Την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 53ο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι έκανε την Τετάρτη η κυπριακή ταινία «Παύση» της Τώνιας Μισιάλη, συμβάλλοντας στη συζήτηση περί γυναικών που πέφτουν θύματα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας.
Ο τίτλος δεν περιορίζεται μόνο στην κλιμακτήριο στην οποία ανακαλύπτει, από τα πρώτα πλάνα, πως βρίσκεται η Ελπίδα, η ηρωίδα της ταινίας, αλλά καλύπτει κι όλες τις άλλες παύσεις στη θλιβερή, όπως ανακαλύπτουμε σταδιακά, ζωή της: ενός ανέραστου, με συνοικέσιο, γάμου με την Ελπίδα να πιστεύει πως θα γλύτωνε από ένα δεσποτικό πατέρα για να μετατραπεί σε θύμα ενός δεσποτικού συζύγου. Ενός συζύγου που σπάνια της απευθύνει το λόγο, που σποραδικά την αναγκάζει να κάνει έρωτα μαζί του, που ενδιαφέρεται μόνο για ένα παπαγαλάκι και που, κάποια στιγμή πουλάει, χωρίς τη συγκατάθεσή της, το παλιό της αυτοκίνητο, το μόνο μέσο μεταφορά που έχει για να κινείται στην πόλη, για να κρύψει χρήματα για τα γεράματά τους, όπως της λέει.
Η μόνη μικρή χαρά στη ζωή της είναι οι στιγμές που ζωγραφίζει και μια κρυφή από το σύζυγο «έξοδος» με μια φίλη της όταν πάνε σε μια ντίσκο. Η Ελπίδα θέλει να ξεσπάσει, να εξεγερθεί, μόνο που δεν τολμάει. Τα μοναδικά ξεσπάσματά της είναι φανταστικά (σε μια σκηνή πετάει το πιάτο με το φαγητό στα μούτρα του συζύγου, ενώ σε μιαν άλλη πετάει τα κρυμμένα του χρήματα από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου ζούνε). Μόνη φορά που πάει να φύγει από το σπίτι ετοιμάζει τη βαλίτσα της, παίρνει τα κρυμμένα χρήματα και προχωρά μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να επιστρέψει την τελευταία στιγμή στο σπίτι.
Όπως επισημαίνει ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης, η Μισιάλη καταγράφει με διαύγεια, συμπάθεια, μαζί και κριτική ματιά το χαρακτήρα της ηρωίδας της, τονίζοντας τις λεπτομέρειες εκείνες που συμβάλλουν στη σκιαγράφηση της ψυχοσύνθεσής της (οι σκηνές με ένα αμίλητο, ανύπαρκτο γι’ αυτήν σύζυγο, που οι μόνες φορές που της μιλάει είναι να αρνηθεί ότι του ζητήσει, είναι από τις πιο πετυχημένες της ταινίας), με την κάμερα να την ακολουθεί στην καθημερινή, αδιέξοδη ζωή της, διανθίζοντάς κάποιες σκηνές με χιούμορ (παράδειγμα η σκηνή στην αρχή, με το γιατρό να της εξηγεί πως από δω κι εδώ θα έχει τουλάχιστο καμιά δεκαπενταριά συμπτώματα και να καταλήγει πως «δεν είναι τίποτα»), με τη Στέλλα Φυρογένη να ερμηνεύει με ξεχωριστή ευαισθησία και δύναμη το ρόλο, που μπορεί άνετα να διεκδικήσει το βραβείο ερμηνείας (η ταινία συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα «Ανατολικά της Δύσης» του φεστιβάλ).
Η επίδραση του πολέμου στο άτομο είναι στο επίκεντρο της ταινίας «53 πόλεμοι», πρώτης ταινίας της Πολωνής Εύα Μπουκόβσκα, που προβλήθηκε στο τμήμα «Ανατολικά της Δύσης». Με βάση το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Γκραζίνα Γιαγκίλσκα, με ωραία, υποβλητική μουσική και με μια αφήγηση που έχει κάτι από τον Πολάνσκι και την «Αποστροφή» του, η Μπουκόβσκα φτιάχνει ένα ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ, που προς το φινάλε αρχίζει να αγγίζει τα όρια του τρόμου, με την κάμερα της να παρακολουθεί από κοντά τη σύζυγο (μια πολύ καλή Μαγκανταλένα Ποπλάβσκα), σε κλειστούς συνήθως, κλειστοφοβικούς χώρους, στις προσπάθειές της να αποδεχτεί την απουσία του συζύγου, ενώ, παράλληλα αγωνίζεται κρατηθεί σε μια λογική για να μπορέσει να φροντίζει το μικρό παιδί τους αλλά και να πείσει τον ίδιο να επιστρέψει στην οικογένειά του μετά από τους 53, όπως ένα-ένα τους αραδιάζει κάποια στιγμή.
Η διαφθορά στη σύγχρονη Ρωσία είναι κάτι που απασχολεί τους περισσότερους Ρώσους σκηνοθέτες. Ήδη, ο Αντρέι Ζβιαγκίντσεβ, σε ταινίες όπως το «Λεβιάθαν» και «Έλενα», μας έδωσε μια σκοτεινή εικόνα της Ρωσίας του Πούτιν, όπου η διαφθορά και η υποκρισία κυριαρχούν σε όλους τους χώρους. Μια παρόμοια, βουτηγμένη σε μια μαύρη ατμόσφαιρα, εικόνα μας δίνει και ο Ιβάν Τβερντόβσκι («Ζωολογία») στην ταινία του, «Jumpman», που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ. Εδώ, μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων (στην οποία περιλαμβάνονται αστυνομία, δικηγόροι και δικαστές, μαζί και η μητέρα), χρησιμοποιούν το 16χρονο αγόρι, που κάποτε, όταν ήταν βρέφος, η μητέρα το είχε εγκαταλείψει σε ένα ίδρυμα, σε «ατυχήματα» που στήνουν, για να εκβιάζουν πλούσια και σημαντικά άτομα για χρήμα ή και άλλους σκοπούς. Ο σκηνοθέτης δεν χαρίζεται σε κανένα. Με την κάμερα του μας βυθίζει χωρίς συναισθηματισμούς ή μεγαλοστομίες, σε μια απάνθρωπη, σκληρή κοινωνία που η μόνη της έγνοια είναι το κέρδος και η εκμετάλλευση των συνανθρώπων της.
Πηγή: philenews/ ΚΥΠΕ