Η επιτυχία του ντοκιμαντέρ «Το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς» συμβάλλει στη συζήτηση για τη θέση της Κύπρου ως κινηματογραφικού προορισμού.

Λίγους μήνες πριν από την εισβολή, ο κόσμος ήταν εντελώς διαφορετικός. Σίγουρα ήταν αλλιώτικος για τους Κύπριους. Και ήταν διαφορετικός για τον ανερχόμενο τότε ουγγροαμερικανό σκηνοθέτη Πίτερ Μέντακ, που ερχόταν στο ανέμελο ακόμη νησί για να περατώσει μια φιλόδοξη παραγωγή. Κι ύστερα ήρθε η καταστροφή. Για όλους. Για τον Μέντακ το πρότζεκτ πήγε του βρόντου λόγω κυρίως της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς της βεντέτας της ταινίας, του Πίτερ Σέλερς, αλλά και εξ αιτίας μιας σειράς αναποδιών. Κι έτσι μια πολλά υποσχόμενη καριέρα πήρε την κάτω βόλτα. Για την Κύπρο, τα γνωρίζουμε.

Πέρασαν πάνω από τέσσερις δεκαετίες και νιώθoντας ακόμη συναισθηματικά και ψυχολογικά «στοιχειωμένος», ο Μέντακ επικαλείται το φάντασμα του Πίτερ Σέλερς, με τον τρόπο που ο πρωταγωνιστής της επίμαχης πειρατικής κωμωδίας «Ghost in the Noonday Sun» επικαλείται το φάντασμα του καπετάνιου που σκότωσε για να βρει έναν χαμένο θησαυρό. Μετά από ιδέα του Κύπριου παραγωγού Πωλ Ιακώβου, ανέλαβε να σκηνοθετήσει το ανεξάρτητο κυπριακό ντοκιμαντέρ «Το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς» για να γνωρίσει –αναπάντεχα για τους συντελεστές- την αποθέωση στα Φεστιβάλ της Βενετίας και του Τελιουράιντ και να κερδίσει τα εγκώμια της διεθνούς κριτικής.

Ο Πίτερ Σέλερς και ο Πίτερ Μέντακ στα γυρίσματα της ταινίας «Ghost in the Noonday Sun» στην Κύπρο. 

Η προβολή της Κύπρου γενικότερα, αλλά και ειδικά ως κινηματογραφικού προορισμού αποτέλεσε το μεγαλύτερο κίνητρο για τον παραγωγό της ταινίας, που πέτυχε να αντλήσει από ιδιώτες επενδυτές τα απαραίτητα κεφάλαια για να τη φέρει εις πέρας. Αντιμετώπισε βέβαια πολλές δυσκολίες. Δεν κατάφερε π.χ. να εξασφαλίσει κρατική οικονομική βοήθεια στο πλαίσιο των προγραμμάτων της ΣΕΚιν, επειδή ο σκηνοθέτης δεν είναι Κύπριος. «Πιστεύω ότι το Υπουργείο θέλησε να βοηθήσει, αλλά το υφιστάμενο πλαίσιο απλά δεν το επέτρεπε. Ελπίζω αυτό να επανεξεταστεί σύντομα για μελλοντικές παραγωγές» αναφέρει ο ίδιος.

Ο Πωλ Ιακώβου ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αναζητήσει χρηματοδότηση μόνος του. «Ήταν μια επίπονη εργασία και δεν έμεινε πέτρα ασήκωτη, όμως τελικά, με κάποιο τρόπο τα καταφέραμε και η ταινία ολοκληρώθηκε σε υψηλά στάνταρ» λέει. Για τον ίδιο το σημαντικότερο είναι ότι ολοκλήρωσε αυτό που σχεδίασε, συμβάλλοντας στην επανατοποθέτηση της Κύπρου στον χάρτη μετά την τραπεζική κατάρρευση, όταν και επικρατούσε μια επικίνδυνη αίσθηση δυσπιστίας σε ό, τι είχε συμβεί εδώ. «Δεν ξέρω αν το πέτυχα, αλλά είναι ευχάριστο να ξέρω ότι η ταινία θα συνεχίσει να ζει και περιέχει πλάνα που γυρίστηκαν στο νησί μας (σ.σ. στην Κερύνεια) τόσο στις μέρες μας, όσο και στο 1973, για να τα βλέπουν οι επόμενες γενιές». 
Από αριστερά: Τζόμπι Τζι (μοντέρ), Πωλ Ιακώβου (παραγωγός), Σάιμον βαν ντερ Μποργκ (σεναριογράφος) και Κώστας Πιτσιλλίδης (διευθυντής παραγωγής) στο Φεστιβάλ Βενετίας. 

