Καθόλου, σε βεβαιώνω. Ημπορούμε χωρίς καμμίαν υπερβολήν
να τον ακολουθήσωμε και με πολλή ομοιαληθείαν
να τον φέρωμε έως αυτού. Λόγου χάριν, ο Αλέξανδρος
απέθανε, ο Αλέξανδρος ετάφη, ο Αλέξανδρος εξαναγίνηκε
σκόνη. Η σκόνη είναι χώμα, από το χώμα γίνεται ο πηλός,
και διατί με αυτόν τον πηλόν, όπου εκείνος εκατάντησε,
δεν ημπορούν να σφαλίσουν μιαν κρασοβαρέλαν;
Καίσαρ ο κοσμοκράτορας, νεκρός και χώμα καμωμένος,
εις κάποιαν τρύπαν έτυχε ως φραγμός του ανέμου διωρισμένος.
Θαύμα! Ο πηλός εκείνος, που την γην είχε κατατρομάξη,
τοίχον, ιδέ, σου χρίζει απ’ τον Βορειά τους άλλους να φυλάξη!
Σαίξπηρ, Άμλετ (5.1.214-223) [μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά, 1889]
Στις 12 Ιουλίου 2014, στο εγκλωβισμένο χωριό της Αγίας Τριάδας στη χερσόνησο της Καρπασίας τελέσθηκε η κηδεία του Γιαννάκη Λιασή. Όλοι όσοι βρισκόμασταν εκείνη τη μέρα στο μισο-εγκαταλελειμμένο κοιμητήριο του χωριού είχαμε έντονη την αίσθηση πως βιώναμε τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν εκεί με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό από ό,τι συνήθως. Θα τολμούσα να πω πως, και χωρίς στην ουσία να το συνειδητοποιούμε, δρούσαμε και ενεργούσαμε –ως άτομα αλλά και ως πλήθος– σε μια υπερβατική διάσταση, στη διάσταση εκείνη όπου διηθείται, αποστάζεται, αλλά και διαχέεται το ουσιαστικό, ενώ ταυτόχρονα (και ανεξήγητα) το κοινότυπο, το ευτελές και το τετριμμένο μετουσιώνονται σε εντελώς απαραίτητα στοιχεία μιας (αρχέγονης) τελετουργίας.
Η Τούλα Λιασή ζει και δημιουργεί στην Ολλανδία για σχεδόν σαράντα χρόνια. Ταυτόχρονα, κουβαλά ένα βαρύ και πολύ προσωπικό φορτίο το οποίο είναι συνεχώς παρόν και εξακολουθεί να διαμορφώνει καίρια τη δουλειά της. Ο αδελφός της Γιαννάκης υπήρξε αγνοούμενος για πάρα πολλά χρόνια: από το 1974, όπου ως έφεδρος στρατιώτης της Κυπριακής Εθνοφρουράς πολέμησε κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, μέχρι και το 2014, όταν τα οστά του βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA σε έναν μαζικό τάφο κοντά στην Κλεπίνη, στις πλαγιές της οροσειράς του Πενταδάκτυλου. Επιπρόσθετα, ο πατέρας της Τούλας (η μητέρα της πέθανε το 2015) ζει από το 1974 εγκλωβισμένος στο χωριό του την Αγία Τριάδα, όπου βρίσκεται το σπίτι του, μαζί με μερικές δεκάδες ακόμη άτομα, που έμειναν έκτοτε υπό τουρκική κατοχή.
Είναι, λοιπόν, αναπόφευκτο, και ίσως θα έλεγε κανείς και αναμενόμενο, πως η εικαστική έρευνα και γραφή της Λιασή θα επικεντρωνόταν σε αυτά τα σημαντικά προσωπικά –και όχι μόνο– δεδομένα. Πόσο μάλλον που στην περίπτωση αυτή δεν μιλούμε απλώς για «τραυματικές» μνήμες ή εμπειρίες αλλά για μια καθημερινή, απτή και επαναλαμβανόμενη (προσωπική) πραγματικότητα.
