Οι αναπτυσσόμενες εφαρμογές της φωτογραφίας και του βίντεο, όπως και η υπεροχή της αφαίρεσης, είχαν οδηγήσει ορισμένους κριτικούς τέχνης στην απαισιόδοξη υπόθεση πως η προσωπογραφία δεν θα μπορούσε πια επιτυχώς να ισχυριστεί πως αποδίδει πιστά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ατόμου. Βεβαίως, η ίδια η ιδέα ενός συνεκτικού εαυτού που θα μπορούσε να καθοριστεί εντός των γραφικών περιορισμών των ζωγραφικών μέσων αμφισβητήθηκε. Ευτυχώς, το έργο των σύγχρονων νέων καλλιτεχνών έχει αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των κριτικών για το εικαστικό είδος της προσωπογραφίας.
Η πρόσφατη δουλειά της Θέκλας Παπαδοπούλου με την ονομασία Ίχνη είναι μια σειρά πορτρέτων, τα οποία συνεχίζουν να εξερευνούν το πλούσιο και απεριόριστο πεδίο του είδους, αναζητώντας νέα μέσα δημιουργικής έκφρασης. Η Παπαδοπούλου δεν είναι μια ζωγράφος, με τη στενή έννοια του όρου, αλλά μια εικαστικός που διερευνά και εμπλουτίζει τη δημιουργική πρακτική της ζωγραφικής. Σταθερά, στη διάρκεια της καριέρας της, χρησιμοποιεί μια ευρεία γκάμα μικτών τεχνικών. Στα πορτραίτα της, επιδέξια εφαρμοσμένα χρώματα λαδιού και παστέλ συνδυάζονται με κολλάζ από σελίδες των παλιών της βιβλίων σχεδίου, αποκόμματα περιοδικών και φωτογραφίες του εαυτού της και των κοντινών της προσώπων.
Οι επιφάνειες πλούσιας υφής, που περιλαμβάνουν την ανθρώπινη φιγούρα, παραπέμπουν στη δυναμική της αδέσμευτης κίνησης και της φευγαλέας δύναμης, και αποτυπώνουν τη ξεχωριστή και αναγνωρίσιμη προσέγγιση της Παπαδοπούλου στην προσωπογραφία. Εντούτοις, αυτά τα υποβλητικά πορτραίτα δεν είναι αφ’ εαυτού παραστατικά, αλλά αντ’ αυτού επιδιώκουν να εγείρουν τις αισθήσεις και να πυροδοτήσουν αναμνήσεις και προσωπικές αφηγήσεις. Στην πραγματικότητα, τα πορτραίτα της εικαστικού δεν αναπαριστούν απλά το εικονιζόμενο άτομο αλλά φανερώνουν τη δική της ερμηνεία του μοντέλου, ακόμα και αν αυτό είναι ο ίδιος της ο εαυτός.
Το θέμα της σειράς Ίχνη είναι η ίδια η καλλιτέχνης, η ζωή της και οι άνθρωποι που την συντρόφεψαν και την περιβάλουν στην πορεία του χρόνου. Η Παπαδοπούλου δημιουργεί μια λυρική αφήγηση της ζωής της, των επιρροών της, των ανθρώπων που συνάντησε και των παραγόντων που την άλλαξαν σαν άνθρωπο, γυναίκα και καλλιτέχνη. Τα πορτραίτα και οι αυτοπροσωπογραφίες της δημιουργούν ένα χρονολόγιο, το οποίο ενώνει το παρελθόν με το παρόν και, έως ένα σημείο, οραματίζεται το μέλλον.
Οι αναμνήσεις είναι εξέχουσας σημασίας για την ερμηνεία και κατανόηση του έργου της. Εκτός αυτού, η επιλογή των υλικών της είναι υποδηλωτική του αυτό-στοχαστικού χαρακτήρα του έργου της Παπαδοπούλου. Ιδιαίτερα στις αυτοπροσωπογραφίες της, η εικόνα του εαυτού της, μαζί με τα κομμάτια από τα παλιά της τετράδια σχεδίου, αντανακλούν τη διαδικασία προσωπικής ανακάλυψης και αυτοπροσδιορισμού που η ίδια έχει βιώσει.
Είναι σαν τα προσχέδια, τα σχέδια που έκανε για το μέλλον, μέρος του οποίου είναι ήδη παρόν, να διαμόρφωσαν τελικά τη σημερινή της εικόνα. Στην πραγματικότητα, η χρήση των αποκομμάτων των παλιών τετραδίων σχεδίου, στο σχηματισμό της εικόνας, της υποδηλώνει τα θραύσματα του παρελθόντος, τα οποία έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση της παρούσας ταυτότητάς της, μια διαδικασία που περνούν όλοι οι άνθρωποι στη διάρκεια της ζωής τους.
