«Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος.» Friedrich Holderlin
Προτού επιχειρήσω να αναπτύξω την έκφραση μιας ορισμένης συγκίνησης, σχετικά με τα έργα που εκτίθενται απόψε, και να προσδιορίσω, κατά το δυνατόν ακριβέστερα, το βαθύτερο, ουσιώδες αποτύπωμα της βραδιάς, θα ήθελα να αναφέρω λίγα στοιχεία βιογραφίας, ώστε να βεβαιωθείτε ότι, τουλάχιστον για εμάς, για τον Γιάννη Σακέλλη κι εμένα, τα εγκαίνια της σημερινής έκθεσης είναι κάτι πολύ περισσότερο, και πολύ πιο δραστικό, από ένα στενά αισθητικό ή καλλιτεχνικό συμβάν∙ είναι, για να το θέσω ξεκάθαρα, ένα εξάπαντος αισθητό, χειροπιαστό ποιητικό γεγονός, μάλιστα διαρκείας∙ συνεπώς: ένα ποιητικό γίγνεσθαι, βιωματικό και βιωμένο, που το διασχίζουμε εδώ και δύο δεκαετίες, πολύ πριν από τον Νοέμβριο του 2014, όταν πήγαμε στο Φανάρι με την πρόθεση να πραγματοποιήσουμε αυτό το οδοιπορικό, το ίδιο που θα χαιρόμασταν να το επιτελέσετε, απόψε, κι εσείς. Εδώ που τα λέμε, μόνον αν το επιτελέσετε εσείς, θα έχουμε πραγματοποιήσει το οδοιπορικό, εφόσον ένα έργο τέχνης τότε αρχίζει να ζει, όταν τελειώσει, δηλαδή όταν πεθάνει, και δοθεί στον θεατή, τον παραλήπτη του, για να εισχωρήσει στη δεύτερη και αληθινή του ζωή, τη μεταθανάτια και αδιάφθορη.
Δεν θέλω να σας αγχώσω, καταλαβαίνετε, όμως, ότι από εσάς εξαρτάται η πραγματικότητα, η ρεαλιστικότητα της δικής μας πολίτικης περιπέτειας∙ και εφόσον έχω πει, και θα το εξηγήσω πιο κάτω, ότι αυτή κρατά δύο δεκαετίες, πολύ προτού ο περίπατος φτάσει στον Βόσπορο, φαίνεται ότι από εσάς εξαρτάται η πραγματικότητα της μισής μας ζωής, η δυνατότητά της να μην είναι μια σειρά από τυχαία συμβάντα, παρά να μεταστοιχειώνεται, ακριβώς, σε ένα διαρκές ποιητικό γεγονός, σε αφήγηση και μαρτυρία, σε μιαν ιστορία που κρατά μυστική την αλήθεια της.
Ελπίζω, λοιπόν, να μοιραστούμε το μυστικό, οπότε η ολοκλήρωση του έργου, ο θάνατός του, και ο δικός μας, δεν θα έχει πάει στράφι. Σε άλλη περίπτωση, η ανάσταση θα εκκρεμεί, όπως η απελπισμένη ευχή της συνάντησης, η χειρονομία της τέχνης, που στον καθένα απευθύνεται, σαν πρόσκληση σε χορό ή σαν πρόταση γάμου. Μακάρι να πείτε το Ναι. Σε αυτό το μακάρι θα έχετε διακρίνει την ευχή, την ένταση της απελπισίας της, καθότι ούτε ο Σακέλλης, ούτε κι εγώ, θα μάθουμε ποτέ τι συνέβη. Ασφαλώς και είμαστε ευγνώμονες που έχετε έρθει ως εδώ, αλλά αυτό δεν αρκεί. Το ζήτημα είναι τι θα συμβεί, πιθανόν στο κεφάλι ή στο στήθος σας, μόλις σταματήσω να διαβάζω το κείμενο. Τα ενδεχόμενα μάς τα είπε ο Άμλετ: ή ζωή, ή θάνατος. Για να μη μας μείνει η απορία, επενδύσαμε την πρώτη στον δεύτερο, στοιχηματίσαμε στον θάνατο τη δυνατότητα για μια ζωή ελεύθερη από τον φόβο θανάτου. Μια δοκιμή θα σας πείσει∙ και να φανταστείτε ότι αυτά τα λέω σοβαρά.
