Νέα εικαστική πρόταση του καταξιωμένου καλλιτέχνη Σταύρου Αντωνόπουλου παρουσιάζεται σε έκθεση από τις 22 Οκτωβρίου στη Λευκωσία. Τα έργα θα εκτίθενται στην οδό Άρεως 17 στην παλιά Λευκωσία, στην ενορία Ομεριέ.

Στην έκθεση με τίτλο «-273 °C» ο Αντωνόπουλος ανιχνεύει ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο, το φως και το σκοτάδι. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 22 Οκτωβρίου στις 7.30μ.μ. και η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 3 Νοεμβρίου. 

Ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει στο απόλυτο μηδέν, την ελάχιστη θερμοκρασία που μπορεί θεωρητικά να επιτευχθεί στο σύμπαν. Στη θερμοκρασία αυτή η εντροπία φθάνει στην ελάχιστη τιμή της. 

Για τη νέα εικαστική πρόταση του καλλιτέχνη με τη συνεχή και έντονη παρουσία στα εικαστικά και θεατρικά δρώμενα εδώ και τρεις δεκαετίες, έγραψαν οι εικαστικοί Λία Βογιατζή, Μελίτα Κούτα και Μελίνα Σουκιούρογλου. 

«Ο Σταύρος μιλάει για θάνατο για να μπορέσει να βρει τη δύναμη να τον αμφισβητήσει και να μας κάνει να σκεφτούμε ότι υπάρχει η ζωή» σημειώνει η Λία Βογιατζή. «Μιλά για φτερά την ώρα που εσύ μπορεί να σφαδάζεις ακόμα από τους πόνους της βίαιης σου πρόσκρουσής με την πραγματικότητα, όχι για να σε ειρωνευτεί παρά για να σου θυμίσει ότι αν έπεσες, τώρα πρέπει να ξανά-σηκωθείς. Όταν δείχνει το μαύρο κοράκι του θανάτου, είναι επειδή η ζωή και η δημιουργία πάλλεται μέσα του τόσο έντονα, που φεύγεις από τον χώρο του γεμάτος ενέργεια, όπως όταν φεύγεις μετά από μια άρτια θεατρική παράσταση. Όταν σου μιλάει για αμετάκλητο τέλος, είναι γιατί οι στήλες των προτομών του προαναγγέλλουν ήδη την αθανασία του καλλιτέχνη στο επέκεινα. Σου μιλάει την αρμονία με αριθμούς γιατί ξέρει, όπως ξέρει κάθε μύστης, ότι πίσω από κάθε ωραίο τραγούδι κρύβεται μια κακοφορμισμένη πληγή κι ένα σκουριασμένο απ’ το αίμα μαχαίρι».

Η ίδια εκτιμά ότι η δουλειά αυτή ίσως είναι η αρχή της πιο ώριμης και δημιουργικής φάσης της πορείας του. 

«Περπατώντας στο τοπίο του Σταύρου Αντωνόπουλου, περνάς ανάμεσα σε πύλες που ούτε σε καλωσορίζουν, ούτε σε σταματούν αλλά απλά σε προειδοποιούν ότι περνώντας γίνεσαι συνένοχος του κόσμου του» επισημαίνει από την πλευρά της η Μελίτα Κούτα.  «Περπατάς ανάμεσα σε ψηλές κολόνες, δοξαστικές, αλλά που εσωκλείουν ένα μαρτύριο, που αυτοαναλώνονται και λιώνουν μέσα στην ύπαρξη τους. Ο δρόμος σε φέρνει μπροστά σε κεφάλια, κομμάτια σώματος και βλέμματα που συνειδητοποιείς ότι δεν είναι ζωντανά (ποτέ δεν ήταν) αλλά άψυχα, παγωμένα στο χρόνο, αυτοτιμωρούμενα. Εγκλωβισμένα μέσα σε γυάλες, κάτω από πέτρες βιώνουν μια στάση καταπίεσης της προσωπικής τους ελευθερίας και ενώ υποφώσκει μια έκσταση, παραμένει ανεκδήλωτη μπροστά στην καταναγκαστική απουσία της δυνατότητας του ερωτισμού. Το μονοπάτι σε καθοδηγεί πιο βαθιά και συναντάς μαύρα κοράκια, οιωνούς κάποιων νέων, ψυχές που επιθυμούν να πετάξουν για να σε δουν από ψηλά. Κοντεύοντας καταλαβαίνεις πως και αυτά είναι άψυχα, τυποποιημένες φόρμες μιας μαζικής παραγωγής, που δεν έχουν πετάξει ποτέ. Προχωρώντας σκέφτεσαι πως ίσως οι κολόνες που συνάντησες στην αρχή να ήταν τελικά επιτύμβιες στήλες, πως το μονοπάτι σε ξεγέλασε και γυρνάς σε κύκλους που κατεβαίνουν πιο βαθιά, πως η ενσυνείδητη αφέλεια του τοπίου ήταν απλά ένα πρόσχημα και η αισθητική αντίδοτο της καταπίεσης. Σκέφτεσαι. Σ’ αγαπώ; Σε μισώ; Κι όταν στο τέλος φεύγεις και αφήνεις πίσω σου το τοπίο αυτό, συλλογίζεσαι ότι δεν έχεις φύγει ποτέ. Γιατί μέσα σου έχεις αγγίξει το απόλυτο μηδέν: -273 βαθμούς κελσίου».

