Να μιλήσουμε, επιτέλους, καθαρά.

Πέραν των εθνικών και περιφερειακών κέντρων τέχνης, διαπιστώνεται σήμερα η ύπαρξη ενιαίων, διεθνικών θεσμών της τέχνης, όπως οι διάφορες ανά τον κόσμο Μπιενάλε. Κορυφαία εξ’αυτών, η Μπιενάλε της Βενετίας – μια εξτραβαγκάνζα υψηλής τέχνης – που έχει ως στόχο την προσέλκυση διεθνούς πολιτιστικού τουρισμού, ενώ αποτελεί σημείο συνάντησης ενός μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και πολιτισμικά υπόβαθρα. Συνιστά μια μοναδική ευκαιρία, ειδικά για τους επιμελητές, να εκθέσουν έργα που καταδεικνύουν τη δυνατότητα υπέρβασης των χωρικών περιορισμών, ενώ οι επισκέπτες αισθάνονται ότι βρίσκονται στο επίκεντρο ενός διεθνικού κόσμου της τέχνης. Η Μπιενάλε Βενετίας εξυπηρετεί τη διάδοση της δουλειάς των καλλιτεχνών, μέσα από τη διάδραση επιμελητών, μάνατζερ, μουσείων και γκαλερί από όλο τον κόσμο, ενώ πολλοί καλλιτέχνες έγιναν γνωστοί μέσα από τέτοια δίκτυα διεθνικών θεσμών.

Τα παραπάνω αποτελούν το υπόβαθρο μιας κουβέντας που πρέπει να γίνει, επιτέλους, στη δημόσια σφαίρα με αφορμή δύο πρόσφατα γεγονότα:

  • α) την ανακοίνωση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ότι η επιλογή για την εκπροσώπηση της Κύπρου στην Μπιενάλε προέκυψε μέσα από μια “συνεργασία” του Υπουργείου / Πολιτιστικών Υπηρεσιών και του Point Centre for Contemporary Art και αφορά στην παρουσίαση μιας μεταθανάτιας έκθεσης του καλλιτέχνη Χριστόφορου Σάββα (1924 – 1968).
  • β) τη σχεδόν ταυτόχρονη ανακοίνωση ότι η Μάλτα, μετά από ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό, θα εκπροσωπηθεί στην Μπιενάλε Βενετίας από ομάδα εικαστικών, επικεφαλής της οποίας είναι η Κύπρια επιμελήτρια δρ Εσπέρια Ηλιάδου, ενώ μεταξύ των καλλιτεχνών που συμμετέχουν είναι η Κύπρια εικαστικός Κλίτσα Αντωνίου.

Γνωρίζουμε ότι το πολιτισμικό τοπίο του διεθνικού κόσμου της τέχνης ορίζεται από τα δικά του γλωσσικά παιχνίδια, τα δικά του δίκτυα επικοινωνίας, πρόσληψης και διανομής των καλλιτεχνικών προϊόντων. Έτσι κι αλλιώς, η τέχνη υπήρξε πάντοτε συνδεδεμένη με πολιτικές διεργασίες (politics), αντανακλώντας ανταγωνισμούς ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και καλλιτεχνικούς κύκλους. Ωστόσο, σε ευνομούμενα κράτη με συγκροτημένο σχέδιο πολιτιστικής πολιτικής, ο τρόπος επιλογής της εκπροσώπησης της χώρας σε ένα θεσμό με τη σημασία της Μπιενάλε Βενετίας, οφείλει να ανακοινώνεται εξαρχής, έχοντας προηγουμένως προκύψει μέσα από διαβούλευση με εταίρους και ενδιαφερόμενους φορείς – και βεβαίως, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στη δικιά μας περίπτωση, η (όποια) επεξήγηση της διαδικασίας επιλογής ταυτόχρονα με την ανακοίνωση του αποτελέσματος της, αποτελεί το πρώτο προβληματικό σημείο. Μάθαμε λοιπόν ότι «η ιδέα για μία ενδελεχή παρουσίαση του έργου του Χριστόφορου Σάββα στην Μπιενάλε Βενετίας … προέκυψε μέσα από μία σειρά από συγκυρίες (!)». Ακόμη, πληροφορηθήκαμε ότι αυτές οι συγκυρίες “συνέπεσαν” με μια πρόταση συνεργασίας από το Point Centre for Contemporary Art στη Λευκωσία, για τη συνδιοργάνωση μιας έκθεσης ερευνητικού χαρακτήρα, η οποία θα παρουσίαζε το έργο του Σάββα σε ένα ευρύτερο, διεθνές κοινό.

Οι ευτυχείς συμπτώσεις μάλλον συνεχίστηκαν, καθώς – όπως μαθαίνουμε – το o Οργανισμός Point Centre for Contemporary Art προσκάλεσε τον Ιταλό επιμελητή Γιάκοπο Κριβέλι Βισκόντι να “διερευνήσει” το έργο και την επίδραση του Χριστόφορου Σάββα στη διαμόρφωση του κυπριακού εικαστικού τοπίου.

