«Η Ευνοούμενη» (The Favourite) του Γιώργου Λάνθιμου.
«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα. Οι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;». Για όσους θεωρούν τον θεσμό της μοναρχίας όχι απλώς έναν εξωφρενικό αναχρονισμό, αλλά επίσης πηγή εθιμοτυπικού παραλογισμού και διαχρονική μήτρα πολλών από τα δεινά της ανθρωπότητας, κατανοούν τον συλλογισμό του Μπέρτολντ Μπρεχτ στο ποίημα «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει». Όσοι από εμάς απορούμε για το γεγονός ότι εξακολουθούν να υπάρχουν βασιλιάδες και βασίλισσες και μάλιστα τους συναντούν με κάθε επισημότητα και πνιχτή υποτέλεια οι ηγέτες πρώην αποικιών του στέμματος, προτιμούμε σαφώς την αποδομητική οπτική πάνω στον θεσμό σε ταινίες όπως το «The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου. Και σίγουρα όχι, δηλαδή, τις ψευδο-επικές ενσαρκώσεις γαλαζοαίματων σε παραδοσιακότροπα δράματα εποχής, πομπώδη και γλυκανάλατα, με αποστειρωμένη μεγαλοπρέπεια, προσεγμένα ιλουστρασιόν κοστούμια και σκηνικά, εξεζητημένες κομμώσεις και περούκες, ιστορική ακρίβεια και ρομαντίζουσα ομοιότητα.
«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα. Οι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;». Για όσους θεωρούν τον θεσμό της μοναρχίας όχι απλώς έναν εξωφρενικό αναχρονισμό, αλλά επίσης πηγή εθιμοτυπικού παραλογισμού και διαχρονική μήτρα πολλών από τα δεινά της ανθρωπότητας, κατανοούν τον συλλογισμό του Μπέρτολντ Μπρεχτ στο ποίημα «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει». Όσοι από εμάς απορούμε για το γεγονός ότι εξακολουθούν να υπάρχουν βασιλιάδες και βασίλισσες και μάλιστα τους συναντούν με κάθε επισημότητα και πνιχτή υποτέλεια οι ηγέτες πρώην αποικιών του στέμματος, προτιμούμε σαφώς την αποδομητική οπτική πάνω στον θεσμό σε ταινίες όπως το «The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου. Και σίγουρα όχι, δηλαδή, τις ψευδο-επικές ενσαρκώσεις γαλαζοαίματων σε παραδοσιακότροπα δράματα εποχής, πομπώδη και γλυκανάλατα, με αποστειρωμένη μεγαλοπρέπεια, προσεγμένα ιλουστρασιόν κοστούμια και σκηνικά, εξεζητημένες κομμώσεις και περούκες, ιστορική ακρίβεια και ρομαντίζουσα ομοιότητα.
Για την ακρίβεια, η υψηλότατου επιπέδου καλλιτεχνική διεύθυνση, τα κοστούμια, τα σκηνικά, οι κομμώσεις και το μακιγιάζ υπάρχουν και στην ταινία του Λάνθιμου, με σαφή πρόθεση ωστόσο να εξυπηρετήσουν τη διακωμωδητική διόγκωση του πλαισίου, η οποία εξυπηρετεί τους στόχους του. Σε αντίθεση με όσους είδαν στην «Ευνοούμενη» μια «έκπτωση» του Λάνθιμου προς το λεγόμενο mainstream, με δεδομένο ότι για πρώτη φορά δεν συμμετέχει στο σενάριο ούτε ο ίδιος αλλά ούτε κι ο Ευθύμης Φιλίππου, σχημάτισα τη γνώμη ότι πρόκειται για μια από τις πιο λανθιμικές ταινίες. Υπό την έννοια, ότι μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με την εμμονή του να εστιάζει σ’ έναν σχεδόν στοργικό κυνισμό που αναδεικνύει το παράλογο και το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης με μια παραβολική, κωμική απόχρωση.
