Η έκθεση, με αφορμή το παρελθόν, θέτει θέματα που αφορούν και την παρούσα συγκυρία. Μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται, δυστυχώς, από την άνοδο της άκρας δεξιάς σε όλη την Ευρώπη.
Η έκθεση αποτελεί μια πρώτη ευκαιρία για να ξανασυζητήσουμε για τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο του Μεσοπολέμου, ώστε να δούμε ξανά τις αιτίες που οδήγησαν στον 2ο Π.Π. Να ξαναδούμε δηλαδή τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων κατά την έναρξη του 20ού αιώνα και πώς αυτός οδήγησε στην ένοπλη σύγκρουση. Να ξαναδούμε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και τους πρωταγωνιστές της, η οποία επέβαλλε ταπεινωτικούς και εξουθενωτικούς όρους στην ηττημένη Γερμανία και η οποία καταγγέλθηκε από το σύνολο των γερμανικών πολιτικών δυνάμεων.
Η έκθεση μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μεσοπολέμου. Να ξαναδιαβάσουμε για την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και τη Μεγάλη Ύφεση του 1929, πάνω στην οποία αναπτύχτηκε το τέρας του φασισμού στην Ιταλία του Μουσολίνι και του ναζισμού στη Γερμανία του Χίτλερ. Και να ξαναθυμηθούμε τα όσα έγιναν το 1936 στην Ισπανία και την επιβολή της δικτατορίας του Φράνκο.
Η έκθεση συνιστά μια λαμπρή ευκαιρία για να ανακαλέσουμε τα πρόσωπα που συμπυκνώνουν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπως τον έζησε η Ελλάδα και η Κύπρος. Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεχάσουμε τους Έλληνες στρατιώτες που αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση που εξαπέλυσε ο ιταλικός στρατός, η οποία αναχαιτίστηκε αποτελεσματικά κατά τον χειμώνα του 1940-1941 και οδήγησε τον Χίτλερ στην απόφαση να στείλει δυνάμεις της Βέρμαχτ. Να ανακαλέσουμε επίσης πως, στις 27 Απρίλη, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στην Αθήνα. Όπως και ότι, σχεδόν ένα μήνα αργότερα, στις 30 Μάη, 2 νεαροί φοιτητές, ο Μ. Γλέζος και ο Απ. Σάντας κατέβασαν τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη.
Επίσης, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των 300.000 ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους από τον λιμό, ως απόρροια της επίταξης τροφίμων από τις δυνάμεις κατοχής. Ούτε βεβαίως πρέπει να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των μαυραγοριτών και της στυγνής εκμετάλλευσης στην οποία επιδόθηκαν συστηματικά, προκειμένου να κερδοσκοπήσουν. Όπως και τα πρόσωπα αυτών που συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις των κατακτητών.
Δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των Ελλήνων-Εβραίων που βρέθηκαν στα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Δεν μπορούμε, επίσης, να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των ενός εκατομμυρίου ανθρώπων που εντάχθηκαν στις τάξεις του ΕΑΜ αλλά ούτε και την ίδρυση του ΕΔΕΣ από τον Ν. Ζέρβα, η πολιτική αντιπαράθεση των οποίων κατέληξε στον Εμφύλιο Πόλεμο. Δεν μπορούμε, συνεπώς, να ξεχάσουμε το πρόσωπο του επικεφαλής του ΕΑΜ, Γ. Σιάντου, ούτε και το πρόσωπο του επικεφαλής του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη.
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων που κάηκαν από τις δυνάμεις της Βέρμαχτ ως αντίποινα για τις επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Δεν μπορούμε, εντέλει, να ξεχάσουμε τους 13.676 ένοπλους που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.
Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη μνήμη των προσώπων που έδωσαν τη ζωή τους. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε για να τους τιμήσουμε είναι να δώσουμε τη μάχη για μια Ευρώπη δημοκρατική και αλληλέγγυα, σε μια συγκυρία που οι δυνάμεις της Άκρας Δεξιάς απειλούν και επιχειρούν να σηκώσουν ξανά κεφάλι.
Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη μνήμη των προσώπων που έδωσαν τη ζωή τους. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε για να τους τιμήσουμε είναι να δώσουμε τη μάχη για μια Ευρώπη δημοκρατική και αλληλέγγυα, σε μια συγκυρία που οι δυνάμεις της Άκρας Δεξιάς απειλούν και επιχειρούν να σηκώσουν ξανά κεφάλι.
Γενικός Γραμματέας Ενημέρωσης & Επικοινωνίας
Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών & Ενημέρωσης Eλλάδος
* Αθήνα, 1941, αναμνηστική φωτογραφία Γερμανών στρατιωτών μπροστά στον Παρθενώνα