Το φετινό Φεστιβάλ Κύπρια έχει διαφορετικό αέρα από τα προηγούμενα. Είναι δεδομένη η διάθεση των διοργανωτών να το αναβαθμίσουν, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε αν δεν συμπληρωνόταν από μερικές ευνοϊκές συγκυρίες.

Η μία ήταν η θεσμική πρόθεση της Βασιλικής Ορχήστρας Κονσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ να περιοδεύσει σε όλες τις χώρες της ΕΕ, που έδωσε την ευκαιρία στο Φεστιβάλ να αρπάξει τη μοναδική ευκαιρία που έχει κανείς να κάνει καλή πρώτη εντύπωση. Έτσι, το Κούριο φιλοξένησε τη σημαντικότερη μουσική εκδήλωση της σύγχρονης ιστορίας του και επέδειξε την εξαιρετική του ακουστική, σιγοντάροντας τον τέλειο ήχο της RCO με τον λυρικότερο ήχο της φύσης: τον φλοίσβο της θάλασσας.

Η δεύτερη καθοριστική συγκυρία ήταν η περιοδεία της Martha Graham Dance Company στην Ευρώπη και η επιτυχία του Άντη Παρτζίλη –το καλό να λέγεται- να μάς συστήσει μια ανεπανάληπτη ομάδα, που εδώ κι έναν αιώνα πρωτοπορεί στο πεδίο του σύγχρονου χορού. Όσοι είχαν την ευλογία να παρακολουθήσουν μια από τις τέσσερις παραστάσεις στην Κύπρο, μπορούν να καταλάβουν ακριβώς τι εννοώ. Το καλό για τους διοργανωτές είναι πως από εδώ και πέρα ό,τι και να δούμε, η θετική εντύπωση θα παραμείνει. Το άσχημο, όμως, είναι ότι ο πήχης έχει ανέβει: του χρόνου θα μας κακοφανεί.

Το πέρασμα της MGDC από το νησί άφησε πίσω την έντονη εντύπωση της σπουδαιότερης παράστασης σύγχρονου χορού που παρακολουθήσαμε στην ιστορία του Φεστιβάλ. Κι όχι μόνο, ίσως. Η λέξη «σύγχρονος» βέβαια κουδουνίζει παράξενα στ’ αφτί όταν μιλάμε για μια ομάδα που πλησιάζει τα 100 χρόνια ζωής και δημιουργίας. Είναι όμως η τυπική περίπτωση του μοντέρνου που έγινε κλασικό για να ξαναγίνει μοντέρνο. Διότι η ομάδα έχει βρει τον τρόπο να αναβιώνει τα αριστουργήματα της ιδρύτριας και εμπνεύστριάς της όχι ως μουσειακά κομμάτια, αλλά ως παλλόμενο μέρος της σύγχρονης δημιουργίας, σε άρρηκτη επικοινωνία με την κληρονομιά της Μάρθα Γκράχαμ, αλλά και το μέλλον της τέχνης της. 

Όταν η Γκράχαμ ολοκλήρωσε το 1991 τον βίο της, όντας ενεργή μέχρι τα 97 της χρόνια, αναπόφευκτα η ομάδα πέρασε κρίση. Ξαναβρήκε τα βήματά της ουσιαστικά 15 χρόνια αργότερα, όταν υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Τζάνετ Έλμπερ έκανε τη μεγάλη στροφή προς τα εμπρός. Αν παρακολουθήσει κάποιος παλιά και κλασικά βίντεο από τα ίδια έργα που είδαμε στην Κύπρο, όπως το «Ekstasis» και το «Errand the Maze» θα παρατηρήσει ότι η ομάδα δεν παραβλέπει, αλλά επενδύει πλέον στην εξέλιξη της χορευτικής τέχνης και την πρόοδο των αθλητικών και πλαστικών χαρακτηριστικών των χορευτών, πατώντας πάντοτε πάνω στη διαχρονική έρευνα για την αρχετυπική γυναίκα. Και διατηρώντας, φυσικά, τον ακατανίκητο πόθο της δημιουργίας –μέχρι τελικής πτώσης.
Από την άλλη, δεν παραμένει δογματικά πιστή στο στυλ και τις αρχές της Γκράχαμ ούτε στις αναβιώσεις, ούτε στα έργα που παρουσιάζονται ως αναφορές σε παλαιότερα κομμάτια που πέρασαν πια στη σφαίρα του θρύλου. Η ομάδα δεν φοβάται τη σύγκριση, ούτε ακόμη και τη σύγκρουση. Προτείνει μια νέα ανάγνωση του γκραχαμικού κληροδοτήματος, αλλά και μια εκ νέου δικαίωσή του. Με τον τρόπο αυτό τα πατήματά της έγιναν πιο γερά.

Τα κομμάτια που παρακολουθήσαμε στην Κύπρο, που διαγράφουν μια πορεία από το 1933 (Ekstasis) μέχρι το 2016 (Woodland του Πόντους Λίντμπεργκ), αποτελούσαν ένα πολύτιμο σεμινάριο αισθητικής προσαρμογής για το πώς η επιστημοσύνη και η αθλητοπρέπεια συναντούν τη λυρικότητα και την κινησιολογική μουσικότητα.

Θα σταθώ ειδικά στο απαράμιλλο ντουέτο «Errand the Maze» που το βράδυ της Κυριακής ερμήνευσαν οι σφριγηλοί Ξιν Γινγκ και Μπεν Σουλτς. Χλιαρά βασισμένο πάνω στον μύθο του Λαβύρινθου, με τη χορεύτρια να είναι περισσότερο ένας θηλυκός Θησέας παρά μια Αριάδνη. Στο πρόσωπο του Μινώταυρου αντιμετωπίζει τους εσωτερικούς της δαίμονες και φόβους, την επίδραση της ψυχικής σφαίρας στην σεξουαλικότητα, ερχόμενη σε κατά μέτωπο σύγκρουση με τις νευρώσεις της. Είναι σχεδόν αδιανόητα πλήρης ο έλεγχος των σωματικών και εκφραστικών μέσων και ο τρόπος με τον οποίο το ανθρώπινο κορμί γίνεται πομπός οικείων εσωτερικών τοπίων και ψυχολογικών μοτίβων. Παράλληλα, διαπιστώνει κανείς την ευχέρεια που είχε η Γκράχαμ να απορροφά στοιχεία παγκόσμιων μύθων για να τους εντάξει σ’ ένα ποιητικό όχημα μεταφοράς ιδεών.