Το ιστορικό πλαίσιο είναι υπαρκτό, αλλά χρησιμοποιείται μόνο ως όχημα. Η επιστημονική ακρίβεια είναι το τελευταίο που τον ενδιαφέρει. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη ταινία ή η πρώτη καλλιτεχνική αφήγηση της εποχής της τελευταίας των Στιούαρτ φιλάσθενης βασίλισσας Άννας και της σχέσης της με τις αυλικές της, Σάρα Τσόρτσιλ και Άμπιγκεϊλ Χιλ (μετέπειτα Μάσαμ), που επιδιώκουν να γίνουν βασιλικότερες της βασίλισσας. Με σαφέστερη φαρσική διάθεση, ο Λάνθιμος κάνει σε πρώτο επίπεδο ένα πρωτοφεμινιστικό σχόλιο, αντιστρέφοντας τους όρους και υποβιβάζοντας τους ανδρικούς χαρακτήρες κάτω από τα όρια του γκροτέσκου. Οι γυναίκες, δόλιες, ανταγωνιστικές και φιλόδοξες, κατέχουν την εξουσία και/ ή διασταυρώνουν τα ξίφη τους για να την επεκτείνουν. Οι άνδρες είναι απλώς ένα τσούρμο ωραιοπαθών υποτακτικών δανδήδων. Σε δεύτερο επίπεδο ωστόσο, το φύλο μικρή σημασία έχει, αφού τα πάντα προσμετρούνται με κριτήριο τις σχέσεις εξουσίας.
«Ανήσυχη πλαγιάζει η κεφαλή εκείνου που φορεί στέμμα» έγραφε ο Σαίξπηρ στον «Ερρίκο IV». Η εκκεντρική και τσακισμένη Άννα ωστόσο της Ολίβια Κόλμαν, η πιο ανθρώπινη ίσως βασίλισσα στην ιστορία της μεγάλης οθόνης, πλαγιάζει ανήσυχη χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για όσα συμβαίνουν έξω από τα ανάκτορα. Τουλάχιστον, όχι περισσότερο από τα κουνέλια της ή τις αστακοδρομίες. Ο κόσμος εντός της ερμητικά σφραγισμένης αυλής είναι ήδη αρκετά περίπλοκος για να τον διαχειριστεί. Όσα συμβαίνουν ανάμεσα στην πλοκή επηρεάζουν τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων, ο εξωτερικός κόσμος άγεται και φέρεται από αποφάσεις που λαμβάνονται στο πόδι και με ευτελή κριτήρια, όπως τον σεξουαλικό ανταγωνισμό, τις εμμονές και τις ιδιωτικές φιλοδοξίες.
Με ευρυγώνιες λήψεις, ο Λάνθιμος τοποθετεί τους αινιγματικούς και ψυχαναλυτικούς συμβολισμούς του σχεδόν σε κάθε αντισυμβατικό κάδρο, αντιπαραθέτοντας την ασφυκτική μοναξιά με την αχανή εξωτερική ένταση και διατηρώντας την πραγματικότητα πλήρως αποσυνδεδεμένη από τόπο και χρόνο. Στο «παραμύθι» του, οι δράκοι κατοικούν στο κεφάλι μιας άκληρης, ασταθούς και χειραγωγήσιμης βασίλισσας που κάνει εμετό, πάσχει από ποδάγρα και είναι επιρρεπής στα σωματικά της πάθη. Μια σκοτεινή, κωμική νότα που επιτρέπει στην τραγωδία ν’ ανθίσει μέσα στις ιδανικές της συνθήκες: το βασίλειο του προβλέψιμου.
Εκτιμώ ότι η απόφαση των διανομέων να φέρουν την ταινία στις κυπριακές αίθουσες κατόπιν εορτής, φιλοδοξώντας να κεφαλαιοποιήσουν τον θόρυβο των Όσκαρ, θα γυρίσει μπούμερανγκ. Στην Ελλάδα η ταινία προβάλλεται εδώ κι ένα μήνα με τεράστια επίσης καθυστέρηση και εγέρθηκε κι εκεί ανάλογη συζήτηση. Εκτός του γεγονότος ότι τελικά το φιλμ δεν πήρε όσα βραβεία ευελπιστούσαν και ότι ο θόρυβος έχει ήδη καταλαγιάσει, οι ανυπόμονοι σινεφίλ είναι δεδομένο ότι αναζήτησαν άλλους τρόπους για να δουν την ταινία. Κι έτσι έχασαν όλοι.
* Η ταινία προβάλλεται στις κυπριακές αίθουσες σε όλες τις πόλεις από τις 7 Μαρτίου.