Μια διττή πραγματικότητα, παρανοϊκή θα τη χαρακτήριζε κανείς, όπου από τη μία, σαράντα τρία χρόνια μετά, εξακολουθούν να ανακαλύπτονται ακόμη μαζικοί τάφοι σε ανύποπτα σημεία ειδυλλιακών κατά τα άλλα περιοχών. Στη συνέχεια, γίνεται η ταυτοποίηση των οστών, τα οποία ακολούθως παραδίδονται στους συγγενείς μέσα σε πυγμαία φέρετρα. Στην τελευταία πράξη του δράματος, τελούνται «ηρωικές» κηδείες, σε μια προσπάθεια να απαλυνθεί ο πόνος και να «αναπαυθεί» ο άτυχος νεκρός. Από την άλλη, όλα αυτά να γίνονται σε μια (ευρωπαϊκή) μοιρασμένη χώρα όπου υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ζουν εγκλωβισμένοι, με βασικές ελευθερίες και δικαιώματα να τους αποστερούνται.
Ενώ πολλές φορές παρόμοια θέματα αποτελούν ταμπού για αρκετούς σύγχρονους Κύπριους καλλιτέχνες, υπό τον φόβο του εύκολου εντυπωσιασμού και ενός υποβόσκοντος εθνικισμού, για τη Λιασή αποτελούν μια συνεπή και φυσική εννοιολογική εξέλιξη του έργου της, ενός έργου που εκπορεύεται από την ταραγμένη προσωπική της ιστορία. Το προσωπικό αρχείο της Λιασή, το οποίο αποτελεί τη γενεσιουργό ουσία των έργων της, τυγχάνει να αφορά απόλυτα και τη χώρα της αλλά και ευρύτερα το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, όπου τόσο το προσωπικό όσο και το οικείο, γίνονται σημεία αναφοράς ενός γενικότερου, οικουμενικού συστήματος.
Τα μέχρι τώρα έργα της Λιασή, το Achaeans Coast του 2004, το Rusted Evidence του 2013 και το Home and Identity του 2015, αναπτύσσουν τη διαλεκτική τους μέσα από την έννοια του εγκλωβισμού, το πώς άνθρωποι και αντικείμενα υπάρχουν και ενεργούν σε αυτό το έγκλειστο και περιορισμένο σύστημα συντεταγμένων, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Η καλλιτέχνις συλλέγει, καταγράφει και επεξεργάζεται όχι μόνο την επίδραση του χρόνου πάνω στον χώρο, αλλά και αντίστροφα, έχοντας πάντα ως γνώμονα αυτήν την «εγκλωβισμένη συνθήκη» που την ταλανίζει για δεκαετίες.
Το καινούργιο πρότζεκτ της καλλιτέχνιδας έχει τον τίτλο «Where Have You Been?» (Πού ήσουν;) και πραγματεύεται τη σχέση της με τον νεκρό αδελφό της. Ένα οφειλόμενο «χρέος» για μια (κοινή) πορεία που δεν ευοδώθηκε ποτέ. Ένα ρητορικό ερώτημα, του οποίου την απάντηση γνωρίζει δυστυχώς πολύ καλά. Ενεργοποιώντας την προσωπική της ιστορία, η Λιασή από τη μία εξορκίζει τη βαριά της μοίρα –αυτήν της τεράστιας απώλειας– ενώ από την άλλη ρίχνει φως σε καίρια θέματα και ζητήματα, ισορροπώντας με μαεστρία μεταξύ της συναισθηματικής εγγύτητας και της αποστασιοποιημένης και απόμακρης παρατήρησης.
Τα έργα που εκτίθενται έχουν ως αφετηρία την κηδεία του Γιαννάκη Λιασή, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο πρώτος αγνοούμενος που θάβεται στην κατεχόμενη Κύπρο. Γι’ αυτό, το γεγονός αυτό καθ’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και υπόσταση στη νεότερη ιστορία του νησιού. Το βίντεο Coming Home παρουσιάζει εικόνες από την κηδεία του Γιαννάκη στην κατεχόμενη Αγία Τριάδα. Μια κηδεία ενός ανθρώπου, σαράντα ολόκληρα χρόνια μετά από τον θάνατό του, την οποία παρακολούθησαν εκατοντάδες άτομα, αρχιερείς, πολιτικοί, αξιωματούχοι, απλός κόσμος, γνωστοί και άγνωστοι, με τεράστια συγκίνηση, υπό το βλέμμα του στρατού και της αστυνομίας της κατοχικής δύναμης. Η Λιασή, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της τελετής, γίνεται ταυτόχρονα και σιωπηλός μάρτυρας της όλης διαδικασίας. Μιας διαδικασίας γεμάτης εντάσεις και ανατάσεις, όπου το προσωπικό γίνεται παράλληλα δημόσιο, το οικείο γίνεται απότομα ξένο και το προσιτό έκδηλα απρόσιτο.
Η βία και η βιαιότητα στον ειδυλλιακό παράδεισο

Πράγματι, το βόρειο τμήμα της Κύπρου, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η Κλεπίνη, είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χώρος. Για τον περιστασιακό τουρίστα ή τον συνειδητοποιημένο έποικο, το τοπίο μπορεί εύκολα να εξιδανικευτεί ως ειδυλλιακός παράδεισος, υποσυνείδητα αγνοώντας ή συνειδητά προσπερνώντας τα σημάδια της ιστορίας, τα οποία συχνά υποδηλώνουν την επιβολή, τη βία και τη βιαιότητα, και τα οποία είναι διάσπαρτα παντού στο έδαφος.
Και στην περίπτωση αυτή, όπως και στο προηγούμενο έργο, η καλλιτέχνις δρα μέσω ενός διττού ρόλου: από τη μία όπως λέει η ίδια «συνδυάζοντας την ομορφιά και την ηρεμία του τοπίου με συγκλονιστικούς μουσικούς ήχους, επιδιώκω να κάνω πιο έντονες τις τελευταίες στιγμές του αδελφού μου». Από την άλλη, το έργο της αποδεικνύει περίτρανα την αμφίσημη ιδιότητα του τοπίου: πίσω από την πρώτη «αισθητική» ανάγνωση κρύβεται μια φοβερά φρικτή αφήγηση εξουσίας και τρόμου.
Το έργο 661-10/01-006B παρουσιάζει το τραυματισμένο από σφαίρα κρανίο του Γιαννάκη Λιασή, το οποίο η καλλιτέχνις καταφέρνει να φωτογραφίσει όταν για πρώτη φορά της επιτράπηκε να αντικρίσει τα λείψανα του αδελφού της. Παίρνοντας έμπνευση από την επίσημη συνοπτική έκθεση σχετικά με την ταυτοποίηση των λειψάνων του αδελφού της («Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, τα ανθρώπινα λείψανα που φέρουν την ένδειξη 661-10/01-006B ταυτοποιούνται ότι ανήκουν στον Γιαννάκη Λιασή»), η Λιασή επεξεργάζεται τη φωτογραφία με ένα σκουρόχρωμο φίλτρο έτσι ώστε το κρανίο να μην διακρίνεται παρά ελάχιστα.
Λίγο πιο πέρα, σε μια βιτρίνα, εκτίθενται προσωπικά υπάρχοντα του Γιαννάκη –το παντελόνι του και σκουριασμένα μεταλλικά τμήματα από τη στρατιωτική του ζώνη–, ακριβώς όπως βρέθηκαν στον μαζικό τάφο της Κλεπίνης, φθαρμένα και αποσυντεθειμένα από το χώμα που τα σκέπαζε για τέσσερις δεκαετίες. Η Λιασή εδώ υποδύεται τον δύσκολο και συνάμα τραγικό ρόλο μιας ιδιότυπης αρχαιολόγου. Μιας αρχαιολόγου, της οποίας τα (μακάβρια) ευρήματα προκαλούν για ακόμα μια φορά την Ιστορία.