Το πρώτο, επομένως, ερώτημα που αναζητεί απάντηση είναι το ποιος ουσιαστικά επέλεξε τόσο την ιδέα της μεταθανάτιας παρουσίασης ενός καλλιτέχνη, όσο και τον επιμελητή. Είναι η Επιτροπή Επιλογής Έργων και Καλλιτεχνών του Υπουργείου, ή απλώς η επιτροπή αυτή απλώς “επικύρωσε” μια πρόταση ενός ανεξάρτητου οργανισμού; Στη δεύτερη περίπτωση, τίθεται το ερώτημα με ποιο κριτήριο και με ποια διαδικασία δόθηκε βήμα σε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, ο οποίος λειτούργησε μόλις από το 2012. Κοντολογίς, γιατί δεν ζητήθηκαν προτάσεις και από άλλους ανεξάρτητους οργανισμούς, αν αυτή ήταν η διαδικασία; Ήταν και αυτό θέμα συγκυριών;

Περαιτέρω, ποιος επέλεξε και προσκάλεσε τον επιμελητή; Μέχρι τώρα, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες διατείνονταν ότι η Επιτροπή προτείνει και επιλέγει τον εκάστοτε επιμελητή, ο οποίος με τη σειρά του καλείται να επιλέξει τους καλλιτέχνες της κυπριακής συμμετοχής. Εδώ έχουμε το παράδοξο ότι, κατά πως φαίνεται, δεν μπορούμε να μιλάμε για καθαρή επιλογή του από την Επιτροπή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών (καθώς αυτή “θολώνεται” από την εμπλοκή ανεξάρτητου οργανισμού), αλλά ούτε και για περιθώριο επιλογής καλλιτεχνών ή περιεχομένου της εκπροσώπησης από τον επιμελητή (εφόσον και αυτό εμφανίζεται ως προαποφασισμένο από τον ανεξάρτητο οργανισμό και επικυρωμένο από την Επιτροπή). Συνεπώς, τι ακριβώς θα επιμεληθεί ο Επιμελητής; Περαιτέρω – και αφήνοντας κατά μέρος τις “συγκυρίες” – ποιο είναι εκείνο το γνωσιολογικό υπόβαθρο που καθιστά το συγκεκριμένο επιμελητή ειδικό για να μελετήσει το έργο του Χριστόφορου Σάββα;

Δυο λόγια για την ουσία της εκπροσώπησής μας: έχει συμβεί στο παρελθόν – όχι συχνά – χώρες να επιλέξουν να εκπροσωπηθούν στην Μπιενάλε από τεθνεώτες καλλιτέχνες. Ωστόσο, μου είναι εντελώς ακατανόητο γιατί, ενώ η Μπιενάλε αποτελεί τη μεγαλύτερη ευκαιρία για μικρές χώρες όπως η Κύπρος να “εξάγουν” τη σύγχρονη εικαστική τους δημιουργία, επιλέγηκε η εκπροσώπηση από έναν καλλιτέχνη που έχει πεθάνει και του οποίου το έργο, όντας εν ζωή ακόμη, παρουσιάστηκε στην Μπιενάλε Βενετίας του 1968.

Η σχεδόν ταυτόχρονη “άντληση” επιμελητή και εικαστικού από τη Μάλτα, μέσα από διεθνή διαγωνισμό, Κυπρίων επιμελητών και εικαστικών για την εκπροσώπησή της, καθιστούν ακόμη πιεστικότερο το ερώτημα γιατί αγνοείται η ζώσα πολιτισμική πραγματικότητα του τόπου, τόσο ως προς το κομμάτι της επιμέλειας, όσο και ως προς το εικαστικό.

Τέλος, επειδή σε παλαιότερες ανακοινώσεις τους οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες διατείνονται ότι παραμένουν ανοικτές σε προτάσεις για την επανεξέταση οποιασδήποτε διαδικασίας, προτρέπω να μελετηθεί η διαδικασία που ακολούθησε η Μεγάλη Βρετανία. Εκεί, το British Council αναζήτησε μέσω ανοιχτού διαγωνισμού επιμελητή, ο οποίος – ανεξάρτητα από την εθνικότητά του – πρέπει να έχει τη βάση εργασίας του στη Βρετανία, να διαθέτει μια άριστη γνώση της σύγχρονης βρετανικής εικαστικής σκηνής και να έχει σημαντική εμπειρία στην επιμέλεια εκθέσεων εντός της χώρας καθώς και μερική διεθνή εμπειρία. Ο επιμελητής που θα επιλεγεί θα συνεργαστεί με την επιτροπή του British Council για την επιλογή του καλλιτέχνη που εκπροσωπεί τη χώρα. Εξάλλου, η επιλογή που έκανε η Μάλτα, αν μη τι άλλο, δείχνει ότι το δυναμικό που δραστηριοποιείται εντός του νησιού, μπορεί επάξια να σταθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς και διοργανώσεις. 

* δρ Φιλοσοφίας, Διδάσκουσα στο Πρόγραμμα Πολιτιστική Πολιτική & Ανάπτυξη, Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου