Μπάμπης Αναγιωτός: «Δυτικά της λήθης», αυτοέκδοση 2019.
Ο Μπάμπης Αναγιωτός γράφει πλέον ποίηση μεστή κι ολόγλυκη σαν γινωμένο σύκο. Αυτό συμβαίνει στα ώριμα χρόνια της ποιητικής του κατάθεσης, με την ευσύνοπτη συλλογή «Δυτικά της λήθης». Είναι η ώρα που ο ποιητής επιλέγει φίλους ακριβούς, αισθήματα πολύτιμα, ιδέες ανεκτίμητης αξίας για την ποιητική του συναναστροφή. Ο θεματικός μετεωρισμός του μεταξύ ποίησης και έρωτα είναι πρόδηλος, συνειδητός και καθ’ όλα φυσιολογικός, καθώς οι δύο υψηλές έννοιες αλληλεπικαλύπτονται και συγκοινωνούν μεταξύ τους, και εν είδει απολογισμού.
Μόλις είκοσι ποιήματα περιέχει η συλλογή. Και ουδόλως τυχαία τα δεκατέσσερα από αυτά φέρουν αφιερώσεις σε πρόσωπα του στενού περίγυρου του ποιητή, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι και οι ίδιοι δημιουργοί. Εξάλλου, εάν υπάρχει ένας συνεκτικός κρίκος για το σύνολο των ποιημάτων που περιλαμβάνει η συλλογή, αυτός μπορεί να αποδοθεί με τον όρο ωδή στη δημιουργία.
Έχουμε λοιπόν να κάμουμε με μια ποίηση γήινη, αληθινή, χωμάτινη, φτιαγμένη από απλά, αγνά και ταπεινά υλικά, την μπέσα, την ανθρωπιά, την ειλικρίνεια, τον πόνο, τη θλίψη, την εγκαρτέρηση, την πίστη και την ελπίδα. Ποίηση ως εξαγνιστική, λυτρωτική εξομολόγηση. Ποίηση χαμηλών τόνων, ήθους και ταπεινότητας. Ποίηση ψιθυριστή και όχι φωνακλού, με διακηρύξεις και βροντώδεις εκφράσεις: «…δεν ζητούμε σκήπτρα, δάφνες και χρυσοφόρα κοιτάσματα / μόνο να κλείσουμε με αξιοπρέπεια πίσω μας τις ξώθυρες». (σελ. 9)
Επιχειρώντας να βάλω σε μια τάξη τη συγκίνηση, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου διέγειραν τα νέα ποιήματα του Μπ. Α., θα προσπαθήσω να τα προσεγγίσω διαχωρίζοντάς τα θεματικά. Αρχίζω λοιπόν με τα ποιήματα ποιητικής, ίσως τα πλέον προσφιλή και για τον ίδιο το δημιουργό τους.
Ιδιαίτερα εμβληματικό για όλη τη συλλογή θεωρώ το ποιητολογικό ποίημα για τη μοίρα των λέξεων μέσα στην ποίηση, που φέρει τίτλο: «Και οι λέξεις έχουν τον Οδυσσέα τους». Το ποίημα μιλά για το σεργιάνι των λέξεων μέσα στους στίχους, τον πηγαιμό και την επιστροφή τους. Οι λέξεις ανθρωποποιούνται καθώς τούς προσδίδεται γνώση, γνώμη, μνήμη και συνείδηση, συναισθήματα και κρίση. Και τι άλλο δεν είναι οι λέξεις στην άκρη της γραφίδας ενός ποιητή παρά στρατιώτες, σταυροφόροι, εκστρατευτές! Να πως γλαφυρά, λυρικά και παραστατικά τις παρουσιάζει ο Μπ. Α. καθώς ξεκινούν: «Οι λέξεις συνωστίζονται στην ερημική ακτή / ψάχνοντας άδεια κονδύλια / για να ενδύσουν το πεπρωμένο τους κι ύστερα / ασφαλείς μέσα στων ερώτων τους τις πανοπλίες / να σεργιανίσουν το μυστήριο του πελάγου…». (σελ. 30) Κι ύστερα βέβαια, μέσα σε μια μαγευτική σαγήνη: «Αποκαμωμένες το σούρουπο οι λέξεις / επιστρέφουν στο ακρογιάλι τους / ανάμεσα στο πλήθος των παραθεριστών / πιο μόνες και από τους πρωτόπλαστους / γιατί τώρα ξέρουν / τι θα πει αναχώρηση και αποχωρισμός / νοσταλγία και ξενιτειά / και θάνατος πατρίδας». (σελ. 31)
