Ανεξάρτητα από τον μικρό αριθμό τους, τα γυναικεία γυμνά του Γεωργίου ενέχουν μεγάλη σημασία για την πληρέστερη κατανόηση του έργου του και ιδιαίτερα των νεωτερικών αισθητικών του αναφορών.
Σε αντίθεση με τον μεγάλο όγκο των έργων του Γεώργιου Πολ. Γεωργίου –έργων που συνοψίζουν συλλογικά, εγγενή χαρακτηριστικά του κυπριακού φυσικού και ανθρώπινου στοιχείου–, τα ελάχιστα γυναικεία γυμνά που μας άφησε τοποθετούνται στη σφαίρα της προσωπικής ζωής του καλλιτέχνη και εκφράζουν, με κάποιες εξαιρέσεις, πιο προσωπικές του στιγμές και συγκινήσεις. Ενώ στα περισσότερα έργα του η γυναίκα παρουσιάζεται με την αρχετυπική, εξιδανικευμένη μορφή της Κύπριας αγρότισσας, η γυναίκα των γυμνών του είναι μια γήινη γυναίκα, έκφραση φυσικής ομορφιάς και, ως τέτοια, αντικείμενο θαυμασμού και πόθου.
Η Λεβέντειος Πινακοθήκη παρουσιάζει από τις 16 Μαΐου μια έκθεση αφιερωμένη στα γυμνά του μεγάλου δημιουργού της πρώτης γενιάς Κυπρίων καλλιτεχνών, του ζωγράφου που συνέδεσε το έργο του με τους ανθρώπους και την ιστορία του τόπου του. Ένας μεγάλος αριθμός από τα γυμνά του Γεωργίου εκτίθενται για πρώτη φορά στο κοινό. Ο τρόπος με τον οποίο ο χρωστήρας του ζωγράφου προσεγγίζει το θέμα «γυναίκα» αλλάζει τα δεδομένα στην πρώτη γενιά των Κυπρίων ζωγράφων. Επιμελήτριες της έκθεσης είναι η Ελένη Σ. Νικήτα και η Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ.
Το γυναικείο γυμνό είναι μια θεματογραφική περιοχή με την οποία ο Γεώργιος Πολυβίου Γεωργίου ασχολήθηκε μόνο περιστασιακά. Όπως όμως επισημαίνει η Ελένη Νικήτα, παρά τον μικρό αριθμό τους, τα έργα αυτά έχουν μεγάλη σημασία για την πληρέστερη κατανόηση του έργου του και ιδιαίτερα για τη σχέση του με τα νεωτερικά αισθητικά ρεύματα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. «Η μελέτη των γυναικείων γυμνών αποκαλύπτει, παράλληλα με το ενδιαφέρον του Γεωργίου για το θεματικό τους περιεχόμενο, την έρευνά του για την ικανοποίηση του αισθήματός του της φόρμας και για την αναβάθμιση της ιδιότητας του έργου ως ανεξάρτητης πλαστικής κατασκευής» σημειώνει.
Η ίδια επισημαίνει ότι κάποια από τα γυμνά, με τονισμένη τη σαρκικότητα του σώματος, αποπνέουν αισθησιασμό και ερωτισμό. «Επιπλέον, οι τονισμένοι γλουτοί και γενικά τα γονιμικά όργανα τα συνδέουν με αρχαϊκά αγάλματα, αρχέτυπα γονιμότητας και ευγονίας. Το ομιχλώδες πέπλο που καλύπτει μερικά από αυτά τούς προσδίδει ποιητική και ονειρική διάσταση αλλά και τη διάσταση της μνήμης και του χρόνου. Τα έργα αυτά συνδέουν τη γυναικεία ομορφιά με τη φθαρτότητα και τον θάνατο».
Στη σειρά των γυναικείων γυμνών συμπεριλαμβάνεται και μια ξεχωριστή κατηγορία εμπνευσμένη από αρχαϊκά γλυπτά. Πρόκειται για συνθέσεις που εμπεριέχουν συμβολισμούς ή/και εννοιολογικά στοιχεία και που διεισδύουν ταυτόχρονα τόσο στο γοητευτικό εξατομικευμένο σύμπαν του ζωγράφου, όσο και σ’ ένα άλλο πολυσήμαντο συλλογικό σύμπαν, το οποίο συνδέεται με το ιστορικό παρελθόν και παρόν της Κύπρου.
