«Άλογα»: Ο ξέφρενος καλπασμός της ομορφιάς.

Το κύριο θέμα που απασχολεί όλους τους χορογράφους, είναι πριν απ’ όλα, το ίδιο το εφήμερο της τέχνης τους: ζει και πεθαίνει την ίδια στιγμή μποστά στα μάτια του θεατή. Στην Κύπρο το εφήμερο λαμβάνει διαστάσεις εφημερότερου εξαιτίας του γεγονότος ότι, μιλώντας για τον σύγχρονο χορό, τα διερευνητικά προτζεκτάκια της Πλατφόρμας και οι αραιοί (τέσσερις/ έτος) καρποί του Προγράμματος Τερψιχόρη, έχουν συνήθως συντομότερη ημερομηνία λήξης κι από το φρέσκο παστεριωμένο γάλα. Μπορεί τα «Άλογα» του Αμφίδρομου Χοροθεάτρου και της Έλενας Χριστοδουλίδου να πήραν μια μικρή παράταση λόγω αθρόας προσέλευσης, το ζήτημα όμως παραμένει ότι οι μηχανισμοί διατήρησης και προώθησης μιας ποιοτικής πρότασης σύγχρονου χορού στο εσωτερικό κι ακόμη περισσότερο στο εξωτερικό, ανθυπολειτουργούν.

Ένα ξέπνοο «κρίμα» απ’ όσους κόπιασαν αλλά κι όσουν στηρίζουν προτάσεις που δικαιώνουν τις προσδοκίες τους και τους πολύμηνους μόχθους των δημιουργών θα χωρούσε κάπου εδώ. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να σκεπάσει τον ξέφρενο καλπασμό της ομορφιάς. Γιατί το καλλίχορο πόνημα που διατάχτηκε στο black box του Εγκώμιου Πολιτιστικού Κέντρου ήταν μια αντιπροσωπευτική, ψυχαναλυτική επίδειξη του πώς η συναισθηματική εμπειρία ενσαρκώνεται σε μορφή και κίνηση.

Η χορογραφία είναι και μια αέναη κλινική μελέτη πάνω στην κατανόηση του σώματος, ως μιας φυσικής μηχανής που αποπνέει ενέργεια και εμπνέει το δέος στους μηχανισμούς της κίνησης. Παράλληλα, δεν αφορά μόνο την κίνηση, αλλά και τη χειραγώγηση του χώρου, ενσωματώνει την αρμονία μεταξύ σώματος και περιβάλλοντος. Συνεπώς, συναισθήματα και νοήματα υποχρεωτικά συμπιέζονται μέσα σε αυστηρές δομές, στα όρια του κορμιού και του χώρου όπου κατοικεί.

Η αίσθηση που δίνει η χωρίς παρωπίδες πρόταση της Έλενας Χριστοδουλίδου και των συνεργατών της είναι ότι έθεσε υψηλές προδιαγραφές αθλητικών ικανοτήτων, παράλληλα μ’ έναν ζηλευτό και καλολαδωμένο συντονισμό και μια ακατέργαστη, αδάμαστη φυσικότητα. Τα έξι σώματα, πειθαρχημένα από το χρόνο και μια κίνηση που μπορεί να είναι ταυτόχρονα διαδοχική και διαρκής, εφορμούν στη σκηνή συνδυάζοντας μυική (ιππο)δύναμη και χάρη, κάτι που απαιτεί εξαιρετική δεξιότητα, αυστηρή προπόνηση και ευκινησία.

Ο σύγχρονος χορός ολοένα και απομακρύνεται από την αφήγηση κι ανταποκρίνεται σε μη γραμμικούς πειραματισμούς, αλλά αυτό είναι θεμιτό. Η κινησιολογική άρθρωση δεν χρειάζεται να είναι ρεαλιστική, αλλά οικεία, δηλαδή να συνδέεται υποσυνείδητα μ’ ένα σαφές συναισθηματικό νόημα. Από εκεί και πέρα το να καταλάβεις είναι πολύ λιγότερο σημαντικό από το να νιώσεις. Τα «Άλογα» είναι απλώς μια λέξη, σαν οδηγός. Παραπέμπουν στα συμπαθή οπληφόρα θηλαστικά και τα χαρακτηριστικά τους, τον διαχρονικό ρόλο τους ως υποζύγια, μέσα μεταφοράς ή σύμβολα ρώμης, ελευθερίας, θάρρους, αντοχής και συντροφικότητας. Κι ακόμη στην έλλειψη λογικής και λόγου. Πίσω από όλα αυτά, με όχημα τη συγκίνηση και την ενσυναίσθηση, μπορεί κανείς να διακρίνει τις δραματικές εκφάνσεις της αέναης αναμέτρησης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, την ατίθαση εσωτερική φύση του ανθρώπου, αλλά και μια προσπάθεια να εξεταστούν τα ένστικτα και τα ενδότερα κίνητρα της ανθρωπότητας.

Ήταν εμφανής η ανταποδοτικότητα της πολύμηνης εργασίας, μιας συλλογικής διαδικασίας αφομοίωσης και μετάδοσης. Τα έξι «άτια» έδωσαν ό,τι είχαν: τη νεανική σφριγηλότητα, την αποφασιστικότητα της εμπειρίας και την ανεξημέρωτη αγριάδα της αθωότητας. Οι Γιάννης Οικονομίδης, Ρεγγίνα Μαρκίδου, Στέφανη Παπαδοπούλου και Ήβη Χατζηβασιλείου συνάντησαν τους breakers Κωνσταντίνο Παπαμεθοδίου και Άδωνη Κυριακίδη θυμίζοντας ότι και οι χορευτές είναι γήινα πλάσματα που υπακούουν στους νόμους της βαρύτητας.

Τα κοστούμια του Λάκη Γενεθλή και οι απόκοσμα γελαστές μάσκες της Μάρθας Φωκά εντάσσουν το εικαστικό μέρος στον ολοζώντανο μεταλλασσόμενο καμβά, όπου μόνο φαινομενικά κυριαρχούσε το άσπρο και το μαύρο. Οι φωτισμοί της Σεσίλιας Τσελεπίδου σμιλεύουν το σκοτάδι με σκηνοθετική φινέτσα, αναδεικνύοντας τις πολύπλοκες δέσμες ανταγωνιστικών εαυτών που αναζητούν την ένωση. Η Χριστίνα Γεωργίου με το υποβλητικά επιβλητικό και μυστικιστικά ρυθμικό ηχοτοπίο της προσδίδει μια αίσθηση αφηγηματικότητας, στηρίζοντας παράλληλα το συναισθηματικό υπόβαθρο της πρότασης.

Θαυμαστό είναι το αποτέλεσμα όταν το προσωπικό όραμα συναντά εγκάρσια την αίσθηση καθήκοντος και τον επαγγελματισμό και δίνει την πρέπουσα σημασία ακόμη και στα κουτσοδούλια.