Η δημόσια έκθεσή τους δεν στοχεύει να ενεργοποιήσει ιδεολογικούς και εθνικιστικούς μηχανισμούς στον θεατή, αλλά αντίθετα να τονίσει τη ματαιότητα των πιο πάνω μηχανισμών και να υπενθυμίσει πως η βαρβαρότητα δεν θα πρέπει να έχει θέση στον σύγχρονο πολιτισμό μας.
Παραδίπλα, οι εφημερίδες του έργου 14081974, που ονομάστηκε έτσι από την ημερομηνία της δεύτερης εισβολής στην Κύπρο στις 14 Αυγούστου 1974, επιτείνουν την ένταση της όλης εγκατάστασης καθορίζοντας το ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων. Παρόλο που τίποτα δεν αναφέρεται για τα τραγικά γεγονότα (οι εφημερίδες είχαν τυπωθεί λίγες ώρες πριν από τα πραγματικά γεγονότα), ο φόβος του θανάτου και της επερχόμενης καταστροφής είναι διάχυτος πίσω από τις γραμμές του μελανιού.
Το κακό γραμμένο στη γη…

Η καλλιτέχνις επιδιώκει παράλληλα να αναπαραστήσει τον χώρο του θανάτου μέσα στον εκθεσιακό χώρο και να δώσει υπόσταση στο γεωγραφικό μήκος και πλάτος στο οποίο σκοτώθηκε και τάφηκε σε μαζικό τάφο ο αδελφός της. Το έργο 36swe3941106651 αποτελείται από ένα βίντεο της ειδυλλιακής περιοχής της Κλεπίνης και πέντε φωτογραφιών του χώρου, τις οποίες τράβηξε η ομάδα της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους στην Κύπρο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τις επίσημες εκταφές. Επιπλέον, η καλλιτέχνις παρουσιάζει και μια μεγάλη εγκατάσταση με τίτλο Jump and Shout, που αποτελείται από ημιδιάφανα φωτογραφικά πανό, με την οποία επιδιώκει να αποδώσει «ταυτότητα» στον χώρο του μαζικού τάφου, όπως χαρακτηριστικά λέει η Λιασή.
Είναι αλήθεια πως πίσω από ένα τοπίο (και μάλιστα σε μια περιοχή έντονα φορτισμένη από ιστορικά γεγονότα) κρύβονται πάρα πολλές αναγνώσεις. Στο θεμελιώδες έργο του Landscape and Power (Τοπίο και Εξουσία) ο W. J. T. Mitchell γράφει τα εξής σχετικά με την απεικόνιση τοπίων σε αμφισβητούμενες περιοχές που φαίνονται ειδυλλιακές: «Γνωρίζουμε από την εποχή του Ruskin ότι η απόλαυση ενός τοπίου ως αισθητικού αντικειμένου δεν μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για εφησυχασμό ή ανέμελη περισυλλογή αλλά, μάλλον, πρέπει να είναι το επίκεντρο μιας ιστορικής, πολιτικής και (ναι) αισθητικής εγρήγορσης για τη βία και το κακό που είναι γραμμένα στη γη, και τα οποία προβάλλονται εκεί από το βλέμμα που ατενίζει. Γνωρίζουμε τουλάχιστον από την εποχή του Turner –ίσως και από τον καιρό του Milton– ότι η βία αυτού του κακού ματιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το ίδιο το τοπίο είναι το μέσο που χρησιμοποιεί αυτό το κακό για να καλυφθεί και να πολιτογραφηθεί. Το αν αυτή η γνώση μάς δίνει οποιαδήποτε δύναμη είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα» (Mitchell, W. J. T., Landscape and Power, Σικάγο: The University of Chicago Press, 2002, σελ. 29).