Συνδέονται με προσωπικές στιγμές του ζωγράφου
Μετά τον θάνατο του ζωγράφου το 1972, τα ανίψια του Rima Outram και Αριστόδημος Φινιεύς κατέγραψαν στο εργαστήριό του στην Αμμόχωστο περισσότερα από 350 έργα. Από αυτά μόνο 27 εντάσσονται στη θεματική του γυναικείου γυμνού. Όπως αναφέρει η Ελένη Νικήτα, η τύχη πολλών από αυτά παραμένει έως σήμερα άγνωστη. «Για τους σκοπούς της έκθεσης αυτής, μπορέσαμε να εντοπίσουμε μόνο 11 γυναικεία γυμνά σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στις ελεύθερες περιοχές. Ετούτο δεν είναι τυχαίο, γιατί, μελετώντας τους καταλόγους των εκθέσεών του, διαπιστώνουμε ότι δεν συμπεριλαμβάνουν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έργα με θέμα το γυναικείο γυμνό. Το γεγονός αυτό συνιστά μια επιπρόσθετη απόδειξη ότι τα έργα αυτά συνδέονται με προσωπικές στιγμές του ζωγράφου, τις οποίες ήθελε να διαφυλάξει ως ιδιωτικές.
Το πρώτο γνωστό χρονολογημένο γυμνό ζωγραφίστηκε το 1946 και είναι το έργο με τίτλο «Undressing» που απεικονίζει τη γυναίκα του Τρούντι. «Είναι προφανές ότι ο Γεωργίου άρχισε να ασχολείται με το θέμα του γυναικείου γυμνού όταν συνδέθηκε, γύρω στο 1937, με την Αυστριακή χορεύτρια Γερτρούδη (Τρούντι) Ρίχλι, στο πρόσωπο της οποίας βρήκε το πρώτο ιδανικό του μοντέλο» επισημαίνει η επιμελήτρια.
«Για ευνόητους λόγους, στη συντηρητική κοινωνία της Κύπρου ήταν εξόχως δύσκολο να εξασφαλίσει γυμνό μοντέλο. Λόγω του γεγονότος ότι ο Γεωργίου δεν είχε φοιτήσει σε σχολή καλών τεχνών, δεν διδάχθηκε ποτέ ακαδημαϊκό σχέδιο, για το οποίο η μελέτη του γυμνού θεωρείται πρωταρχικής σημασίας. Η έλλειψη, βέβαια, ακαδημαϊκής παιδείας τού επέτρεψε να δει από την αρχή το θέμα του με μάτι παρθένο και να προχωρήσει σε έναν δικό του δρόμο, χωρίς να παγιδευτεί στα δαιδαλώδη μονοπάτια του ακαδημαϊκού σχεδίου».
Η Τρούντι φαίνεται να ήταν το μοντέλο του Γεωργίου για όλα τα πρώτα του γυμνά. Όπως το «Undressing» έτσι και τα έργα «Γυμνό στο Ντιβάνι» και «Γυμνό με Μπλε Μαξιλάρι» ζωγραφίστηκαν στο «Palazzo», όπως αποκαλούσε ο Γεωργίου το ιδιόκτητο μεσαιωνικό κτίσμα εντός των τειχών της Αμμοχώστου όπου είχε εγκαταστήσει το εργαστήριό του.
Καθώς στρέφεται, παράλληλα με το θεματικό περιεχόμενο, και προς την ικανοποίηση του αισθήματός του της φόρμας, ο δημιουργός αρχίζει και εξερευνά θεωρίες όπως αυτές της σύνδεσης της γυναικεία ομορφιάς με τη φθαρτότητα και τον θάνατο. Εμπνευσμένος από αρχαϊκά και αρχαία γλυπτά, ο Γεωργίου έδωσε αργότερα και μία σειρά έργων υπό τον γενικό τίτλο «Philomennas’s Torso», με κεντρικό θέμα ένα ακρωτηριασμένο γυμνό γυναικείο σώμα.
Η Ελένη Νικήτα εκτιμά ότι τα γυμνά γυναικεία σώματα του Γεωργίου ελκύουν το βλέμμα του θεατή, στον οποίο προσφέρονται ανυπεράσπιστα μέσα σε μια ερωτική λαγνεία και ομορφιά. Ταυτόχρονα όμως αποκαλύπτουν μια πνευματική σχέση με τον δημιουργό τους.
Στην κύρια φωτογραφία: «In the Temple of the Mind and Soul», π. 1949, Λάδι σε ξύλο, Συλλογή Γεώργιου Πολ. Γεωργίου.
* «Γεώργιος Πολυβίου Γεωργίου – Γυναικεία Γυμνά», Λεβέντειος Πινακοθήκη, Αίθουσα Claude Monet, Coco_Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης, 16 Μαΐου – 2 Σεπτεμβρίου