Υποσχέθηκα, όμως, λίγα στοιχεία βιογραφίας, που είναι ένας τρόπος, ίσως ο μόνος, να συνεννοηθούμε καλύτερα. Σας πάω, λοιπόν, στο καλοκαίρι του 2001, όταν γνωριστήκαμε με τον Σακέλλη, στο δεύτερο έτος της στρατιωτικής μας θητείας, στο μεταξουργείο της Γεροσκήπου, γνωστό και ως Κέντρο Νεοσυλλέκτων Πάφου, που σήμερα είναι ένα εγκαταλειμμένο στρατόπεδο. Αν δεν ήμασταν μόλις 19 ετών, μπορεί να είχαμε αντιληφθεί ότι η ποιητική των ερειπίων σφράγιζε εξαρχής τη φιλία μας. Με κίνδυνο να γίνω μελοδραματικός, επισημαίνω ότι κάτι τέτοια υπόλοιπα ζωής, σαν τη φιλία, διατηρούνται πάντοτε στα συντρίμμια, όταν συναντιούνται δυο άνθρωποι, και ξεκινούν, κουτσά στραβά, να διασχίσουν την έρημο, κυρίως εκείνην που απλώνεται μέσα τους, αναζητώντας νερό και δροσιά. Έναν ίσκιο στο καύμα.
Αλλά ο ήλιος ήταν αρκούντως σκληρός, σαν οιωνός, για να καταλάβουμε σε τι λογής ερειπιώνα, παγκόσμιο, μάς οδηγούσε ο περίπατος. Θέλω να πω, οι πρώτες μας βόλτες στην πόλη, και οι πρώτες κουβέντες για ζωγραφιές και για κείμενα, ήρθαν μετά την αποφράδα 11η Σεπτέμβρη, όταν παρακολουθήσαμε live, από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, να γκρεμίζονται οι Δίδυμοι Πύργοι στις ΗΠΑ. Νωρίτερα την ίδια ημέρα, ένα ατύχημα στο πεδίο βολής, κόστισε τη ζωή στον επιλοχία Ρωσσίδη, κι εγώ κλήθηκα να πάρω τη θέση του, με τον Σακέλλη για συνεργάτη στην υπηρεσία, κατά τη διάρκεια ενός τραγελαφικού συναγερμού, που κράτησε όλη εκείνη τη νύχτα.
Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι ο Σακέλλης κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι του κόσμου, και εσείς, είμαστε οι επιζώντες μιας κοσμοϊστορικής καταστροφής, που ίσως είναι η ίδια η ύπαρξη, η φθορά της στον χρόνο. Η φιλία μας, που την ονομάζω με την ιερή λέξη αδελφοσύνη, υπήρξε ανέκαθεν μια απόπειρα να μεταβάλουμε την καταστροφή σε δημιουργία, να βρούμε στον πυρήνα της απώλειας τα ζείδωρα εκείνα στοιχεία, ζωοδόχα λείψανα ή υπόγεια νερά, που γυρίζουν σε κήπο την έρημο, και την απώλεια σε διαρκή κοσμογονία. Ας πούμε ότι θέλαμε να χτίσουμε ένα σπίτι.
Η πρώτη, συνειδητή κίνησή μας προς αυτή την κατεύθυνση, συνέβη κατά τον χειμώνα του 2002, και σημάδευε σε εφτά δικές μου ιστορίες, που ο Σακέλλης θα τις υπομνημάτιζε με ισάριθμους πίνακες. Το εγχείρημα δεν τελεσφόρησε, έδωσε, όμως, ένα βιβλίο με διηγήματα, με εξώφυλλο του Σακέλλη και τίτλο συναφή προς τα πάθη που σας αφηγούμαι εδώ πέρα: Μικροί ερωτικοί θρήνοι. Η πεταλούδα στο εξώφυλλο, που μπορεί να είναι προϊόν μεταμόρφωσης, από το μεταξουργείο της Γεροσκήπου, εξύφανε τα περιεχόμενα του τόμου, με τη μεταξένια λεπτότητα ενός μαντηλιού, του εργαλείου για τον αποχαιρετισμό, για το σαβάνωμα του αγαπημένου νεκρού, ή για την περίδεση του κοινού και ανεξάντλητου τραύματος.
