ αυτό; Το περιμένω το τέλος – γιατί θα έρθει κάποια στιγμή! Με βοήθησε επίσης πάρα πολύ όταν αποφάσισα πως, όταν φύγω από αυτή τη ζωή, δεν θέλω να με θυμάται κανείς! Κι έτσι «είδα» αλλιώς την πραγματικότητα και όσα συμβαίνουν – έγινε πιο υγιής ο ψυχισμός μου. Γιατί, μη νομίζεις, οι κίνδυνοι σ’ αυτή τη δουλειά ελλοχεύουν παντού – το επάγγελμα που κάνω είναι τόσο ναρκισσιστικό και ο ψυχισμός σου, τη στιγμή που ερμηνεύεις, είναι τόσο ευάλωτος, που όταν πάρεις το «μπράβο» από κάτω δεν γίνεται να μην κολακευτείς.
Πίστευες παλιά ότι η πραγματική ζωή είναι μία σκηνή; Ναι. Νόμιζα ότι δεν μπορώ χωρίς τη σκηνή… Αλλά μπορώ! Και απολαμβάνω αυτό που μου συμβαίνει σε καθημερινή βάση. Γιατί η πραγματική δυσκολία δεν είναι το να «κατασκευάσεις» ένα ρόλο, αλλά το να ισορροπήσεις στην καθημερινότητά σου. Παλιά υπήρχε μία δυσαρμονία. Με γέμιζε τόσο πολύ το θέατρο και όσα προσπαθούσα να κάνω σ’ αυτό, που αποσπούσα πολύ χρόνο από την προσωπική μου ζωή.
Άρα δυστυχισμένος στην προσωπική σου ζωή; Καθόλου. Ευτυχισμένος! Αλλά είχα βάλει ως πρωταρχικό το επάγγελμά μου. Ενώ τώρα το πρωταρχικό είναι η ζωή μου!
Πώς εννοείς την ευτυχία στις προσωπικές σου στιγμές; Το να μπορείς να απολαύσεις αυτό που γεννιέται μπροστά σου από τη στιγμή που ξυπνάς και βλέπεις τη γυναίκα σου, από τη στιγμή που θα βγεις και θα συναναστραφείς με κόσμο, από τη στιγμή που θα βγεις με δυο φίλους, από τη στιγμή που θα δεις ένα σκυλάκι να σου γαβγίζει και να θέλει να παίξει μαζί σου, από τη στιγμή που θα καθίσεις να απολαύσεις το θρόισμα των φύλλων ενός δέντρου ή το να κάτσεις στο μπαλκόνι σου και να απολαύσεις τη βροχή παρά να ανοίξεις την τηλεόραση που θα σου πει «θα πνιγείς!».
Είναι μία έλλειψη για σένα η μη ύπαρξη ενός δικού σου παιδιού στη ζωή σου; Θα μπορούσε να ήταν και έλλειψη. Αλλά, όταν τα βάζεις κάτω με τη λογική σου και όχι με το συναίσθημα, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι εύκολο να φέρεις στον κόσμο ένα παιδί όταν δεν είσαι έτοιμος. Εγώ, νομίζω, δεν υπήρξα και δεν θα υπάρξω ποτέ έτοιμος.
Ούτε τώρα, στα 55 σου; Ούτε. Κουράζομαι εύκολα. Κι απ’ τη συνήθεια των καταστάσεων. Κι εκεί κάνω «μάχη» για να το παλέψω, να «γίνω» και ν’ αλλάξω. Πόσο μάλλον αν είχα ένα παιδί – θα γινόμουν άδικος στο παιδί αν εγώ θέλω πέντε ώρες ησυχία μέσα στο σπίτι γιατί πρέπει π.χ να μελετήσω ή να γυρνάω τσακισμένος απ’ τη δουλειά έπειτά από γύρισμα και θέατρο στις 12 το βράδυ και να πρέπει να παίξω με το παιδί – αν και θα έβρισκα τη δύναμη. Δυστυχώς, δουλεύουμε πάρα πολλές ώρες.
