Το οδοιπορικό ενός ολλανδού φωτογράφου στο άδυτο της Νεκρής Ζώνης της Λευκωσίας, συνδέεται με τη ζωτικής σημασίας προσπάθεια για ένταξή της στα «Επτά πιο απειλούμενα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς» στην Ευρώπη.
Το όνομά του είναι Ρόμαν Ρόμπρουκ και είναι 31 ετών. Ο βραβευμένος Ολλανδός φωτογράφος έχει εμμονή, αλλά και ειδικότητα να απαθανατίζει εγκαταλελειμμένα κτήρια και αστικές περιοχές. Τον περασμένο Σεπτέμβριο του ζητήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας και την Europa Nostra να ταξιδέψει στην Κύπρο για να φωτογραφίσει, με ειδική άδεια και με συνοδεία από τα Ηνωμένα Έθνη, τη Νεκρή Ζώνη στη Λευκωσία. Ήρθε έτσι αντιμέτωπος με ένα από τα πιο απαιτητικά και συγκλονιστικά πρότζεκτ της ζωής του.
Στην πρωτεύουσα της Κύπρου και στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας (CVAR) που βρίσκεται στην ευαίσθητη περιοχή της οδού Ερμού, λίγα μόλις μέτρα από την Πράσινη Γραμμή, πραγματοποιήθηκε στις 23 και 24 Οκτωβρίου η διάσκεψη για την 5η επέτειο του προγράμματος για τα «Επτά πιο απειλούμενα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς». Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού από το 2013 κιόλας που προωθήθηκε το πρόγραμμα αυτό από την Europa Nostra και το Ινστιτούτο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η Νεκρή Ζώνη στη Λευκωσία συμπεριλήφθηκε στην πρώτη επτάδα των υποψήφιων περιοχών. Ακολούθησαν μια δεύτερη λίστα το 2014, μια τρίτη το 2016 και μια τέταρτη το 2018 που απαριθμεί σήμερα τα 29 πιο απειλούμενα μνημεία και τοποθεσίες πολιτιστικής κληρονομιάς σε 19 χώρες της Ευρώπης, τα οποία έχουν επιλεγεί για το πρόγραμμα.
Η δεύτερη μέρα της διάσκεψης ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στην Πράσινη Γραμμή, με στόχο να αναβιώσει η ιδέα της επαναδραστηριοποίησης και αναζωογόνησής της, που προωθεί το CVAR και ασπάζεται η Europa Nostra. Η οριστική ένταξη στο πρόγραμμα των «Επτά» θα συμβάλλει στην ολοκλήρωση αυτής της φιλόδοξης πρωτοβουλίας, που ωστόσο αποτελεί μονόδρομο για τη διάσωση της συγκεκριμένης περιοχής που έχει αφεθεί στο έλεος του χρόνου. Ειδική αναφορά έγινε στην οδό Ερμού και στην ιδέα του εξωραϊσμού της, για να επιστραφούν τα καταστήματα που βρίσκονται στη Νεκρή Ζώνη στους ιδιοκτήτες ή τους απογόνους τους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, και να λειτουργήσουν ξανά.
Οι εμπνευστές το αντιμετωπίζουν ως ένα είδος «πειράματος για τη συνύπαρξη» κι έχουν ήδη προχωρήσει με την τεχνική πλευρά της ιδέας, τα κόστα και τις μελέτες, που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της διάσκεψης. Απομένει, φυσικά, να ξεπεραστούν οι πολιτικοί σκόπελοι και να καταβληθούν τα απαραίτητα ποσά.
Στο πλαίσιο της διάσκεψης αυτής, η πρέσβειρα της Ολλανδίας Νάταλι Γιάρσμα τέλεσε στις 23 Οκτωβρίου τα εγκαίνια της έκθεσης του Ρόμαν Ρόμπρουκ, με εικόνες από μια περιοχή που δεν είναι προσβάσιμη στους πολίτες. Στόχος του ταξιδιού στην Κύπρο ήταν να τραβήξει φωτογραφίες της απειλούμενης αρχιτεκτονικής μέσα στη Νεκρή Ζώνη στο ιστορικό κέντρο της Λευκωσίας και να θέσει και την κοινωνική διάσταση στο όλο πλαίσιο.

Ο ίδιος περιγράφει την όλη εμπειρία στο προσωπικό του ιστολόγιο, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται για ένα από τα συνήθη πρότζεκτ με εσωτερικές φωτογραφίες εγκαταλελειμμένων κτιρίων, αλλά για ένα ντοκιμαντέρ της τρέχουσας κατάστασης της Πράσινης Γραμμής. Όπως σημειώνει, οι επιπτώσεις του διαχωρισμού ήταν ολέθριες για την πόλη της Λευκωσίας, την τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, ειδικά για το ιστορικό της κέντρο, το οποίο συνθέτει ένα μοναδικό πυρήνα υψηλών αρχαιολογικών, αρχιτεκτονικών και περιβαλλοντικών αξιών. «Μέσα σ’ αυτή την περιοχή εξαιρετικά περιορισμένης πρόσβασης, τα ιστορικά κτίρια μαζί με τις νεότερες κατασκευές υποφέρουν από μια φυσική φθορά που παραμελείται για περισσότερα από 30 χρόνια. Η σημερινή κατάσταση έχει αρνητικές επιπτώσεις στον αστικό ιστό της παλιάς πόλης και συμβάλλει στην υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου στο σύνολό του, οδηγώντας στη φυσική, οικονομική και κοινωνική του παρακμή».
Πριν από την περιήγησή του, συναναστρεφόμενος με ανθρώπους και από τις δύο πλευρές της γραμμής, σημειώνει ότι το πιο εντυπωσιακό πράγμα που βίωσε είναι ότι οι δύο πλευρές έχουν αναπτυχθεί χωριστά, αυτή η αίσθηση ότι βρίσκεται σε διαφορετικές χώρες. «Η αρχιτεκτονική, το φαγητό, η κουλτούρα, οι άνθρωποι. Όλα είναι διαφορετικά».
Εντός της γραμμής, περιγράφει με τον φακό του τις περιοχές που έμειναν ανέγγιχτες από ανθρώπινες παρεμβάσεις κι έχουν παραμείνει ένα ασφαλές καταφύγιο για τη χλωρίδα και την πανίδα. Ειδική αναφορά κάνει στα σχολεία του Αγίου Κασσιανού με τα χαρακτηριστικά νεοκλασικά τους στοιχεία, αλλά και τον διπλανό ναό του Αγίου Γεωργίου. «Είναι πολύ σημαντικό η εκκλησία αυτή να καταγραφεί και να αποκατασταθεί άμεσα. Διαφορετικά θα χαθεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της περιοχής» σημειώνει.

