Άντης Κανάκης: «Ποιήματα αγάπης και οδύνης», εκδόσεις Literatura et Artes, 2018.
Ποιητικό ανθολόγιο συνολικά 86 ερωτικών ποιημάτων του εξέδωσε το 2018 ο γνωστός ποιητής Άντης Κανάκης. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται ποιήματα αμιγούς ερωτικής θεματικής και από τα 13 ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησε ο Α.Κ. μεταξύ των ετών 1977-2018. Κατά μέσον όρο αντλήθηκαν 6-7 ποιήματα από κάθε συλλογή. Ο ελάχιστος αριθμός είναι μόλις 1 ποίημα από την πρώτη του συλλογή: «Μνήμη και συνείδηση» του 1977. Και ο μέγιστος αριθμός είναι 16 ποιήματα από τη συλλογή: «Χωρίς ομπρέλα» του 2004, που είναι η δέκατη στη σειρά.
Αδιαμφισβήτητα, αναντίλεκτα και προφανέστατα η μούσα για την ερωτική ποίηση του Α.Κ. είναι η σύζυγός του Όλγα. Πολλά από αυτά τα ποιήματα φέρουν μάλιστα και σχετική αφιέρωση. Ως εκ τούτου, ο ερωτικός στίχος του Α.Κ. είναι γήινος, χωμάτινος, βαθύτατα ρεαλιστικός και ουδόλως αιθεροβάμων. Κι αυτό διότι ο συζυγικός έρωτας βασίζεται και δοκιμάζεται στην τριβή της καθημερινότητας, στη φθορά του χρόνου και στην ανθεκτικότητα της αυθεντικότητας. Ειδάλλως εξανεμίζεται, εξαϋλώνεται και δεν συντρέχουν λόγοι αισθητικής μετάπλασης του σε ποίηση.
Όπως είχα την ευκαιρία να σημειώσω ξανά, θεωρώ το ποίημα «Η αλήθεια», ως το καλύτερο ερωτικό ποίημα του Α.Κ. Κι αυτό διότι συνδυάζει αρμονικά το λυρισμό με τον ρεαλισμό, το ερωτικό συναίσθημα με την ταξική προσέγγιση, τα εξωτερικά γνωρίσματα με τα εσωτερικά χαρίσματα. Το ποίημα ξεκίνα ως εξής: «Η αλήθεια είσαι εσύ / όταν γυρνάς απ’ τη δουλειά / κουρασμένη / με τσαλακωμένο το φουστάνι / με το χαμόγελο / και τ’ αλμυρό φιλί. / Η αλήθεια είναι το ψωμί / που κόβεις στο τραπέζι / η κουβέντα που θα πεις / το φιλί που θα σου δώσει / το μικρό σου παιδί». Και ολοκληρώνεται με την εξής αντιδιαστολή: «Μη τις κοιτάς εκείνες / τις αργόσχολες / φανταχτερές κυρίες. / Οι πολύχρωμες εκλάμψεις τους / είναι απ’ τη στολή παραλλαγής / που κρύβει την παγωμένη τους ψυχή». (σελ. 28)
Συχνά η ερωτική ποίηση ελαύνεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του ερωτικού υποκειμένου, εξωτερικά ή εσωτερικά. Στην προκειμένη περίπτωση τα μάτια διαδραματίζουν δεσπόζοντα ρόλο: «Τα φεγγοβόλα μάτια σου / σπιθοβολούσαν / μικρά, μικρά μενεξεδιά / αστεράκια. / Το πρόσωπό σου έλαμπε. / Τα ρόδινά σου χείλη / κρυφοχαμογελούσαν». (σελ. 60)