Οσοδήποτε ασήμαντο, εκείνο το βιβλιαράκι μάς δίδαξε ότι κάθε έργο τέχνης, αν είναι τίμιο, συνιστά επιτάφιο, και ελευθερώνει τ’ αρώματα που πλαταίνουν τη μνήμη του ανθρώπου, το στήθος του, για να δεξιωθεί τους καημούς και τα βάσανα όλου του κόσμου. Τούτου δοθέντος, κάθε καλλιτεχνικό συμβάν, ας πούμε η αποψινή έκθεση, το μαντεύετε ότι συνιστά μιαν ωραία κηδεία, όπως εκείνην που ένας Γάλλος ποιητής προσφυώς την περιγράφει ως ξόρκι στο ξόδι, ως ξόρκι κατά του θανάτου.
Τώρα ίσως καταλαβαίνουμε την ποιότητα της σχέσης, που αποδίδει νόημα στο ζεύγος έρως και θάνατος. Δεν πιστεύω να νομίζετε ότι με απασχολεί το βαρετό στερεότυπο για την υποτιθέμενη ομοιότητά τους. Ο έρως, ξέρετε, δεν ανήκει στον θάνατο. Ο έρως ανήκει στο πένθος. Περαιτέρω, ο έρωτας είναι το πένθος, όχι το άγονο και καταθλιπτικό, αλλά το χαροποιό και χαρμόσυνο, το αναστάσιμο, που μένει προσηλωμένο στον θάνατο, και σε αυτόν εμβαθύνει, για να βρει τους επιζώντες στα ερείπια, τη βαθιά καρδιά, το φως που δεν σβήνει. Όλα αυτά συνοψίζονται στη χειρονομία ενός που αφήνει ολίγα άνθη στο μνήμα.
Για να το δείτε ευκρινέστερα, επιτρέψτε μου να σας θυμίσω την κατακόρυφη σκηνή, όταν η μικρότερη κόρη του Ανδρέα Παναγίδη, του απαγχονισθέντα αγωνιστή της ΕΟΚΑ, βρέθηκε για πρώτη φορά στον τάφο του, στα Φυλακισμένα Μνήματα, για να του προσφέρει λουλούδια. Απορώντας, τότε, με την απουσία του, η μικρή άρχισε να σκάβει στον τάφο, για να βρει τον πατέρα της. Ας μην αμφιβάλλουμε ότι, τελικώς, τα κατάφερε.
Με μιαν τέτοια χειρονομία, ασφαλώς χωρίς να διανοούμαι τη σύγκριση, θέλω να παρομοιάσω την υπέρ-δεκαετή περιπέτεια που έστειλε τον Σακέλλη κι εμένα στην Πόλη. Προηγουμένως, μνημονεύω την πρώτη κοινή εκδρομή μας, σαν εισαγωγή στο ισόβιο οδοιπορικό, η οποία συνέβη το καλοκαίρι του 2002, σε ένα διήμερο στο χωριό Πλάτρες. Εκεί, εκτός από σχέδια για τη ζωή μας μετά τον στρατό, που ίσως να είναι η ζωή μετά θάνατον, ανεβήκαμε και στο χωριό Πρόδρομος, και μπήκαμε, μάλιστα από το παράθυρο, στο εγκαταλειμμένο, μπορεί και στοιχειωμένο ξενοδοχείο Βερεγγάρια.
