«Χάρολντ και Μωντ» του Κόλιν Χίγγινς σε σκηνοθεσία Δέσποινας Μπεμπεδέλη, στο Σατιρικό Θέατρο.
Υπάρχει μια σαφής πικρή ειρωνεία στην απόφαση της Δέσποινας Μπεμπεδέλη να επιστρέψει στον ρόλο της Μωντ μετά από 20 και πλέον χρόνια. Μοιάζει με τάμα που είχε κάνει η ίδια την εποχή που το κοινό έκανε ουρές στην Αθήνα και χειροκρότησε πάνω από 400 φορές την παραγωγή που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Ιορδανίδης κι ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1998 θα σκηνοθετούσε και η ίδια, με ανάλογη επιτυχία, στο Σατιρικό Θέατρο. Το «τάμα» αφορούσε την ενσάρκωση ενός καθοριστικού στην πορεία της ρόλου όταν θα έφτανε στην πραγματική ηλικία που ήταν η Μωντ σαν εκστόμιζε το «ωραία ηλικία να του δίνει κανείς».
Υπάρχει μια σαφής πικρή ειρωνεία στην απόφαση της Δέσποινας Μπεμπεδέλη να επιστρέψει στον ρόλο της Μωντ μετά από 20 και πλέον χρόνια. Μοιάζει με τάμα που είχε κάνει η ίδια την εποχή που το κοινό έκανε ουρές στην Αθήνα και χειροκρότησε πάνω από 400 φορές την παραγωγή που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Ιορδανίδης κι ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1998 θα σκηνοθετούσε και η ίδια, με ανάλογη επιτυχία, στο Σατιρικό Θέατρο. Το «τάμα» αφορούσε την ενσάρκωση ενός καθοριστικού στην πορεία της ρόλου όταν θα έφτανε στην πραγματική ηλικία που ήταν η Μωντ σαν εκστόμιζε το «ωραία ηλικία να του δίνει κανείς».
Η Μπεμπεδέλη είχε κάνει πάταγο με την ευχέρειά της να υποδυθεί μια πολύ γηραιότερή της, τότε, αεικίνητη και αειθαλή «αιώνια έφηβη» που υιοθετεί μια τόσο γλυκερά αισιόδοξη στάση ζωής. Έτσι, η επιστροφή αυτή ήταν και για την ίδια μια υπαρξιακή δοκιμασία. Η αίσθηση της δραματικότητας, των παύσεων, του χρωματισμού, η σμίλευση των χαρακτηριστικών αυτού του ρόλου μοιάζει με παιχνιδάκι για μια ηθοποιό με την πορεία και την εμπειρία της. Χωρίς να παραγνωρίζω, πάντως, την αντιφατική αίσθηση ότι οι σωματικές απαιτήσεις του ιδιόρρυθμου αυτού χαρακτήρα που έπλασε ο Κόλιν Χίγγινς, αποδίδονται πιο εύκολα από μια νεαρότερη ηθοποιό.
Για την ακρίβεια, ο Χίγγινς έπλασε τον ρόλο για τον κινηματογράφο γράφοντας το σενάριο για την εμβληματική ταινία του Χαλ Άσμπι «Χάρολντ και Μωντ» το 1971, με πρωταγωνιστές την Ρουθ Γκόρντον και τον Μπαντ Κορτ. Σχεδόν αμέσως το έργο «μεταπήδησε» στο θέατρο, όπου όμως οι κώδικες είναι εντελώς διαφορετικοί. Το μοτίβο της Μωντ περιγράφει έναν άνθρωπο που φλέρταρε σοβαρά με τον θάνατο στη ζωή της, γεγονός που την ώθησε να διασχίσει μια θολή, μεταβαλλόμενη γραμμή και να κατασταλάξει σ’ ένα ξέγνοιαστο modus vivendi και μια σκωπτική στάση μπροστά στην ιδέα του θανάτου.
Η ιδιόρρυθμη φύση της, επηρεασμένη από τις σκληρές εμπειρίες του πολέμου, κρύβει μια βαθιά συνειδητοποίηση πάνω στις πραγματικότητες της ζωής. Κατέληξε ένα χαρούμενο, ατίθασο αλλά και συνειδητοποιημένο κορίτσι φυλακισμένο σε ηλικιωμένο σώμα. Ζει στο έπακρο, δοκιμάζει κάτι νέο κάθε μέρα, αναρριχάται σε δέντρα, κλέβει αυτοκίνητα, ελευθερώνει ζώα και συχνάζει σε κηδείες (αγνώστων) για να αναλογιστεί καλύτερα τη ζωή.
Αυτό το τελευταίο είναι το μόνο κοινό που έχει με τον Χάρολντ. Ο οποίος μοιάζει περισσότερο μ’ έναν ηλικιωμένο φυλακισμένο σε σώμα νεαρού. Έχει ψύχωση με την ιδέα του θανάτου και σκαρώνει μακάβριες φάρσες για να απολαύσει την προσοχή της μπουρζουά μητέρας του. Ο νέος ηθοποιός και μαθητής της Μπεμπεδέλη, Φώτιος Φωτίου, καταφέρνει αξιοπρεπώς να αποδώσει με μια μελαγχολική ευθυμία τη συναισθηματική καταπίεση μιας παρατεταμένης εφηβείας κι ένα ιδιότυπο, περιπλεγμένο πένθος: μοιάζει σαν να θρηνεί την ίδια τη ζωή. Καθώς η Μωντ τον βοηθά ν’ απαλλαγεί από τα κολλήματά του και να μη φοβάται να ζήσει, αναδεικνύεται το διαχρονικό κοινωνικό μήνυμα του έργου, που δεν είναι μόνο η ανάγκη να υιοθετήσουμε μια αισιόδοξη στάση, αλλά και να χτίσουμε γέφυρες, να ρίξουμε τους τοίχους των κοινωνικών διαχωρισμών: τάξη, φύλο, θρησκεία, ηλικία.
Αυτό όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόματα. Χρειάζεται προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια ώστε εκείνο που θα εισπράξει στο τέλος ο θεατής να μην έχει την αύρα του παλαιάς κοπής μελό, να μη μοιάζει με εύηχη επωδό ενός στομφώδους βιβλίου αυτοβοήθειας. Ακόμη χειρότερα, να μη μοιάζει με τον παράταιρο έρωτα μιας ξεμωραμένης μ’ ένα μειράκιο. Αυτό το τελευταίο αποφεύγεται. Οι πλατωνικοί εραστές τεκμηριώνουν τους όρους της σχέσης τους.
Όμως κατά την άποψή μου οι αδυναμίες της παραγωγής είναι κυρίως δύο. Η πρώτη είναι η εσφαλμένη προσέγγιση του κομβικότατου ρόλου της μητέρας του Χάρολντ από τη Μαριάννα Καυκαρίδου. Τον αντιμετωπίζει άκαμπτα, μονοδιάστατα και με μια συγκρατημένη, αλλά συνεχώς αναβράζουσα υστερία. Η δεύτερη είναι η προσπάθεια του Λάκη Γενεθλή να προτείνει ένα σκηνικό με σουρεαλιστικές πινελιές που θα «στενέψει» και θα ελέγξει προοπτικά την πλατιά περιστροφική σκηνή. Στην πράξη όμως αποδεικνύεται δυσλειτουργικό και συχνά «σπάζει» τον ρυθμό, όπως και τη φιλοσοφία της πρότασης.