With Love Yiannakis
Η εγκατάσταση με τίτλο With Love Yiannakis (Με αγάπη Γιαννάκης) αποτελείται από τέσσερις επιστολές τις οποίες ο Γιαννάκης έστειλε στην αδελφή του έναν χρόνο πριν πεθάνει, όταν σπούδαζε στην Ελλάδα. Οι επιστολές είναι φωτογραφημένες ανάποδα και έτσι το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να είναι κατανοητό στο κοινό. Μια φωτεινή επιγραφή νέον με τη φράση «Με αγάπη Γιαννάκης», ακριβώς όπως υπέγραφε τα γράμματά του, κυριαρχεί στον χώρο. Παραδίπλα, είκοσι επτά παλιές φωτογραφίες της Τούλας με τον αδελφό της όταν ήταν παιδιά. Οι φωτογραφίες μεγεθύνονται και έχουν ως φόντο πολύ έντονα χρώματα. Εδώ η ιστορία της Λιασή γίνεται απόλυτα προσωπική, ένας εσωτερικός διάλογος με τον αδελφό της, στον οποίο καλούμαστε πολύ διακριτικά –και από απόσταση– να συμμετέχουμε και να μοιραστούμε μαζί της.
Κάλεσμα προς τη ζωή και όχι προς τον θάνατο
Η ανεμελιά όμως της παιδικής αυτής συνεύρεσης διακόπτεται αιφνιδιαστικά από το 361, ένα μεγάλο κολάζ με τα φωτογραφικά πορτρέτα των ενενήντα αγνοούμενων από το τάγμα του Γιαννάκη. Ένα έντονο κόκκινο καλύπτει τις ενενήντα φωτογραφίες, ενώ πέντε από αυτές σε πιο απαλό τόνο απαθανατίζουν τους στρατιώτες που βρέθηκαν όλοι μαζί στον μαζικό τάφο της Κλεπίνης. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από ό,τι ελπίζουμε και σχεδόν πάντοτε προτρέχει της όποιας ανθρώπινης επιθυμίας και της κοινωνικής συνείδησης. Μια πραγματικότητα που δυστυχώς όλο και συχνότερα εκπορεύεται από τη βαρβαρότητα και την ανθρώπινη αυτοκαταστροφή.
Αυτή η αυτοκαταστροφή, μέσω της φθοράς και της αποσύνθεσης, είναι έκδηλες στη σειρά των pixelized έργων με τα στεφάνια και τα λουλούδια που, επίσημοι και μη, γνωστοί και άγνωστοι, κατέθεσαν στον τάφο του Γιαννάκη την ημέρα της κηδείας. Πλαστικό, ξερές δάφνες, χρωματιστά ψεύτικα τριαντάφυλλα, γαλανόλευκες κορδέλες. Στεφάνια για τον Ελληνοκύπριο γιο, τον αδελφό, τον στρατιώτη, τον ήρωα, τον αγνοούμενο, το σύμβολο. Διπλοπρόσωπα memento mori, ενθυμήματα θανάτου, έκδηλα απομεινάρια της ματαιότητας και της σκληρότητας των ανθρώπινων συστημάτων, απομονωμένα από το φυσικό τους περιβάλλον γίνονται σύμβολα της γενικευμένης παρακμής.
Το «Where Have You Been?» αποτελεί ένα απονενοημένο κάλεσμα της Τούλας Λιασή. Ένα κάλεσμα προς τον αδελφό της, του οποίου η τραγική απουσία την έχει καθορίσει υπαρξιακά και καλλιτεχνικά, αλλά και ένα κάλεσμα προς εμάς, τους θεατές του έργου της. Ένα κάλεσμα την απάντηση του οποίου η ίδια εξυφαίνει με το έργο της: κάθε μας πράξη, κάθε μας ενέργεια, κάθε βήμα της γήινης πορείας μας θα πρέπει να στοχεύει προς τη ζωή και όχι προς τον θάνατο.