Την απίθανη ιστορία αυτού του κτηρίου θα την ξέρετε, γι’ αυτό σημειώνω, απλώς, ότι σχεδιάστηκε με πρότυπό του το φρούριο των ιπποτών στο Κολόσσι. Το ίδιο πρότυπο ακολούθησε και ο αρχιτέκτονας του Αποικιακού Κυβερνείου, δηλαδή του σημερινού προεδρικού μας μεγάρου. Τον θυρεό που βρίσκεται εκεί, αντέγραψε ο Ιωάννης Κόκκαλος, ιδιοκτήτης του Βερεγγάρια, για το ξενοδοχείο του, θέλοντας να κολακέψει τους αποικιοκράτες. Η ειρωνεία είναι ότι το Κυβερνείο, στην αρχική του μορφή, την ξύλινη, έγινε στάχτη κατά τα Οκτωβριανά του 1931, την ίδια χρονιά που ξεκίνησε, το Βερεγγάρια, να λειτουργεί. Τέλος πάντων, τώρα είναι ένα φάντασμα.
Χωρίς διάθεση νοσταλγίας, ανοίγω το κουτί με τ’ αρώματα, και ξαναβλέπω τις φωτογραφίες που τραβήξαμε τότε, με τον Σακέλλη, σε όλα τα διαμερίσματα του κτηρίου, προ πάντων στην αίθουσα χορού. Εκεί, είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φιλμ διέσωσε περιγράμματα ανθρώπων, αθώα φαντάσματα, που στροβιλίζονται γύρω μας, και ζητούν να πούμε, για το καθένα, δυο λόγια, την ιστορία του, το όνομά του: ένα ωραίο μνημόσυνο, με ρόδια και κόλλυβα∙ την ευχή και το ξόρκι∙ την καλλιτεχνική εργασία του πένθους: μια περιπέτεια απόδρασης: μια επιχείρηση διάσωσης.
Εν προκειμένω, όλα αυτά τα πρόσωπα συμπυκνώνονται σε ένα γυναικείο, στο πιο όμορφο, στην ισπανικής καταγωγής βασίλισσα της Αγγλίας, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι της στην Αγγλία, παρά έσβησε, εγκαταλειμμένη και μόνη, σε πόλη επαρχιακή της Γαλλίας. Τα λείψανά της βρέθηκαν στα μέσα του 20ου αιώνα. Μιλώ, φυσικά, για τη Βερεγγάρια, που παντρεύτηκε τον Ριχάρδο στην Κύπρο, κι ένας θρύλος λέει ότι ο γάμος έγινε στο Κολόσσι, στο φρούριο. Θα ήταν ωραίο, αλλά ο θρύλος δεν ευσταθεί, εφόσον είναι γνωστό ότι η τελετή συνέβη σε ναό του αγίου Γεωργίου, στη Λεμεσό.
Αυτό είναι ακόμα πιο ωραίο: βλέπετε, μετά τις παράλληλες περιπλανήσεις μας, με τον Σακέλλη, στην Ιταλία και την Ελλάδα, μετά τη δεκαετή συνομιλία μας, που απαρτίζεται από ιστορίες και πίνακες, εγκαταστάσεις και επιστολές, η ροή της αφήγησης τα έφερε έτσι, ώστε να γίνω κουμπάρος στον γάμο του, τον Σεπτέμβριο του 2010, σε άλλο ναό του αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι, στην Κωνσταντινούπολη.
Με αυτό τον γαμήλιο τρόπο, η αλυσίδα της καταστροφής ρυθμίζει την πορεία μας, από τους γκρεμισμένους πύργους της Νέας Υόρκης και τα έρημα κτήρια της Κύπρου, αλλά και από τα αρχαία ερείπια και το απέραντο νεκροταφείο που είναι όλος ο κόσμος, ως εκείνη την ακτή στον Κεράτιο, και τις διαδρομές σε έναν ανυπότακτο λόφο, στον ζόφο που τον αραιώνει μια λάμψη: το Φανάρι, ένα κερί, ή ένα καντήλι στα μνήματα. Ολίγα άνθη.
Καίτοι έχει ήδη γίνει σαφές, θα ήθελα να επισημάνω ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν κάναμε επίτηδες. Το Φανάρι ήταν είδος μονόδρομου, μας επιβλήθηκε, σαν νεύμα για τον χορό, ή σαν δακτυλίδι αρραβώνων: είπαμε Ναι, και γυρίσαμε στον τόπο του μυστηρίου, και του εγκλήματος, τον Νοέμβριο του 2014, μετά τη γέννηση ενός ακόμα Γεωργίου, του υιού Σακέλλη και βαφτισιμιού μου, που ίσως συνιστά το πιο κυριολεκτικό τεκμήριο για τη νέα ζωή, η οποία πάντα ανθοβολεί στα συντρίμμια.
