Το περασμένο Σάββατο είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε από τους προσκεκλημένους της Μαρίνας Μαλένη στο Art Cafe του ΡΙΚ κάποιες ενδιαφέρουσες αναφορές στο έργο και την προσωπικότητα του Χριστόφορου Σάββα (1924-1968). Μίλησαν η Ελένη Νικήτα, πρώην διευθύντρια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ο Γιάννης Τουμαζής, διευθυντής του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών και ο εικαστικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Frederick, Σάββας Χριστοδουλίδης. Και οι τρεις με την ιδιότητα του ιστορικού της Τέχνης, όπως και ο απών καθηγητής του ΤΕΠΑΚ Αντώνης Δανός, στο σχετικό ιστοριογραφικό έργο του οποίου έγινε μνεία.
Επίκαιρη η εκπομπή του Art Cafe, μιας και φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του καλλιτέχνη, κι επιβεβλημένη, ενόψει της επικείμενης μεγάλης έκθεσης με έργα του στη Λευκωσία και την επακόλουθη μεταφορά τους στη Βενετία, όπου από τον Μάιο θα αποτελούν την επίσημη συμμετοχή της χώρας μας στην Μπιενάλε του 2019, με επιμέλεια του ιστορικού Γιάκοπο Κριβέλι Βισκόντι.
Πρώτιστος σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι ο σχολιασμός των όσων ειπώθηκαν στο Art Cafe, αλλά η επισήμανση μιας «απρέπειας», την οποία τείνει να συγκαλύψει ο υμνητικός εγκωμιασμός του έργου του Χρ. Σάββα και ο καθ’ υπερβολήν τονισμός, η ανεκδοτολογική μυθοποίηση θα λέγαμε, της κοινωνικότητάς του. Παραδόξως πρόκειται για την ίδια γόνιμη κοινωνικότητα που δεν θα επέτρεπε στον ντόμπρο Χρ. Σάββα ν’ αποδεκτεί μια δεύτερη μεταθανάτια κιόλας συμμετοχή του στην Μπιενάλε, αν ήξερε πως αυτό θα σήμαινε και τον αχρείαστο αποκλεισμό κάποιων άξιων ζώντων ομότεχνών του.
Εδώ έγκειται και η «απρέπεια» της επιμνημόσυνης επιλογής του, τόσο απέναντι στον ίδιο, όσο και απέναντι στους νεότερους Κύπριους καλλιτέχνες που αναμφίβολα θα μπορούσαν, και που δικαίως αδημονούν να «ταξιδέψουν» το έργο τους στη Βενετιά. Ο παραγκωνισμός τους είναι ατυχής και αχρείαστος, εφόσον η δέουσα εμβάθυνση στο σημαντικότατο έργο του Χρ. Σάββα θα μπορούσε να είχε διεκπεραιωθεί προ πολλού, μέσα στα υφιστάμενα ακαδημαϊκά πλαίσια, και η ιστορική σημασία του να είχε ήδη κοινοποιηθεί αρκούντως, εντοπίως και διεθνώς, εφόσον πράγματι το αξίζει, μέσω της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας, τη χρησιμότητα της οποίας οι καθ’ ύλην αρμόδιοι στις κρατικές Πολιτιστικές Υπηρεσίες φαίνεται να υποτιμούν.
Αυτά, ως βασικές προϋποθέσεις για την καλώς νοούμενη «εκλαΐκευση» του έργου του και την εκθεσιακή/μουσειακή ανάδειξή του. Επιπλέον είναι αμφίβολο αν η συμβολή του Χρ. Σάββα στην εξέλιξη του υπό μελέτη «κυπριακού μοντερνισμού» θα ενδιέφερε σήμερα το υβριδικό κοινό της Μπιενάλε. Εκτός βέβαια κι αν αυτή η κοσμοϊστορική αναγωγή εξυπηρετεί κάποιες ιδιωτικές ανάγκες, σε μια πιθανή συνάρτηση με την ακαδημαϊκή ατζέντα του εμβόλιμου αγνώστου, του επιμελητή Βισκόντι και των όποιων εισηγητών του.
Με τέτοιες όμως υποθέσεις κινδυνεύουμε να βαλτώσουμε στη συνήθη συνωμοσιολογία, εις βάρος μιας πιο παραγωγικής θεώρησης των πολλών άλλων πτυχών του θέματος, όπως είναι το «raison d’État» που διακατέχει τη σχετική ιστοριογραφία και τις συνοδευτικές αφηγήσεις της Ελένης Νικήτα, την ιδεολογικοπολιτική πτυχή που διαφάνηκε μέσα από τις «επαναπροσεγγιστικές» νύξεις του Γιάννη Τουμαζή στο Art Cafe, αλλά και την αμφιλεγόμενη διαδικαστική που προκύπτει από τη σύμπραξη στο όλο εγχείρημα ενός ιδιωτικού οργανισμού, του Point Art Center της Αντρέ Ζιβανάρη.
Μέχρι τον Μάιο όμως θα έχουμε καιρό για πρόσθετες κριτικές θεωρήσεις κι επανεκτιμήσεις. Για την ώρα, μια από καρδιάς εύφημος μνεία στις ουσιαστικές παρατηρήσεις του καθ’ ομολογία εικαστικού Σάββα Χριστοδουλίδη, οι οποίες, αν και υπαινικτικές, αμφισβήτησαν κάποιες αποκλειστικότητες και πρωτιές που βολικά αποδίδονται στον Χρ. Σάββα. Και να επαναλάβουμε το καταληκτικό του ερώτημα: «Αν ζούσε ο ίδιος τι θα μας έλεγε»; – αυτός ο πρόωρα χαμένος πρόδρομος.