Aπό τη δρα Μαγδαληνή Ανδρέου, Ιστορικός / Συνεργάτης Ιστορικού Αρχείου Τρ. Κύπρου
Το 1887 μια πρωτοφανής αγροτική κρίση πλήττει τους Κύπριους αγρότες και αλλάζει τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα στο νησί, με τις συχνές εκποιήσεις κτημάτων να δημιουργούν μια στρατιά άκληρων αγροτών οι οποίοι παίρνουν το δρόμο της μετανάστευσης.
Κάπως έτσι αρχίζει η «Μεγάλη Έξοδος» από τα χωριά της Κύπρου προς τις πόλεις. «Καθ’ ομίλους κατέρχονται οι χωρικοί εις τα πόλεις και τα χέρια τα εργατικά… που ώς τώρα κρατούσαν το άροτρον τείνονται ανοικτά δι’ ένα κομμάτι ελεημοσύνη… Αλλά το φρικτότερον… είναι η θέα τόσων και τόσων γυναικών χωρικών που κατήλθον με τα παιδιά των (στις πόλεις) προς εξεύρεσιν ενός τεμαχίου μαύρου ψωμιού», γράφει η εφημερίδα Αλήθεια («Η Αυτής Μεγαλειότης η Φτώχεια», Αλήθεια, Λεμεσός: 11 Φεβρουαρίου 1898).
Σύντομα αυτή η εσωτερική μετανάστευση φέρνει τις επιπτώσεις της αγροτικής κρίσης και στις πόλεις. Η ανεργία μαστίζει τους άκληρους αγρότες που ψάχνουν μάταια στους δρόμους της Λευκωσίας και στο λιμάνι της Λεμεσού μια οποιαδήποτε δουλειά. Η λύση είναι η ξενιτιά. «Κύπριοι εις Σουδάν, εν Αδάνοις, εν Γαλλία και Αμερικήν» γράφουν οι τίτλοι των εφημερίδων της εποχής. Τα χέρια Κυπρίων εργατών χτίζουν τη Διώρυγα του Παναμά, τον σιδηρόδρομο της Βαγδάτης και άλλα έργα σε Κιλικία, Αφρική, Μεξικό, Αυστραλία ή Μαρόκο. Ενώ την ίδια στιγμή, τα χωριά της Πάφου και της Καρπασίας ερημώνουν από άντρες. «Ανεχώρησαν 30 Καρπασίτες» ή «Ανεχώρησαν 140 Πάφιοι», είναι οι τίτλοι των κυπριακών εφημερίδων στην αυγή του εικοστού αιώνα.
Το μεγαλύτερο ρεύμα της μετανάστευσης κατευθύνεται προς την Αίγυπτο όπου υπάρχουν ήδη κοινότητες Κυπρίων οργανωμένες σε Αδελφότητες. Όμως οι πόλεις της Αιγύπτου μαστίζονται και αυτές από ανεργία. Έτσι πολλοί Κύπριοι βρίσκονται ξαφνικά σε μια ξένη χώρα, χωρίς δουλειά και χωρίς χρήματα για να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα.
Καθ’ όλη την περίοδο πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ολόκληρες οικογένειες παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς ο οποίος είναι στρωμένος με αγκάθια παρά με ροδοπέταλα.
Στην Αθήνα και τον Πειραιά πέφτουν θύματα επιτήδειων που τους κλέβουν τα ναύλα και τα διαβατήριά τους, στη Γαλλία οι μισθοί πείνας που προσφέρουν τα εργοστάσια επιβάλλουν μια «λιτήν δίαιταν» και στην Αίγυπτο ο βίος είναι ακόμη πιο λιτός για αυτούς και αναγκάζονται να ζητιανεύουν. Οι πιο τραγικές ιστορίες αυτού του κύματος μετανάστευσης αφορούν τα παιδιά και τις γυναίκες. Σε άρθρο της Ελευθερίας διαβάζουμε μαρτυρία Κύπριου κατοίκου του Port Said όπου αναφέρει, «Προ τινών ημερών Κύπριος χωρικός εκ της επαρχίας Πάφου περιέτρεχε μετά της συζύγου του τας οδούς του Πορτ-Σαΐδ σύρων όπισθέν του 3-4 μικρά παιδία, τα οποία διέθετεν προς πώλησιν… εις το διάβημαν τούτο… προέβησαν ένεκεν της απειλούσης αυτούς πείνης… δυο εκ των παιδίων επωλήθησαν ολίγον κατόπιν εις τίνας εργάτας εργαζομένων εις τον ισθμόν του Σουέζ… Τώρα ποια τύχη αναμένει τα δυστυχή εκείνα παιδία…»; Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης, «Πολλαί Κύπριαι κόραι οδηγούνται εδώ υπό φαύλων μαυλιστριών με μυρίας υποσχέσεις, και άλλοι μεν τούτων εγκλείονται εις οίκους εφένδηδων, άλλαι δε εις οίκους ανοχής» («Σωματεμπορία Κυπρίων εν Αιγύπτω – Γονείς πωλούν τα τέκνα των», Ελευθερία, Λευκωσία: 23/5 Φεβρουαρίου 1910).
Πόσα έχουν αλλάξει άραγε από τότε μέχρι σήμερα;
Φωτογραφία: από το “Βιβλίον δημοσίων γυναικών Λάρνακος 1916” στο Αρχείο Δήμου Λάρνακος