Μη στενοχωριέστε: η οικουμενική και ιστορική τραγωδία, που μορφοποιείται στις αλώσεις της Πόλεως, ή στο πογκρόμ κατά της ελληνικής της κοινότητας, αλλά και στην πιο πρόσφατη, τρομερή τροπή των πραγμάτων, που τότε δεν μπορούσαμε να την υποψιαστούμε, με τις συγκρούσεις στην πλατεία Τακσίμ και τις αγριότητες κατά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, όλα αυτά μένει να τα αναγνωρίσουμε ως τη σκληρή πρώτη ύλη, τον σπόρο στην εύφορη γη, που θυσιάζεται για να πετάξει ανθούς και καρπό, ή ως το λάδι που ταΐζει τη φλόγα, και ανάβει το φως, σύμφωνα με τον δίδυμο τίτλο του βιβλίου που έχουμε ετοιμάσει, σαν υπόμνημα για την αποψινή, νυχτερινή περιπολία στον έρημο κόσμο: Fener / Φανάρι. Το κυοφορούμενο φως.
Αλλά η γέννα του, η αφή του φωτός, το είπαμε ότι εξαρτάται από εσάς: αν δεν πάτε ως την άκρη της νύχτας, μπορεί να καταλάβετε τα πάντα, ας πούμε την αισθητική, την τεχνική κτλ., φοβάμαι, όμως, ότι δεν θα μεταλάβετε τίποτα, λιγότερο απ’ όλα το κάλλος. Αυτό, συνθήκη οντολογική, και κατάσταση πνεύματος, περιέχει τις αισθητικές και διανοητικές απολαύσεις, αλλά τις ξεπερνά, προς κάτι πλατύτερο, κάτι ζωτικό ή ζωοποιό, τη στράτευσή μας στο πένθος, που εκ βάθρων ανατρέπει τον θάνατο. Το βάθρο το βλέπετε, είναι ένας σωρός ερειπίων: ο θάνατος, αυτοπροσώπως.
Εκεί να φανταστείτε ένα κορίτσι, ας πούμε τη Βερεγγάρια ή τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Μαρία των Μογγόλων, ή την κόρη του νεκρού Παναγίδη, που της ψάλλουμε με τον Σακέλλη καντάδα, με στίχους που βρίσκονται και στο βιβλίο μας, αυτούς εδώ: Γκρεμισμένα σπίτια, μέσα στο σκοτάδι, / έτσι είν’ η ζωή μας, μεσημέρι βράδυ. / Μη ζητάς, κορίτσι μου, ένα κορδελάκι / από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι.
Καταλαβαίνετε ότι, πολύ πιο πέρα από την αντικειμενική και τραγική ιστορία της Κωνσταντινούπολης, πολύ πιο μακριά από τη συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση του Φαναρίου, το οδοιπορικό μας επιχειρεί να διασχίσει την κοινή ανθρώπινη μοίρα, έτσι όπως αυτή ανασαίνει στα γκρεμισμένα σπίτια της πολίτικης συνοικίας, όσα βρίσκονται στο επίκεντρο απόψε, και δίνουν ένα βαθύτερο αποτύπωμα, το περίγραμμα και τον ίσκιο τους, πιθανόν την ψυχή τους, στα έργα του Σακέλλη.
Γι’ αυτά τα τελευταία δεν περιμένετε, βέβαια, να μιλήσω εγώ: μετά από όσα έχω διηγηθεί, για τη φιλία και την κοινή περιπέτεια, αν προσπαθούσα να παρουσιάσω τα έργα του Σακέλλη, ως τεχνοκριτικός ή κάτι παρόμοιο, θα ήταν σαν να εγκωμίαζα τον εαυτό μου∙ θα ήταν αγένεια, καίτοι υποψιάζομαι ότι πρόκειται για την πιο ώριμη και μεστή του δουλειά μέχρι τώρα.
