«Τάματα» σε χορογραφία Φώτη Νικολάου.
Σ΄ένα παραστικό δρώμενο αφαιρετικό, που την μπαγκέτα της θεατικής εμπειρίας κρατά ουσιαστικά το κάθε μέλος του κοινού ξεχωριστά, συμβαίνει συχνά ο τίτλος και η περιγραφή του θεάματος να παραπλανούν. Να δημιουργούν διαφορετικές προσδοκίες στον θεατή, να τον προκαταλαμβάνουν και να τον προδιαθέτουν, να χτίζουν μέσα στο μυαλό του μια ριζωμένη «μακέτα» της παράστασης που σε όλη τη διάρκειά της οι εικόνες και τα συναισθήματα να παλεύουν μανιασμένα να τη γκρεμίσουν χωρίς να το κατορθώνουν. Κι αυτό το συνταίριασμα προσδοκίας- αποτελέσματος να αποτελεί μέρος της όλης εμπειρίας.
Σ΄ένα παραστικό δρώμενο αφαιρετικό, που την μπαγκέτα της θεατικής εμπειρίας κρατά ουσιαστικά το κάθε μέλος του κοινού ξεχωριστά, συμβαίνει συχνά ο τίτλος και η περιγραφή του θεάματος να παραπλανούν. Να δημιουργούν διαφορετικές προσδοκίες στον θεατή, να τον προκαταλαμβάνουν και να τον προδιαθέτουν, να χτίζουν μέσα στο μυαλό του μια ριζωμένη «μακέτα» της παράστασης που σε όλη τη διάρκειά της οι εικόνες και τα συναισθήματα να παλεύουν μανιασμένα να τη γκρεμίσουν χωρίς να το κατορθώνουν. Κι αυτό το συνταίριασμα προσδοκίας- αποτελέσματος να αποτελεί μέρος της όλης εμπειρίας.
Και υπάρχει κι ο Φώτης Νικολάου. Που όποιον τίτλο κι αν διαλέξει, όπως κι αν περιγράψει την παράστασή του και τις σκέψεις του πάνω σ’ αυτή, ό,τι κι αν γραφτεί σχετικά μ’ αυτή πριν ή και μετά, είναι αδύνατο να πατρονάρει τον θεωρό αν δεν βιώσει το παραστατικό πόνημα. Τον παίρνει από το χέρι για να τον πάει απλώς μέχρι την είσοδο. Από εκεί και πέρα είναι μόνος του και χωρίς χάρτη. Ακόμη κι αυτές οι γραμμές που χαϊδεύετε τώρα με το βλέμμα σας και διερωτάστε πού το πάει ο ιδιόρρυθμος συντάκτης δεν πρόκειται παρά να αναβιώσουν ένα ιδιωτικό ταξίδι χωρίς συνεπιβάτες.
Όσοι πάλι δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τα «Τάματα», λυπάμαι αλλά έχασαν. Μόνη τους ελπίδα πλέον είναι η πρόταση να επιλεγεί από την ειδική επιτροπή που θα κρίνει την κυπριακή συμμετοχή στο καλοκαιρινό Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού, η οποία για πρώτη φορά το 2019 θα γίνει μεταξύ των ολοκληρωμένων προτάσεων του προγράμματος Τερψιχόρη κι όχι απ’ την Πλατφόρμα- και καλώς. Η επιτροπή αυτή θα έχει τον ευχάριστο πονοκέφαλο να επιλέξει μεταξύ τεσσάρων διαφορετικών μεν, αλλά υψηλότατου επιπέδου προτάσεων, στην πιο καρπερή χρονιά του προγράμματος προς τέρψιν του χορού αλλά και όλων μας.
Εκτός του γεγονότος ότι έχει πιάσει τη μούσα του χορού απ’ τα μαλλιά και τη δεδομένη κινησιολογική υπεροπλία, ο Φώτης Νικολάου έχει πολύ ψηλή οπτική παιδεία, σμιλευμένη κοντά στον καλύτερο: για 11 χρόνια ήταν μόνιμο μέλος της Ομάδας Εδάφους του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες κάνουν μόνο ένα έργο, που βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη. Αυτό είναι και μια εξήγηση για το πόσο ώριμο και δουλεμένο μοιάζει το αποτέλεσμα μιας δουλειάς που δημιουργήθηκε παράλληλα σε δύο διαφορετικές χώρες μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ας αφήσουμε κατά μέρος το συναίσθημα που προκαλεί και που θα μπορούσε περίπου να συνοψιστεί ως ένα κράμα φθόνου και ταυτίσης, που δυσκολεύεσαι να επιβεβαιώσεις αν είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο. Κάτι σαν τον έρωτα, δηλαδή. Όμως μπορείς να ερωτευτείς κάτι άυλο; Μια στιγμιαία εικόνα, μια παροδική αίσθηση, ένα φευγαλέο ερέθισμα;
Δεν συμφωνώ ότι ο χορογράφος επιδιώκει να εμπλέξει πρωτίστως τα συναισθήματα. Ακούγεται και κάπως εκβιαστικό αυτό. Χρειάζεται να εμπλακεί το μυαλό, η νόηση για να επεξεργαστεί κανείς όλη αυτή την αλληλουχία εικόνων, τους συμπυκνωμένους και ταυτόχρονα ελεύθερους συμβολισμούς. Οπωσδήποτε υπάρχει μέθοδος και όραμα στο θεάσθαι, πίσω από αυτή τη φαινομενική απελευθέρωση εικόνων και αισθήσεων. Προσφέρεται η δυνατότητα στον παρατηρητή να βρει και να συνδέσει μόνος τα νήματα και να ερμηνεύσει την εμπειρία με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες.
