«Θείος Γιάννης» του Αντώνη Γεωργίου σε σκηνοθεσία Ευριπίδη Δίκαιου, από το Θέατρο Versus.
Φυσιολογικά, θα έπρεπε να ήταν πιο εύκολο για έναν συγγραφέα από την Κύπρο να χωρέσει το απόσταγμα του κυπριακού γίγνεσθαι σε ένα δραματουργικό μπουκάλι. Σε μια στάλα τόπο ζούμε, όπου οι καθημερινές συμπτώσεις, οι απίθανες αναλογίες, ο μικρομεγαλισμός και το ανάποδο κιάλι με τον οποίο κοιτάζουμε τον μικρόκοσμό μας δημιουργούν ένα πιο συμπαγές και ελεγχόμενο πεδίο. Περιέργως, όμως, παρατηρείται μια δυστοκία και μια σαφή ταλάντευση ανάμεσα στη μακροσκοπική θεματολογία και την ηθογραφία.
Η διψασμένη γη του κυπριακού θεάτρου έχει ζωτική ανάγκη από ντόπιες δραματουργικές προτάσεις με αρχή- μέση-τέλος, καθαρούς στόχους, που ν’ αγγίζουν τον πυρήνα της κυπριακής ιδιοσυγκρασίας και να μιλούν στον θεατή με μια αμείλικτη οικειότητα. Πολλώ δε μάλλον για τη γραφίδα του Αντώνη Γεωργίου, του συνεπέστερου της νεότερης γενιάς, ενός υπερευαίσθητου «σεισμογράφου» των παλμών της κυπριακής ψυχής και ολόκληρου του φάσματος των αναταράξεων του συλλογικού ασυνείδητου.
Ο συγγραφέας στέκεται κόντρα στον άνεμο για να οσμίζεται αποτελεσματικότερα τους φόβους, τις αγωνίες, τις αγκυλώσεις και τις νευρώσεις μας. Κι έχει εντοπίσει ένα ευρυγώνιο καραούλι για να παρατηρεί και να καταγράφει με πιστότητα. Έχω την αίσθηση ότι το γράψιμό του γίνεται ολοένα και πιο μεστό γιατί συνεχώς σκληραίνει. Κι όσο πιο αδίστακτος και άμεσος γίνεται, τόσο πιο ευθύ κι εύστοχο είναι το βόλι του. Με τον «Θείο Γιάννη» ψυχογραφεί αδιακρίτως αυτοψυχογραφόμενος και μεταβολίζει το πνεύμα του καιρού του. Στο στόχαστρο έχει κυρίως την ευρύτατη κυπριακή μεσαία τάξη, που ξοδεύεται υποφέροντας από ανία και φιλοδοξίες ανέφικτες, έρμαιο στη φθορά της καθημερινότητας. Άνθρωποι αμήχανοι και αλλοτριωμένοι, λιγότερο ή πολύ συμβιβασμένοι, παλινδρομούν μεταξύ χαράς και λύπης και απλώς προσπαθούν να αποστρέψουν το βλέμμα από τη βαθύτερη δυστυχία τους.
Η κυπριακή καθομιλουμένη είναι απλώς ένα εργαλείο. Η αμεσότητα επιτυγχάνεται ακόμη πιο αποτελεσματικά με την ανίχνευση του ακριβούς ψυχοκοινωνικού στίγματος, με τις ποικίλες υπαγωγές του στην εγγύς πραγματικότητα. Σκοπός του όμως δεν είναι να στήσει μπροστά μας έναν καθρέφτη, όπου θα δούμε τον εαυτό μας ξαφνικά και θα τρομάξουμε σηκώνοντας τη ράχη, όπως μια στρυφνή επιληπτική γάτα. Η πρότασή του ενέχει τον σπόρο της αποκάλυψης. Επιδιώκει να μας δώσει το καίριο τσίμπημα που θα μας σηκώσει από τον καναπέ, θα μας βγάλει από τη νωθρότητα της ταξικής ασυνειδησίας, τη ληθαργική μας αδράνεια.
Οι στόχοι γίνονται ευκολότεροι όταν παρακολουθούμε την – αληθέστερη κι απ’ την πραγματική ζωή- αλληλεπίδραση ολοζώντανων χαρακτήρων με σάρκα κι αίμα, στερεοτυπικών μέσα στη μοναδικότητά τους, αρχετυπικών μέσα στην κοινοτοπία τους. Άνθρωποι αληθινοί, με όνειρα, πάθη και εμμονές, ξεγυμνώνονται μαεστρικά καθώς ξεφτίζουν από τη βαριά καθημερινότητα, μέσα από τον τεφρό δραματουργικό χρωστήρα του Γεωργίου. Η ατμόσφαιρα της τραγωδίας πυκνώνει από το πάθος και τη φθορά και συννεφιάζει από τα μικρά, αυτιστικά, ασήμαντα δράματα. Οι πυκνές κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις και υποθέσεις ανάγονται σε ηθική διαλεκτική, αλλά και αδυσώπητη σάτιρα.
Ο συγγραφέας αγαπάει τον χαρακτήρα, αλλά αγαπάει και τον θεατή. Περιφρονεί την υποκρισία και την ωφελιμιστική αφέλεια του περιγύρου του γι’ αυτό και δεν διστάζει να τη μαστιγώσει με αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο και πικρό χιούμορ που τσούζουν και συγκινούν. Επ’ ουδενί όμως δεν είναι ένας εκλεπτυσμένος πεσιμιστής. Ελπίζει. Και ελπίζει βάσιμα και σθεναρά για τη δυνητική ικανότητα των συμπατριωτών του να απεγκλωβιστούν από την ατομικιστική τους περιδίνηση και να ξεπεράσουν το ψυχολογικό βαρίδιο της απότομης ενηλικίωσης.
Στα σίγουρα σκηνοθετικά χέρια του Εύρου Δίκαιου, ευτύχησε όπως και με το «La Belote» να βρει τον συνοδοιπόρο που θα συντονιστεί απόλυτα με τους στόχους του. Για το υποκριτικό δυναμικό ο δρόμος ήταν ανοιχτός για μια καίρια ψυχογραφική προσέγγιση των ρόλων, με βάση ερεθίσματα και εμπειρίες που δεν χρειάζεται να κατακτήσουν, αλλά είναι αποτυπωμένα στο DNA τους. Το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να παρεκκλίνει από τους σαφείς στόχους, με φόντο την τσεχωφίζουσα παράθεση πράξεων και σκηνών από τη «ζωή στην επαρχία».