Έτσι θα ξαναγίνει η Κύπρος κινηματογραφικός προορισμός
 
Ο Πωλ Ιακώβου πιστεύει ότι η Κύπρος δεν έπαψε ποτέ να είναι ένας ισχυρός υποψήφιος προορισμός για να γυρίσει κανείς ταινίες. «Η ποικιλομορφία των τοποθεσιών και οι μικρές αποστάσεις την καθιστούν ελκυστική επιλογή για έναν παραγωγό. Μπορείς να κάνεις γύρισμα στην ακτή και μία ώρα αργότερα να βρίσκεσαι ψηλά στα βουνά. Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες είναι ο καιρός και η προβλεψιμότητά του. Με τουλάχιστον 320 ημέρες ηλιοφάνειας, είναι μια ελκυστική πρόταση για κάθε παραγωγό ή κινηματογραφικό στούντιο. Το πλεονέκτημα ενός κυρίως αγγλόφωνου νησιού και των συνδέσεών του με το Ηνωμένο Βασίλειο αποδείχτηκε επίσης σημαντικό για την εξασφάλιση κινηματογραφικών παραγωγών».

Από τη δεκαετία του ‘60 η Κύπρος άρχισε να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μέσα στην κινηματογραφική κοινότητα και κάποιες μεγάλες παραγωγές γυρίστηκαν εδώ, όπως το «Exodus» του Ότο Πρέμινγκερ με τον Πολ Νιούμαν ή η ταινία «των πενήντα αστέρων» «The Longest Day», που είχε σκηνές που γυρίστηκαν στην Αμμόχωστο. Αυτό συνεχίστηκε τη δεκαετία του ’70 με ταινίες όπως το «Beloved» με την Ράκελ Γουέλτς μέχρι που φτάσαμε στο «Ghost in Noonday Sun». Τα στούντιο έφεραν μαζί τους όλο τον εξοπλισμό και την υποδομή, αλλά στηρίχτηκαν στους ντόπιους για να συνεισφέρουν σε ό,τι αφορά την υλικοτεχνική υποδομή σε τομείς όπως η στέγαση, οι κομπάρσοι, η εστίαση. Η Κύπρος εξακολουθούσε να είναι μια φθηνή επιλογή.

Όπως επισημαίνει ο Κύπριος παραγωγός, η τουρκική εισβολή έβαλε φρένο στην κινηματογράφηση στην Κύπρο και η πολιτική αστάθεια αποθάρρυνε τις παραγωγές, που άρχισαν να εμφανίζονται ξανά, αλλά όχι στο ίδιο επίπεδο ή την ίδια εμβέλεια. Με την πάροδο του χρόνου, άλλες ευρωπαϊκές χώρες ανέπτυξαν υποδομές για να γυρίζονται κινηματογραφικές ταινίες, αλλά η Κύπρος έμεινε πίσω, χωρίς να λαμβάνει υπόψη σοβαρά αυτή τη βιομηχανία και χωρίς να καταβάλει προσπάθειες για ανάπτυξη ή προώθηση των υποδομών.

«Τις τελευταίες δεκαετίες η Κύπρος αναπτύχθηκε οικονομικά και η τουριστική βιομηχανία άκμασε, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το νησί να γίνει πολύ ακριβό σε σχέση με παρόμοιες χώρες. Χώρες όπως η Μάλτα άρχισαν να βλέπουν τις ευκαιρίες και να επενδύουν σε υποδομές, οδηγώντας τελικά σε κίνητρα για κινηματογράφηση». Σύμφωνα με τον Πωλ Ιακώβου υπολείπεται καθοριστικά της Μάλτας ως κινηματογραφικός προορισμός για δύο κυρίως λόγους: α) την εισβολή και β) το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν επενδύει στο δυναμικό της.

«Η ειρωνεία είναι ότι η Κύπρος έχει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία τοποθεσιών και εδάφους» παρατηρεί. «Η Μάλτα πολύ σοφά επένδυσε στην κατασκευή μιας τεράστιας δεξαμενής νερού και σε στούντιο που προσέλκυσαν ένα τεράστιο αριθμό κινηματογραφικών παραγωγών. Επένδυσαν επίσης σε μεγάλο βαθμό σε υποδομές που τελικά προσέλκυσαν παραγωγές όπως το ‘The Spy Who Loved Me’ και το ‘Gladiator’. Ταυτόχρονα, ανέπτυξαν σύστημα φορολογικής πίστωσης κι άλλα κίνητρα για να αντλήσουν παραγωγές εκεί».

Ο Κύπριος παραγωγός σημειώνει ότι όλες αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να προωθηθούν στο νησί μας, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν τις πήρε κανείς σοβαρά. Σε κάθε περίπτωση, βλέπει με πολύ θετικό μάτι το γεγονός ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Προώθησης Επενδύσεων (CIPA) προωθεί ένα καλό πακέτο φορολογικών κινήτρων και εκπτώσεων κι έτσι η Κύπρος θα μπορεί να επανέλθει επιτέλους στην αρένα.
 
* Η ταινία παρουσιάστηκε επίσης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (25-29 Σεπτεμβρίου). Στις 5 & 6 Οκτωβρίου προβάλλεται στο Φεστιβάλ Raindance του Λονδίνου και τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ DocNYC της Νέας Υόρκης.