Ακόμη και τώρα, σε αυτή την ηλικία; Δεν σταματά αυτό. Πριν από κάποια χρόνια, όταν έκανα τον «Κοριολανό», μου έλεγε ο Μιχάλης Κακογιάννης: «Μόνο με αυτό που κάναμε εδώ, στο εξωτερικό θα είχες λύσει το επαγγελματικό σου». Τώρα γίνονται όλα κάτω από πίεση. Διότι, δυστυχώς, σε αυτή τη χώρα, δεν σου φτάνουν τα λεφτά που βγάζεις για να δημιουργήσεις μία ποιότητα ζωής και να πεις «θα κάτσω μια χρονιά, να ησυχάσει το κεφάλι μου, να μελετήσω, να προγραμματίσω, να ζήσω κάπως αλλιώς με τη γυναίκα μου».
Είχες φτάσει και στα όρια της οικονομικής ανέχειας, θυμάμαι, κάποτε… Με τη «Φωλιά του Κούκου». Ναι. Γιατί ρισκάρεις στο θέατρο. Η συγκεκριμένη παράσταση δεν πήγε καλά εμπορικά, αν και πήγε πολύ καλά καλλιτεχνικά. Εκεί χάσαμε πολλά λεφτά. Και δύο σπίτια.
Πούλησες δύο σπίτια για μία παράσταση; Ναι. Γιατί έπρεπε να πληρωθούν οι άνθρωποι που είχαν έρθει για να δουλέψουν σ’ αυτήν. Τι θα τους έλεγα; «Όχι, δεν μπορείτε να πληρωθείτε, γιατί δεν πήγαμε καλά;». Δεν με αφορούν, όμως, τα σπίτια! Τώρα πια, στις μέρες μας, σ’ αυτή τη χώρα που ζούμε, δυστυχώς δουλεύουμε για να πληρώνουμε. Είναι σαν να μου λένε οι κυβερνήσεις «κλείστο το μαγαζί σου! Δεν θέλουμε να αναπτυχθείς! Θα σε στραγγίξουμε, για να μην έχεις περιθώρια». Πέρσι, δουλεύοντας για τη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα, δουλεύοντας στο «Παράξενο Ζευγάρι» και δουλεύοντας και στην τηλεόραση, σε ένα πολύ επιτυχημένο σίριαλ, στο «Μην Αρχίζεις τη Μουρμούρα», έβγαλα ένα ποσό. Και με φορολογεί. Με τι μ’ αφήνει; Και μιλάς μ’ εμένα, που είμαι απολύτως συνεπής σε όλα αυτά…
Με τι; Έρχεται, λοιπόν, η φορολογία, με το 100% προ φόρων -γιατί είναι λήσταρχοι!-, και με αφήνει με 11 χιλιάρικα στην τσέπη ετήσιο κέρδος. Σε μία ολόκληρη χρονιά! Σε εμένα, που πληρώνομαι – και πληρώνομαι και καλά. Στο Θεό σου, υπάρχει παραγωγός που να ξεκινά για να στήσει την επόμενη παραγωγή με 11 χιλιάρικα στην τσέπη; Κι έτσι εγώ πρέπει να κάνω και περιοδεία το καλοκαίρι, και ξανά σίριαλ το χειμώνα και ξανά θέατρο – να δουλεύω 18 ώρες τη μέρα, γιατί θα έρθει την άλλη χρονιά, θα μου πάρει πάλι το 100% και θα μ’ αφήσει άφραγκο. Και ξέρεις γιατί; Γιατί του τα δηλώνω όλα! Δεν μου φωνάζει, λοιπόν, «κλέψε με»; Ξέρεις πότε θα μπορέσω να ξανακαθίσω; Το άλλο Πάσχα, για 4 μέρες. Γιατί δεν γίνεται αλλιώς!