Προτιμώ, λοιπόν, να επιμείνω στο αποτύπωμα, και να εξηγήσω, επιτέλους, τον τίτλο αυτού του κειμένου, την ερημιά της προσωπογραφίας, μεταγράφοντας το αποτύπωμα σε μιαν άλλη λέξη, το εντύπωμα, που στα μεσαιωνικά ελληνικά θα πει, ακριβώς, προσωπογραφία, πορτρέτο. Το παλαιότερο που ξέρουμε, ανήκει, νομίζω, στην Κατερίνα Κορνάρο, άλλο ένα κορίτσι, μπορεί το ομορφότερο του νησιού μας.
Για τις ανάγκες, όμως, της παρούσας αφήγησης, θα σμίξω κι αυτήν με τις προαναφερθείσες γυναίκες, και θα τις εγκαθιδρύσω, όλες μαζί, στην είσοδο, στην αφετηρία της οδοιπορίας, υπό μορφή θυρεού, όπου το όνομα της γυναικός δίνει σε κάθε σπιτάκι ένα όμορφο πρόσωπο. Τα δέντρα, είπε κάποτε ο Παπαδιαμάντης, από ένα όνειρό του ξυπνώντας, τα δέντρα που βλέπουμε είναι γυναίκες! Λοιπόν, το ίδιο αισθάνομαι για τα σπίτια που βλέπετε, ότι είναι όλα γυναίκες, λίγα ορφανά κορίτσια, εγκαταλειμμένες βασίλισσες, μαυρομαντηλούσες μοναξιές, περιφερόμενα εγκώμια.
Προτού θιγεί ο φεμινισμός μας, σπεύδω να παρατηρήσω ότι η Γυναίκα, εδώ, ενσαρκώνει την παγκόσμια ευπάθεια, την άκρα ξενότητα, την ερημιά, γεγονός που μου επιτρέπει να πω ότι κάθε άνθρωπος που πεθαίνει στον κόσμο, μεταβάλλεται σε θηλυκή ακεραιότητα, προκειμένου εκ του τάφου να κυοφορήσει το φως, και εκ του θανάτου να εισέλθει, γεννώντας το, σε μιαν άλλη κατάσταση. Δεν αναφέρομαι σε κάποιο επέκεινα, παρά στην κατάσταση που εγκαινιάζουμε απόψε, και σας καλούμε να τη δείτε και να την κατοικήσετε: να μπείτε στο ποιητικό γεγονός∙ να διασχίσετε το ποιητικό γίγνεσθαι.
Αναφέρομαι στον κρίσιμο στίχο του Φρήντριχ Χαίλντερλιν: ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος, και ζητώ να κάνετε λίγη υπομονή ακόμα, και να ακούσετε τη θαυμάσια ανάπτυξη του στίχου, από τον Μάρτιν Χάιντεγκερ.
«Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος. Εμείς κατοικούμε ποιητικά; Πιθανώς κατοικούμε πέρα για πέρα αντιποιητικά. Αν είναι έτσι, άραγε ψεύδεται ο ποιητής […]; Όχι. Η αλήθεια των λόγων του επιβεβαιώνεται με τον πιο τρομερό τρόπο. Διότι αντιποιητικό μπορεί να είναι ένα κατοικείν, όταν στην ουσία του είναι ποιητικό. Για να τυφλωθεί ένας άνθρωπος, πρέπει κανονικά, σύμφωνα με την ουσία του, να βλέπει. Ποτέ δεν μπορεί να τυφλωθεί ένα κομμάτι ξύλου. Όταν όμως τυφλώνεται ο άνθρωπος, τότε πάντα τίθεται το ερώτημα αν η τύφλωσή του είναι αποτέλεσμα έλλειψης και απώλειας ή αν εδράζεται στην υπερβολή ή στην υπέρβαση του μέτρου. Ίσως, τότε, το αντιποιητικό κατοικείν μας […] να προέρχεται από μια παράξενη υπέρβαση του μέτρου, ως αποτέλεσμα της μανίας μας για μέτρηση και υπολογισμό. Το γεγονός ότι, και τον βαθμό που, εμείς κατοικούμε αντιποιητικά, μπορούμε να το διαπιστώσουμε ανά πάσα στιγμή, αν γνωρίζουμε τι είναι ποιητικό. Εάν και πότε θα γίνει η στροφή από το αντιποιητικό κατοικείν, μπορούμε να το ελπίζουμε μόνο τότε, όταν δεν θα χάνουμε από το βλέμμα μας το ποιητικό. Πώς και σε ποιο βαθμό οι πράξεις ή η απραξία μας μπορούν να συμβάλλουν σ’ αυτή τη στροφή, το διασφαλίζουμε εμείς οι ίδιοι, αν λάβουμε το ποιητικό στα σοβαρά. Το ποιείν είναι η θεμελιώδης δυνατότητα του ανθρώπινου κατοικείν. Αλλά ο άνθρωπος δύναται να ποιεί κάθε φορά, μόνο όταν η ουσία του προσοικειώνεται αυτό που επιθυμεί ο ίδιος και, άρα, το χρειάζεται. Το ποιείν είναι αυθεντικό ή μη αυθεντικό ανάλογα με τον βαθμό αυτής της προσοικείωσης».
Αυτή η προσοικείωση, η ταύτιση της επιθυμίας του ανθρώπου με την ίδια την ουσία του, τη βαθύτερη υπόστασή του, συμβαίνει, κατά τον άλλο σπουδαίο σοφό, τον Αρθούρο Σοπενχάουερ, όταν ο άνθρωπος στέκεται μπροστά στο έργο τέχνης, ταπεινά και γενναία, και αποτάσσει τις πρόχειρες επιθυμίες, την απληστία που τον ρίχνει σε μαρασμό και κατάθλιψη, και αρχίζει να διακρίνει, μέσα στο έργο, τα στοιχεία της πιο δικής του, της πιο αληθινής και μυστικής βιογραφίας του.
Τότε ανατέλλει το φως, η αυτογνωσία, ώστε ο άνθρωπος να ομολογήσει την ερημιά του, και να την πενθήσει χαρούμενα, κατακτώντας την ελευθερία να δοθεί και ερωτικά να ενωθεί με όσα βρίσκονται γύρω του: ανθρώπους, κόσμο και πράγματα.
Χωρίς άλλη φλυαρία, λοιπόν, επιτρέψτε μου να πω ότι έτσι αισθάνομαι, όταν παρατηρώ τα έργα που εκτίθενται σήμερα, κυρίως τα σχέδια των σπιτιών στο Φανάρι∙ αισθάνομαι, δηλαδή, όπως ο υπέροχος ηλίθιος, ο πρίγκιπας Μίσκιν, όταν κοίταξε την προσωπογραφία, το εντύπωμα της Ναστάζια Φιλίποβνα, και την ερωτεύτηκε σφόδρα. Το γεγονός, όμως, ότι η καταστροφή μεσολάβησε, και ότι είμαι, όπως όλοι, ένας νεκρός επιζών, που θέλει να κυοφορήσει και να γεννήσει το φως, με ένα φανάρι για να φτάσει στην όαση, αυτή η συνθήκη, μου επιβάλλει να πω ότι, στη Ναστάζια, στην Αναστασία, στην Ανάσταση, στα γκρεμισμένα σπίτια που έχτισε ο Γιάννης, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, και ομολογώ ότι, ιδού, ο Σακέλλης έφτιαξε την α υ τ ό-προσωπογραφία μου.
Αν κοιτάξετε προσεκτικά, πιστεύω να δείτε και τη δική σας. Κι αν είναι έτσι, η ερημιά θα γυρίσει σε σύναξη, και η αποψινή βραδιά, σε χορό και σε μυστήριο του γάμου. Σας ευχαριστώ θερμά, και εύχομαι σε όλους ώρες καλές.
* Ομιλία στα εγκαίνια της έκθεσης του Γιάννη Σακέλλη «Fener/ Φανάρι» που παρουσιάζεται από τις 8 Δεκεμβρίου στην γκαλερί Blue Iris στην Πάφο