Ομοίως, η ενσωμάτωση των παλιών φωτογραφιών στις συνθέσεις της αποτελεί άλλο ένα ίχνος του παρελθόντος που αποκαλύπτεται στο έργο της εικαστικού. Προφανώς, ο αντικειμενικός σκοπός της φωτογραφίας είναι να απαθανατίζει και να καταγράφει τη στιγμή. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της πρακτικής της Παπαδοπούλου, είναι το ότι δεν χρησιμοποιεί ολόκληρες τις φωτογραφίες, αλλά παίρνει επιλεγμένα αποκόμματα αυτών. Έπειτα, τις συμπληρώνει ή τις τροποποιεί μέσω της ζωγραφικής και του σχεδίου.
Κατά μία έννοια, μεταβάλει την ‘αύρα’ της φωτογραφίας (όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ορίζει τον όρο), την αναπλάθει και τη μεταμορφώνει στην ‘αύρα’ του νέου έργου τέχνης. Ακολουθώντας τη συλλογιστική γραμμή του Μπένγιαμιν, η Παπαδοπούλου παίρνει μια φωτογραφία, η οποία ήταν παρούσα με ένα μοναδικό τρόπο στο χρόνο και το χώρο όταν πάρθηκε, τη φέρνει στο παρόν και μέσω της δουλειάς της την καθιστά ξανά παρούσα με ένα μοναδικό τρόπο, διαφορετικό, στη σημερινή πραγματικότητα.
Επιπλέον, μέσω αυτής της δημιουργικής πρακτικής, αμφισβητεί και επαναπροσδιορίζει την αυθεντικότητα του φωτογραφικού έργου. Χρησιμοποιεί μια αυθεντική φωτογραφία, την αναπαράγει και δημιουργεί ένα νέο αυθεντικό έργο τέχνης, όπου τα παλαιά κομμάτια είναι εμφανή και διακριτά. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διατηρεί τη φωτογραφική ποιότητα της εικόνας, πρόθεσή της δεν είναι να αναπαράγει το παρελθόν αλλά να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, βασισμένη σε κομμάτια του παρελθόντος τα οποία η ίδια έχει επιλέξει να κρατήσει, η οποία είναι σε συμφωνία με την προσωπική της αλήθεια.
Η τελευταία σειρά έργων της Θέκλας Παπαδοπούλου δεν περιλαμβάνει ήσυχα, στυλιζαρισμένα, αυστηρά πορτραίτα. Αντιθέτως, οι μορφές της είναι άκρως προσωποποιημένες, με παιχνιδιάρικη διάθεση, και παρουσιάζονται ελαφρώς παραμορφωμένες, σαν να τις βλέπουμε μέσα από φακούς ή παραμορφωτικά φίλτρα. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια απεικονιστική τεχνική που η εικαστικός χρησιμοποιεί, όπως και αρκετοί σύγχρονοί της καλλιτέχνες, για να επικοινωνήσει τις ιδέες και τα συναισθήματά της στους θεατές πιο άμεσα και αποτελεσματικά. Η μέθοδος της παραμόρφωσης διευκολύνει τους καλλιτέχνες να αποδίδουν τα συναισθήματά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να τα κάνουν πιο εύληπτα από τους θεατές.
Με μια άλλη ανάγνωση, αυτού του τύπου η μετάλλαξη αποτρέπει τους θεατές από το να δουν την πραγματική εμφάνιση του εικονιζόμενου προσώπου και, συνεπώς, από το να αντιληφθούν ολόκληρη την ταυτότητά του. Μοιάζει σαν πρόθεση της Παπαδοπούλου να μην θέλει να εκθέσει την πλήρη αλήθεια του προσώπου ή, κατά ένα τρόπο, να προστατεύει και να σέβεται την ιδιωτικότητα και την προσωπικότητά του. Επιπλέον, τα εικονιζόμενα πρόσωπα μοιάζουν να ισορροπούν μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Ένα γεγονός που είναι πιο εμφανές στα πορτραίτα όπου τα πρόσωπα εμφανίζονται με κλειστά μάτια.
Ένα ακόμα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των πορτρέτων της Παπαδοπούλου είναι η ζωντάνια τους. Σε ορισμένες προσωπογραφίες, συνδυάζει διάφορες όψεις της ίδιας μορφής, τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, πιθανώς σε μια προσπάθεια της να απαθανατίσει την κίνηση, όπως έκαναν οι πρώιμοι κυβιστές, ή να μιμηθεί τη χρόνο-φωτογραφίας. Συνεπώς, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά στατικά και άτονα πορτραίτα, οι προσωπογραφίες της Παπαδοπούλου μοιάζουν να είναι σε συνεχή κίνηση σαν να έχουν έναν εσωτερικό παλμό, κάνοντας το εικονιζόμενο πρόσωπο να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια των θεατών.