Γιατί δεν μεταναστεύεις; Αν υπήρχαν οι προδιαγραφές, αν υπήρχαν δυο τρεις συνεργασίες που κυνηγούσα, όχι ως ηθοποιός αλλά ως σεναριογράφος, θα είχα φύγει. Είναι ντροπή αυτό που γίνεται! Γιατί ο πολιτισμός δεν αφορά αυτή τη χώρα. Έχουμε αφήσει την τύχη μας στον κάθε ιδιώτη παραγωγό – και θέλω να τους δώσω πολλά «συγχαρητήρια» που ρισκάρουν! Σκέψου πως, το «Ματίλντα», που θα κάνουμε το χειμώνα, μιλάμε για δύο εκατομμύρια παραγωγή. Πολύ πιθανόν και να μη βγάλει αυτά τα λεφτά ο παραγωγός. Αλλά το κάνει!

Όταν το συναίσθημά σου υπερτερεί της λογικής, κάνεις λάθη; Είμαι παρορμητικός άνθρωπος. Και αυτό πρέπει να το μαζεύω συχνά πυκνά. Υπερτερεί και μετά καταλαβαίνω το λάθος μου. Γιατί δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που θα δει κάτι ή κάποιον, θα το φιλτράρει μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες για να καταλάβει τι και πώς. Όχι, εγώ θα μπω μέσα κατευθείαν. Και μετά απογοητεύομαι.
Μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας, συνεχίζεις να απογοητεύεσαι; Ναι. Απ’ τη μία απογοητεύομαι γιατί κάποιοι μου δείχνουν κάποια πράγματα που δεν είναι κι είναι κάτι άλλο τελικά, από την άλλη λατρεύω αυτό που συμβαίνει στο σινάφι μου επειδή κατανοώ πως αυτό που κάνουμε είναι το πιο ανασφαλές επάγγελμα – γιατί είναι εποχιακό και πολύ δύσκολο, γιατί παίζει με τον ψυχισμό σου. Είσαι ευάλωτος όταν βρίσκεσαι επί σκηνής και μπορεί ο άλλος να σου τραβήξει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια πολύ εύκολα. Και επειδή προσεγγίζουμε ρόλους που έχουν μεγέθη συναισθημάτων, το μεταφέρουμε κι αυτό στη ζωή μας, μεγεθύνοντας τα δικά μας συναισθήματα: Ζηλεύουμε υπερβολικά, αγαπάμε υπερβολικά, προδίδουμε υπερβολικά, μισούμε υπερβολικά. Υπάρχει μία δραματοποίηση των καταστάσεων, το οποίο βρίσκω άκρως γοητευτικό, γιατί είμαστε μία ειδική κάστα που φωνασκεί. Όλο αυτό, όμως, πηγάζει από μία ιδιαίτερη ανασφάλεια. Άρα, από τη μία απογοητεύομαι, από την άλλη το καταλαβαίνω. Γιατί επαναστατεί το «μέσα».
Μπορείς και μισείς; Όχι, δεν μπορώ. Απλά βάζω «χ» σε ανθρώπους που δεν υπολογίζω.
Σου ήταν πάντα εύκολο να κάνεις διαγραφές; Ναι. Αλλά έχω κι ένα κακό: Αν περάσουν λίγα χρόνια, έχω ξεχάσει και πρέπει να μου θυμίζουν…
Δεν είναι και καλό το να έχεις ελλιπή μνήμη; Είναι. Αλλά τι να κάνουμε; Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι, υπάρχουν διαφορετικοί χαρακτήρες στη ζωή: Καλοί, κακοί, μέτριοι, διάνοιες και βλάκες. Αλλά αυτό είναι και το συναρπαστικό μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο.
Ποια θυμάσαι ως την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου; Η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασα με τη γυναίκα μου και την οικογένειά της. Όταν την πρωτογνώρισα. Γέμισε μισό σπίτι από δώρα! Γιατί εγώ δεν περνούσα έτσι τα Χριστούγεννα, με τη δική μου οικογένεια.
Πώς τα περνούσες; «Χρόνια πολλά, καληνύχτα». Αυτό. Και κοιμόμασταν. Ήταν οι άνθρωποι σ’ ένα δικό τους κόσμο…
Δεν είχες καλή επαφή με τους γονείς σου; Ποτέ. Υπήρχε αγάπη, αλλά τοποθετημένη σε λάθος επίπεδο.