Εντάξει, όχι τελείως μόνος. Η μουσική και η φωνή του Δημήτρη Σπύρου, πότε ζωντανή, πότε με λούπες και πότε ηχογραφημένη αποτελεί ένα λυτρωτικά αφηγηματικό σύνεργο. Επίσης, ο πολυμήχανος Σπύρου δένει καταλυτικά με την υπόλοιπη έξοχη πεντάδα των ερμηνευτών κι εννοώ και σωματικά. Κι όλοι μαζί συναντούν την αιρετικά αρμονική ματιά της υπόλοιπης δημιουργικής ομάδας.
Η έννοια του τάματος εδώ παραπέμπει στην τελετουργία της ελπίδας. Για να ισορροπήσει αισθητικά όλο αυτό, αντιπαραβάλλεται η αγωνία του ευάλωτου ανδρός με μια εντύπωση αισιόδοξης ματαιότητας και μια οντολογική μελαγχολία για το βάρος του περιορισμένου χρόνου που πιέζει ολοένα την ύπαρξη και μας καλεί σε συμβιβασμό. Ο βράχινος όγκος από ύφασμα και αλουμινόχαρτο που επιβάλλεται σταδιακά στη σκηνή από πάνω προς τα κάτω παίζει αυτόν τον ρόλο. Μια άνωθεν ακατανίκητη δύναμη που διαπερνά την πέτσα του χρόνου, καταργεί τα θέσφατα και αξιώνει την αναδίπλωση και την επαναδημουργία.
Δεν συμφωνώ ότι ο χορογράφος επιδιώκει να εμπλέξει πρωτίστως τα συναισθήματα. Ακούγεται και κάπως εκβιαστικό αυτό. Χρειάζεται να εμπλακεί το μυαλό, η νόηση για να επεξεργαστεί κανείς όλη αυτή την αλληλουχία εικόνων, τους συμπυκνωμένους και ταυτόχρονα ελεύθερους συμβολισμούς. Οπωσδήποτε υπάρχει μέθοδος και όραμα στο θεάσθαι, πίσω από αυτή τη φαινομενική απελευθέρωση εικόνων και αισθήσεων. Προσφέρεται η δυνατότητα στον παρατηρητή να βρει και να συνδέσει μόνος τα νήματα και να ερμηνεύσει την εμπειρία με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες.
Εντάξει, όχι τελείως μόνος. Η μουσική και η φωνή του Δημήτρη Σπύρου, πότε ζωντανή, πότε με λούπες και πότε ηχογραφημένη αποτελεί ένα λυτρωτικά αφηγηματικό σύνεργο. Επίσης, ο πολυμήχανος Σπύρου δένει καταλυτικά με την υπόλοιπη έξοχη πεντάδα των ερμηνευτών κι εννοώ και σωματικά. Κι όλοι μαζί συναντούν την αιρετικά αρμονική ματιά της υπόλοιπης δημιουργικής ομάδας.
Η έννοια του τάματος εδώ παραπέμπει στην τελετουργία της ελπίδας. Για να ισορροπήσει αισθητικά όλο αυτό, αντιπαραβάλλεται η αγωνία του ευάλωτου ανδρός με μια εντύπωση αισιόδοξης ματαιότητας και μια οντολογική μελαγχολία για το βάρος του περιορισμένου χρόνου που πιέζει ολοένα την ύπαρξη και μας καλεί σε συμβιβασμό. Ο βράχινος όγκος από ύφασμα και αλουμινόχαρτο που επιβάλλεται σταδιακά στη σκηνή από πάνω προς τα κάτω παίζει αυτόν τον ρόλο. Μια άνωθεν ακατανίκητη δύναμη που διαπερνά την πέτσα του χρόνου, καταργεί τα θέσφατα και αξιώνει την αναδίπλωση και την επαναδημουργία.