Αξιοσημείωτο, στην πλειοψηφία των πορτρέτων αυτής της σειράς, είναι το άμεσο βλέμμα του εικονιζόμενου προσώπου, το οποίο και αποτελεί έναν από τους κύριους μηχανισμούς οικειότητας στην τέχνη της προσωπογραφίας. Το βλέμμα που κοιτά ευθέως προς τα έξω και συμπλέκεται με αυτό του θεατή έχει μια σύνθετη δύναμη. Όταν κοιτάμε σε ένα πορτραίτο που χρησιμοποιεί το ευθύ βλέμμα, νοιώθουμε πως το έργο έχει δημιουργήσει ένα ‘ήρωα’, ή μια ‘ηρωίδα΄: το εικονιζόμενο πρόσωπο μοιάζει να λέει «Αυτός/ Αυτή είμαι,» με την άμεση και δυσανάγνωστη έκφρασή του.
Παράλληλα, το έργο φαίνεται να ξεκινά ένα διάλογο: Το εικονιζόμενο πρόσωπο κοιτά προς τα έξω, προς το μέρος κάποιου άλλου. Συχνά έχουμε την αίσθηση πως υπήρχε, αρχικά, ένα συγκεκριμένο αντικείμενο για το βλέμμα που πλέον έχει χαθεί. Ταυτόχρονα, νοιώθουμε πως το έργο λέει «εσύ» αναφερόμενο σε ένα κοινό ανώνυμων, σκιωδών ανθρώπων: ανθρώπων σαν εμάς, εφήμερων, που περνούν για μια στιγμή σε απροσδόκητη επιθεώρηση. Έτσι το αντικείμενο στο οποίο κοιτά το πρόσωπο του πορτραίτου συνεχώς αλλάζει και τη θέση του παίρνει ο εκάστοτε θεατής που στέκεται μπροστά του και γίνεται, άθελά του, μέρος του έργου.
Όσον αφορά τις αυτοπροσωπογραφίες της, η Θέκλα Παπαδοπούλου εκφράζει τη δική της αίσθηση εσωτερικότητας και την ταυτότητά της ως καλλιτέχνης και γυναίκα. Μέσω της αυτοπροσωπογραφίας παρουσιάζει τον εαυτό της στον κόσμο με τους δικούς της όρους. Περισσότερο από μια απλή αποτύπωση των φυσικών χαρακτηριστικών, τα αυτό-πορτραίτα της υποδεικνύουν αυτό που έχει περισσότερη σημασία γι’ αυτήν: την εικαστική της οντότητα. Η μορφή της παρουσιάζεται εν μέσω των χρωμάτων και των κολλάζ των έργων της, όπως ακριβώς η τέχνη διαπερνά όλη της τη ζωή και τη νόηση.
Με μια χειρονομία άκρως φεμινιστικού χαρακτήρα, δεν επιλέγει να παρουσιάσει τον εαυτό της με έκδηλη θηλυκότητα αλλά σαν ανθρώπινη ύπαρξη με νόηση και βάθος, παρόλο που βρίσκεται σε μια δισδιάστατη επίπεδη επιφάνεια. Στέκεται εκεί σαν ‘ηρωίδα’, η οποία βγήκε μέσα από τις εμπειρίες της, δυνατότερη και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ως ανθρώπινο ον και καλλιτέχνης.
Η Θέκλα Παπαδοπούλου, μέσω της σειράς Ίχνη, δείχνει πως γι’ αυτή κάθε πορτραίτο συμβολίζει μια νέα μορφή DNA, ένα νέο εαυτό. Πιστεύει απόλυτα στην ιδέα του εαυτού σαν ένα τεχνητό κατασκεύασμα, και, μέσω της δουλειάς της, επανεφευρίσκει το εικονιζόμενο πρόσωπο και την ίδια της την ύπαρξη. Δημιουργώντας μια υβριδική εικονογραφική γλώσσα για τις προσωπογραφίες της, καταφέρνει να απεικονίσει κάθε πρόσωπο στην τομή του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Τα πορτραίτα της επικοινωνούν με τους θεατές όχι μέσω της ‘ομοιότητας’ που παρουσιάζουν με τα εικονιζόμενα πρόσωπα αλλά μέσω των προσωπικών συναισθημάτων, της περισυλλογής και της συναίσθησης. Σκοπός της είναι η ερμηνεία του εικονιζόμενου προσώπου πέραν της εικόνας και της οπτικής αναπαράστασής
του.
Η Παπαδοπούλου κατορθώνει μέσα από τη δουλειά της να δώσει νέα πνοή στο πιο κλασσικό, ίσως, είδος ζωγραφικής και, έως ένα ορισμένο σημείο, το κάνει δικό της και επιτυγχάνει να μας παρασύρει στο δικό της κόσμο.