Ήταν αυστηροί; Όχι.
Αδιάφοροι; Εγωιστές, θα τους χαρακτήριζα. Είχαν τα δικά τους προσωπικά προβλήματα, ο ένας με τον άλλον, που δεν τους αφορούσαν τα παιδιά τους.
Ήταν χωρισμένοι; Όχι. Δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους. Η μάνα ήταν υπερπροστατευτική, ο πατέρας ήταν χαμένος στον κόσμο του – δεν μπορούσες να καταλάβεις τι σκέφτεται. Ήταν όλα σε υπολανθάνουσα κατάσταση. Ακόμη και η αγάπη της μάνας. Έκρυβε μέσα παγίδες. Ήταν σαν εκβιασμός. Σαν να αναζητά αυτή τον οίκτο συνέχεια: «Αγάπησέ με, γιατί δεν είμαι καλά» ή «αγάπησέ με γιατί, δεν βλέπεις, υποφέρω!» ή «σε αγαπάω, αλλά σου φορτώνω και όλη τη δειλία και την ανασφάλειά μου επάνω σου». Να ’ναι καλά εκεί που είναι οι άνθρωποι…
Αποκαταστάθηκε ποτέ η σχέση σου με τους γονείς σου; Δεν ήμασταν μαλωμένοι. Υπήρχε μία ενοχική σχέση. Κι ένα παιδί -είναι λογικό- νομίζει πάντα πως αυτό φταίει, γι’ αυτό που γίνεται. Κι έτσι «ξεχνάει» τι σημαίνει πραγματική αγάπη…
Πότε αγαπήθηκες πρώτη φορά στη ζωή σου; Επί της ουσίας, από τη γυναίκα μου. Στα 26 μου. Γιατί είναι άνθρωπος που ξέρει να αγαπά. Κι εγώ τότε αγάπησα πρώτη φορά στη ζωή μου.
Κι έφτασες να γίνεις 26 χρόνων για να αγαπήσεις; Ναι. Και εξασκούμαι ακόμη, μέσα στα χρόνια, για να καταλάβω τι σημαίνει πραγματική αγάπη! Μαθαίνεται. Αρκεί να έχεις τις κεραίες σου ανοιχτές και να ακούς τι σου λένε. Ή να μελετάς συγγραφείς που έχουν προδεί τα πράγματα, προτού εσύ τα αντιληφθείς.
Είναι έλλειψή σου που δεν έμαθες, ως παιδί, να αγαπιέσαι και να αγαπάς; Ναι, βέβαια. Ίσως γι’ αυτό είμαι μοναχικός άνθρωπος. Να ‘ναι καλά που μου έδωσαν αυτό το «δωράκι» από τότε. Ενώ φαίνομαι πολύ κοινωνικός και επικοικωνιακός…
Θα προτιμούσες να είχες ζήσει διαφορετικά παιδικά χρόνια; Θα προτιμούσα να έχω ζήσει αλλιώς. Κάποια στιγμή, όταν έκανα τους «Φρουρούς της Αχαΐας», γύρισα και είπα στην Άννα Συνοδινού, η οποία ήταν ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια: «Κυρία Συνοδινού, μακάρι να ήσασταν γιαγιά μου. Θα ήμουν άλλος άνθρωπος!». Εγώ καθυστέρησα πολύ για να αποκτήσω τη μόρφωση που ήθελα – κι ακόμα δεν την απέκτησα, ούτε θα την αποκτήσω.
Πώς είναι να συμβιώνεις με έναν άνθρωπο για τρεις δεκαετίες, όπως συμβαίνει στη σχέση σου με την Έφη Μουρίκη; Υπέροχο! Εξασκείσαι. Γιατί, μέσα από τις σχέσεις, πρέπει να «γυμνάζεσαι», να μην αφήνεις τα πράγματα να στομώνουν.
Βάλτωσε ποτέ η σχέση σου με την Έφη; Δεν νομίζω. Αλλά κάνουμε μεγάλη προσπάθεια -και οι δύο- για να διατηρηθεί. Αν μας δει κανείς μαζί, λέει «χθες γνωρίστηκαν;». Η σχέση μας έχει ευγένεια. Και συμπεριφερόμαστε λες και ερωτευτήκαμε χθες.