«Ο Αντωνόπουλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας καλλιτέχνης με φορτισμένη κρίση και αναπτυγμένη ευαισθησία που δεν κρύβει ποτέ την αληθινή εικόνα του εαυτού του» σημειώνει η Μελίνα Σουκιούρογλου. «Και ανάβουν τα φώτα. Και ανοίγει η αυλαία. Και όλα σαν μαγικά ξεπετάγονται μπροστά σου. Τα έργα μοιάζουν να έχουν ρόλους συγκεκριμένους και καθορισμένους. Έργα που ανήκουν σε ένα άλλο κόσμο και με την χρήση μιας γλώσσας που ο θεατής  πρέπει  να έχει την διάθεση και την θέληση να μάθει, μας πλησιάζει και περιμένει να συνδεθεί. Με σεβασμό για το αντικείμενο και με γλυπτική προσέγγιση είναι μοναδικός  ο τρόπος που ο Σταύρος Αντωνόπουλος με ενστικτώδη προσέγγιση μεταφέρει τον θεατή μέσα από το έργο του σε ένα θεατρικό ταξίδι. Μοναδικός είναι και ο τρόπος που ερμηνεύει και διαχειρίζεται την οπτική διαμόρφωση του χώρου μετατρέποντας την εμπειρία του θεατή σε ένα εκφραστικό οδοιπορικό. Με θεματολογία ακόμα και ακραία, που είναι όμως  σύγχρονη και  διαχρονική σου επιτρέπει να δεις  τον τρόπο που σκέφτεται και να μπεις μέσα στην ιδιοσυγκρασία του. Από τη σύλληψη και την πολύπλοκη πορεία εκτέλεσης τους τα έργα του Αντωνόπουλου σε μεταφέρουν σε μια αναζήτηση του υπερβατικού και του ονειρικού. Στη δουλειά του φαίνεται πάντα η δεξιότητα της τεχνικής και απόλυτη προσήλωση στη δημιουργία. Συγκεκριμένα σύμβολα, χρώματα και υλικά επαναλαμβάνονται  με ευλάβεια σε όλη του την εικαστική πορεία. Στην τελευταία αυτή δουλειά του με μεγάλη μαεστρία κατορθώνει να δημιουργήσει ένα εικαστικό οδοιπορικό μέσα από την αναζήτηση του υποσυνείδητου. Αυτή η συγκεκριμένη θεματολογία του επιτρέπει να διαχειριστεί με ένα σύγχρονο τρόπο, με πολλή λεπτομέρεια και με ένταση τα ευαίσθητα θέματα της αγάπης, της φθοράς της ζωής και του θανάτου».

Ώρες λειτουργίας της έκθεσης: Δευτέρα με Παρασκευή από τις 5μμ μέχρι τις 8μμ. Σάββατο 10.30πμ μέχρι 1μμ και 5.30μμ μέχρι 8μμ.