Αλλού πάλι, με παιγνιδίζουσα διάθεση, ο ποιητής διερωτάται: «Τα μάτια σου / είναι συνέχεια της θάλασσας / ή / η θάλασσα συνέχεια / των ματιών σου / αγαπημένη;». (σελ. 84)
Αλλού πάλι, με παιγνιδίζουσα διάθεση, ο ποιητής διερωτάται: «Τα μάτια σου / είναι συνέχεια της θάλασσας / ή / η θάλασσα συνέχεια / των ματιών σου / αγαπημένη;». (σελ. 84)
Μιλώντας πάντα για τα μάτια της αγαπημένης του, ο ποιητής γίνεται κλασικότροπα ρομαντικός, με αίσθηση και αισθητική αλλοτινών εποχών. Θα έλεγα ότι αλλού παραπέμπει σε ελληνική ποίηση του μεσοπολέμου και αλλού σε ρωσική ποίηση των προεπαναστατικών χρόνων: «Ο ήλιος αναδύεται / μουσκεμένος / βαθιά στον ορίζοντα / της θάλασσας / των δυο σου / ματιών. / …Όταν κοιτάζω / τα δικά σου μάτια / ποτέ, / δεν νυκτώνει». (σελ. 96)
Σε άλλη περίπτωση ο Α.Κ. πειραματίζεται με τις χρωματικές μεταλλάξεις των ματιών της αγαπημένης του, ανάλογα με την ψυχολογική ή συναισθηματική της κατάσταση: «Αυτά τα μάτια, / που σαν χαμαιλέοντας / αλλάζουν χρώμα / κάθε λίγο: / γαλάζιο / πράσινο / και γκρίζο / πολύ με τυραννούν». (σελ. 104)
Και μονίμως σε αυτά τα μάτια παραδίδεται ο ποιητής: «Εγκλωβίστηκα / στα μάτια σου / σαν βάρκα με πανιά / στης λίμνης την απανεμιά. / Δεν θέλω / να φυσήξει τ’ αγέρι…». (σελ. 150)
Όπως όμως μαρτυρά και ο τίτλος του ανθολογίου, «Ποιήματα αγάπης και οδύνης», ο Α.Κ. ασχολείται και με τον πόνο, τη θλίψη, τη συντριβή που μπορεί να προκαλέσει η ερωτική απογοήτευση, η φθορά, η προδοσία, η μη ανταπόκριση. Ο ποιητής ουδόλως εξιδανικεύει ή θεοποιεί τον έρωτα. Περιγράφει και τις δυσκολίες, τα σκαμπανεβάσματα και τα βάσανά του: «Οι ψαράδες την αυγή / βρήκαν στα δίκτυα τους / δυο ναυαγούς – γυμνούς / ενωμένους σ’ ένα σώμα / με φεγγοβόλα πρόσωπα. / Ακίνητους. / Τα κύματα τους τσάκισαν / τα κόκαλα». (σελ. 58)
Ο ποιητής θεματοποιεί και την ερωτική απώλεια: «…από τότε / η ψυχή μου / ταξιδεύει / σε σκοτεινό τούνελ / χωρίς σταθμό, / χωρίς προορισμό, / χωρίς αναπαμό». (σελ. 136)
Δεν υπάρχει ερωτικό συναίσθημα που να μην διεγείρει το ποιητικό αισθητήριο του Α.Κ., ακόμα κι ο ετεροχρονισμένος, ο παράκαιρος έρωτας: «Κρίμα / που γνωριστήκαμε / μετά τη βροχή… / …Για μας δεν είναι / η μυρωμένη άνοιξη, / ούτε το πυρωμένο καλοκαίρι / Αργήσαμε πολύ». (σελ. 46)
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θα ήθελα να εκφράσω τη βεβαιότητα ότι ο Α.Κ. έχει ακόμα να τραγουδήσει κι άλλους ερωτικούς χειμώνες, κι άλλες άνοιξες, καλοκαίρια και φθινόπωρα. Η θεματική αυτή θα τον σαγηνεύει και θα τον διεγείρει μέχρι τα στερνά ποιήματά του.