Δεν μειώνεται η ερωτική διάθεση μετά από 30 χρόνια; Αυτό που λέω είναι «ζήστε για τον έρωτα!». Η αγάπη είναι μία ανθρώπινη -και εξαιρετική- «εφεύρεση», αλλά ο έρωτας είναι που κρατά τα πράγματα ζωντανά! Σε όλες τις κοινωνικές και καθημερινές μας εκφάνσεις, πρέπει να υπάρχει έρωτας! Στην αρχή ερωτεύεσαι την ποίηση του ανθρώπου, ύστερα αρχίζεις και τον αγαπάς… Αλλά αγάπη χωρίς έρωτα δεν υπάρχει! Γιατί μετά πέφτεις σε μία απλή συντροφικότητα και θα κολλήσεις και ένσημα μέχρι να πεθάνεις. Πρέπει να είσαι «ερωτευμένος» ακόμη και με ένα μυθιστόρημα, για να το διαβάσεις.
Είσαι τόσο ισορροπημένος όσο δείχνεις; Είμαι πλήρως ανισόρροπος. Αν ήμουνα ισορροπημένος, θα είχα μπει στο χρονοντούλαπο για να με φάνε οι σκώροι. Αλλά δεν γίνεται ζωή χωρίς ανισορροπία… Πρέπει να είσαι και λίγο ακροβάτης. Να κινδυνεύεις να «πέσεις». Μόνο τότε καταλαβαίνεις τι είναι η ζωή!
Ήταν ωραία που έπεφτες; Ε, βέβαια! Μόνο τότε μαθαίνεις. Πρέπει να δημιουργείς ρίσκα στη ζωή σου. Όσο δεν δημιουργείς ρίσκα, τόσο βαλτώνεις.
Ποια ήταν τα προσωπικά σου ρίσκα; Αυτά που κρύβω μέσα μου να καταφέρω να τα βγάλω, για να δω αν μπορούν να γίνουν πράξη. Γιατί τα ρίσκα τα μεγάλα συμβαίνουν προς τα «μέσα»…
Σε τρομάζει συχνά το μέσα σου; Πριν από αρκετά χρόνια, ναι, τρόμαζα μ’ αυτό! Τώρα πια, όχι. Μπορεί να βλέπαμε π.χ μαζί ένα γκρεμισμένο κτήριο, εσύ να μου ‘λεγες «να ένα γκρεμισμένο κτήριο» κι εγώ να σου ‘λεγα «όχι, αυτό που βλέπουμε είναι όλη η ποίηση του αιώνα, διότι αυτό που κυκλοφορεί, ανάμεσα στα τούβλα, είναι μαγεία!». Με ρωτάει καμιά φορά η Έφη: «Τι κοιτάς;». Γιατί βλέπω αυτό το οποίο συμβαίνει, αλλά ήδη το ‘χω φτιάξει αλλιώς μέσα στο κεφάλι μου. Βλέπω αλλιώς τα πράγματα. Αυτό, όμως, είναι δημιουργικό. Και γι’ αυτό κάνω κι αυτή τη δουλειά. Σκέψου να ήμουνα πίσω από τον γκισέ μιας τράπεζας…
Εντοπίζεις ακόμη ποίηση στις μέρες μας; Πάρα πολλή! Που είναι, όμως, πολύ καλά κρυμμένη.
Είσαι πολύ ευτυχισμένος… Ε, Βλαδίμηρε; Ναι… Ναι! Και, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο ευτυχισμένος θα γίνομαι!
Info: «Παράξενο Ζευγάρι» του Νηλ Σάιμον. Παραστάσεις: Λεμεσός, 7/7 – Κηποθέατρο. Λευκωσία, 8 & 9/7 – Αμφιθέατρο Σχολής Τυφλών. Λάρνακα, 10/7 – Παττίχειο Αμφιθέατρο. Έναρξη: 9 μ.μ. Προπώληση εισιτηρίων: Tickethour.com.cy / 77777040