Αναλόγου πνοής είναι και το ποίημα «Τεριρέμ», αφιερωμένο στον αδελφό του ποιητή, επίσης ποιητή, Κυριάκο Αναγιωτό. Ο Μπ. Α., υμνεί, δοξολογεί, ενίοτε και οικτίρει τις λέξεις, το κύριο εργαλείο κάθε ποιητή, την κύρια πρώτη ύλη της δημιουργίας του. Οι ανθρωποποιητές διαστάσεις των λέξεων, όπως τις μετέρχεται ο ποιητής, προκαλούν συγκινήσεις μα και διεγείρουν συνειδήσεις: «Κουρασμένες οι λέξεις / αποχωρούν στα ιδιαίτερα των νοημάτων. / Έχουν εκπληρώσει την αποστολή τους. / Αναμασώντας και απομυζώντας τις / έχουν απολέσει κάθε ίχνος ικμάδας. / Ξεχειλίζουν από τα συρτάρια μου νέκρες / λέξεις, λέξεις, λέξεις». (σελ. 37)
Ώρα όμως να αναφερθώ και στην ερωτική ποίηση που περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Το ερωτικό πάθος, ο ερωτικός πόθος, οι καημοί της σάρκας, γίνονται θέμα ποιητικό. Αλλά χωρίς πλεονασματικούς αισθησιασμούς και λοιπές εντυπωσιοθηρίες, παρά μόνο με το δέος της υπόκλισης στο μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης κι ένα ρεαλισμό που συνεπαίρνει με την ωμότητα και το ανεπιτήδευτο του. Κι είναι όλα διατυπωμένα με ορμή και ενάργεια. Πχ μια απλή καθημερινή σκηνή με μια σκυλίτσα που τη βγάζει βόλτα το αφεντικό της, την οσφραίνεται ερωτικά άλλος σκύλος, εκείνη ριγεί, αλλά τ’ αυτοκίνητα κορνάρουν και η σκηνή διαλύεται, μετατρέπεται σε ερωτικό πρελούδιο. Κι ο ποιητής – παρατηρητής αυτοσαρκάζεται ως «επίδοξος ηδονοβλεψίας». Να με πόση γλυκύτητα και πόση τρυφεράδα μιλά στη σκυλίτσα: «Θα παρέμενα ώρα πολλή / να σε εποπτεύω / μικρή μου δεσποινίς / να τρέμεις σύγκορμη / μπρος στα μυστήρια της σαρκός / -τέτοια δημόσια θαύματα / επισυμβαίνουν σπανίως στις μέρες μας – / μα κόρναραν πίσω μου πυρ ομαδόν τυφλοπόντικες οδηγοί…». (σελ. 12)
Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτος θεωρώ πως είναι και ο διακειμενικός διάλογος που αναπτύσσει ο Μπ. Α. με τη «Μουζουρού του Μόρφου», το γνωστό παραδοσιακό κυπριακό τραγούδι. Πρόκειται για ένα ύμνο στη μνήμη του ερωτικού καλέσματος της νιότης, το οποίο ενίοτε αναζωπυρώνεται και εκρήγνυται χειμαρρωδώς: «…εισβάλλω δαφνοσκεπής αρματολός / στον χειμερινό της κόρφο και παρευθύς / ο πολικός Δεκέμβριος υπερθερμαίνεται / σε πυρακτωμένον Αύγουστο». (σελ. 11) Όλο το ποίημα είναι ένα κράμα νοσταλγίας, μνήμης και πάθους. Μια ερωτική ψαλμωδία.
Θέλω όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση μ’ ένα από τα ελάχιστα αυτοαναφορικά ποιήματα της συλλογής, που καταχωρείται τελευταίο στο βιβλίο και φέρει τον ενδεικτικό τίτλο “C.V.”. Το θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο, όλου του βιβλίου. Πρόκειται για ένα ποίημα αυτοπροσδιορισμού και αυτογνωσίας, ποίημα ενδοσκόπησης, αισθητικό μανιφέστο, αλλά και διακήρυξη αρχών. Ωδή στη μαγεία των αντιθέσεων και των αντιφάσεων. Ένα ποίημα άριστα δομημένο, αλλά με κύριο στόχο την αποδόμηση και την αυτοκριτική: «Ένας αδιόρθωτος ρακοσυλλέκτης / εφημέρων της αιωνιότητας είμαι / κυρίες και κύριοι». (σελ. 38)
ΥΓ. Η ΣΤΗΛΗ ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΧΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