«Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια» του Έντουαρντ Άλμπι σε σκηνοθεσία Μάριου Μεττή.
«Ορισμένα πράγματα για το σεξ καλύτερα να μένουν άγνωστα». Η φράση αυτή ακούγεται στο φιλμ «Τα πάντα γύρω από το σεξ» και (1972) συμπυκνώνει το θέμα των επτά επεισοδίων της πασίγνωστης σπονδυλωτής κωμωδίας του Γούντι Άλεν. Η ταινία παρωδούσε τα σεξουαλικά εγχειρίδια και ειδικότερα το ομότιτλο βιβλίο του Ντέιβιντ Ρούµπεν, που αποτέλεσε κάτι σαν τη Βίβλο της σεξουαλικής επανάστασης. Σε μια από τις σκηνές, ο ανεπανάληπτος Τζιν Γουάιλντερ υποδύεται έναν καθωσπρέπει γιατρό που ερωτεύεται παράφορα την ερωμένη ενός βοσκού, η οποία τυγχάνει να είναι… προβατίνα.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Έντουαρντ Άλμπι κερδίζει το Βραβείο Τόνι καλύτερου έργου μυθοπλάθοντας έναν καθωσπρέπει, επιτυχημένο, μεσοαστό αρχιτέκτονα που τινάζει την οικογενειακή του γαλήνη στον αέρα, μοιχευόμενος κατ’ εξακολούθηση με μια ανέμελη αίγα. Η ενοχοποιητική οσμή της μηρυκαστικής αντιζήλου πάνω στον παραφιλικό ερωτύλο, που φτάνει στα ρουθούνια της απατημένης συζύγου αποτελεί ένα ακόμη κοινό στοιχείο των δύο ιστοριών. Υπάρχει, όμως, μια ειδοποιός διαφορά: ο Άλμπι δεν έγραψε κωμωδία, αλλά τραγωδία.
Οι αληθινές, οι πραγματικά μεγάλες τραγωδίες έχουν την αστεία πλευρά τους και δεν είναι ούτε ταπεινωτικό, ούτε άκομψο να εκφράζεται ο θεατής γελώντας. Το θέμα του αμφίσημου έργου «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σίλβια» δεν είναι οι σεξουαλικές παρεκκλίσεις, ούτε η κρίση της μέσης ηλικίας, ούτε οι οικείες σχέσεις, ούτε ο αυτοπροσδιορισμός. Ο συγγραφέας αξιοποιεί ένα ασυνήθιστο –ακραίο, αν αγαπάτε- δραματουργικό εύρημα για να πραγματευτεί ανελέητες αλήθειες, να διυλίσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας, δοκιμάζοντας παράλληλα τις αντοχές του κοινού. Ο επιθετικός σαρκασμός αφαιρεί τη λεοντή της ευσχημοσύνης, μετατρέποντας το οικογενειακό σπιρτόκουτο σε πεδίο μάχης.
Η σαρκαστική απεικόνιση οικογενειών που θρέφονται από τις ίδιες τους τις σάρκες είναι γνώριμο μοτίβο στον Άλμπι και χαρακτήρισαν μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του, από την εποχή της «Εύθραυστης ισορροπίας» και του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ». Στο τελευταίο έκανε λογοπαίγνιο μ’ ένα παιδικό τραγούδι και την αυτοκαταστροφική Βιρτζίνια Γουλφ. Στη «Γίδα» κάνει αναφορά στο τραγούδι «Who is Silvia? what is she» από το σαιξπηρικό έργο «Οι δύο άρχοντες της Βερόνας». Εκεί που η σάτιρα σμίγει με τις φιλοσοφικές αντιφωνίες κι ο καυστικός λόγος αποφενακίζει τον χαρακτήρα από τον εξώτερο καθωσπρεπισμό του, αποκαλύπτοντας την ψυχική ρηχότητα σε όλο της μεγαλείο, καιροφυλακτεί η πένα των σπουδαίων.
Το έργο επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων, επιμένοντας να ακροβατεί όπου τα όρια μεταξύ «κανονικού» και «αρρωστημένου» είναι δυσδιάκριτα. Στόχος του Άλμπι είναι να θεριέψει μέσα μας την αμφιβολία σε ό,τι έχει να κάνει με πεποιθήσεις, στερεότυπα, νόρμες, «υψηλούς» κανόνες, συμμορφώσεις ή ταμπού, σε ό,τι έχει να κάνει με τους τύπους κι όχι την ουσία στη στάση ζωής του καθενός. Επιχειρεί να διεγείρει τον μηχανισμό της ατομικής και κοινωνικής εξυγίανσης, να μας οδηγήσει στη διεκδίκηση της ελευθερίας. Ο υπόγειος τρόμος που διαπνέει όλα τα έργα του αποκαλύπτει όλες τις ρωγμές, ανατέμνει τα ατομικά αδιέξοδα και καταδεικνύει τη φαινομενολογία της υπαρξιακής περιπέτειας.
Με μια ευανάγνωστη προσέγγιση, ο σκηνοθέτης Μάριος Μεττής ελέγχει τους τόνους και τις εύθραυστες ισορροπίες των καλά ψυχολογημένων, ανασφαλών ηρώων. Ευτύχησε να βρει στις υποκριτικές δουλειές των ηθοποιών τις εσωτερικές αποχρώσεις που φωτίζουν κάθε πτυχή των χαρακτήρων. Γέφυρες λόγου και χάσματα σιωπής, εσωτερικές και εξωτερικές κραυγές, φωνητικοί και σωματικοί ψίθυροι, σκηνικά ξεσπάσματα και μοναχικές άριες ρυθμίζουν με την ακρίβεια μετρονόμου την αδυσώπητη νομοτέλεια της θεατρικής σύμβασης. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια ελαφρά, αλλά όχι αδιόρατη ηλικιακή αστοχία, οι τέσσερις ηθοποιοί Ανδρέας Βασιλείου, Έρικα Μπεγέτη, Ανδρέας Κουτσόφτας και Βασίλης Βασιλάκης, βρίσκουν τα κανάλια επικοινωνίας με το έρεβος των ηρώων.
Μόνο εικασίες μπορώ να κάνω για τους λόγους που το κοινό δεν στήριξε αυτή την πρόταση. Δεν έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε συχνά έργα του Άλμπι. Φορτισμένοι διάλογοι που «σφίγγουν» τη δράση, ανατρεπτικές ενέσεις παραλόγου και νευρώδη ημιτόνια δίνουν το στίγμα μιας παράστασης καθηλωτικής στη θέαση. Ακόμη, όμως κι η υπόθεση δεν είναι και τόσο ξένη για την επικαιρότητά μας. Λίγοι μήνες έχουν περάσει από το κτηνοβατικό περιστατικό σε φάρμα στη Χοιροκοιτία. Κρύβεται μήπως κάποιο διαδεδομένο ταμπού; Άβυσσος η ψυχή του ακροατηρίου!