Ειδική αναφορά κάνει στο σπίτι της Άννυ, που αρνήθηκε να το εγκαταλείψει και να συνέχιζε να ζει εκεί μόνη, συνοδευόμενη στις εξόδους της για τα χρειώδη από τους ειρηνευτές. Η οικογένεια της Άννυ είχε διακόψει την επαφή και δεν είχε κανέναν για να φροντίσει για την κηδεία της. Όταν τα περίπολα του ΟΗΕ σταμάτησαν να παρατηρούν κινήσεις στο σπίτι της, μπήκαν και διαπίστωσαν ότι είχε πεθάνει, σε ηλικία 90 ετών. Οι ειρηνευτές πλήρωσαν και φρόντισαν για την κηδεία της. «Η ιστορία της είναι ακόμα ζωντανή» γράφει ο Ρέμπρουκ.

Εντυπωσιασμένος είναι ο φωτογράφος και από την εκκλησία του Αγίου Ιακώβου. Από τα σημαντικότερα μνημεία που περιλαμβάνονται στην περιοχή της νεκρής ζώνης, το οποίο χρονολογείται από τον 15ο – 16ο αι. με μεταγενέστερες επεμβάσεις, όπως το καμπαναριό, χτισμένο με λεπτές λαξευτές πέτρες. Πρόκειται για έναν βυζαντινό τύπο εκκλησίας που καλύπτεται από δύο διασταυρούμενους κυλινδρικούς θόλους, που φέρουν τον τρούλο, με οκτώ παράθυρα. Η αψίδα του ιερού είναι ημικυκλική. Ο Λουδοβίκος Σαλβατόρ της Αυστρίας επισκέφτηκε τη Λευκωσία το 1873 και περιγράφει αυτή την εκκλησία, ως «… ένα μικρό κτίριο με τέσσερις κυλινδρικούς θόλους». Ο ναός είναι μέρος ενός κτιριακού συγκροτήματος, που αναφέρεται ως το μοναστήρι του Αγίου Ιάκωβου.
Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου.
Το ενδιαφέρον του προσέλκυσε και το γνωστό ξενοδοχείο Olympus η σημασία και ο ρόλος του οποίου αποκαλύπτεται από τον πλούτο των αρχιτεκτονικών στοιχείων του, αλλά από το 1974 εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου. Εκτός, βέβαια, από την ανακαινισμένη πλευρά του που βλέπει προς την οδό Λήδρας.
Χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα (1914-1933) με κλασικά στοιχεία που διακοσμούν τις προσόψεις. Το ισόγειο ήταν χτισμένο για εμπορική χρήση, με απλά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ τον 1ο όροφο καταλάμβανε το ξενοδοχείο, με πολύ πιο περίπλοκα διακοσμητικά στοιχεία.

Ο Ρόμπρουκ επισημαίνει επίσης τα πολλά γωνιακά κτήρια που υπάρχουν σε όλη τη ζώνη. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο τύπο κτιρίου που εμφανίζεται στις γωνίες εμπορικών κτιριακών συγκροτημάτων, στα σταυροδρόμια, στην καρδιά του εμπορικού κέντρου, στην περιοχή της Φανερωμένης. Υπάρχουν έξι από αυτά σε μια περιοχή μήκους 500 μέτρων. Είναι πανομοιότυπα, τετράγωνα σε σχήμα, με στρογγυλεμένες γωνίες και νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία διακοσμούν τις προσόψεις. Ένα από αυτά αποτελεί μια αγαπημένη για τον ίδιο λήψη: ένα γωνιακό κτίριο που επανακτάται από τη φύση:

Ακόμη, αναφέρεται στο Maple House, πρώην εμπορική στοά που μεταξύ άλλων φιλοξενούσε γκαράζ και εκθεσιακό χώρο αυτοκινήτων, πολλά από τα οποία βρίσκονται ακόμη εκεί, παρότι τα εξαρτήματά τους βρέθηκαν συχνά στο στόχαστρο κλεφτών. Στον τοίχο υπάρχει πλάκα πρώην καταστήματος όπλων που βρίσκεται στο εσωτερικό του κτιρίου. Το ίδιο το κτήριο έχει απογυμνωθεί, αλλά είναι ακόμα σε καλή κατάσταση.


