Ως κόρη Μικρασιάτη που ξεριζώθηκε από τη γενέθλια γη στα εννιά του χρόνια, εδώ στην Κύπρο ένιωσα, από την πρώτη στιγμή, να βρίσκομαι σε χώρο οικείο. Θες οι μυρωδιές, θες οι γεύσεις (οι πιο ισχυρές μας αισθήσεις, άλλωστε, λένε οι επιστήμονες), αναγνώριζα τα πάντα σ’ αυτόν τον τόπο – κάπως σαν να έμπαινα στο σπίτι της αγαπημένης μου γιαγιάς. Εξ αφορμής, λοιπόν…

Όρνυμι: εγείρω τινά εκ του ύπνου, τον σηκώνω, τον φωνάζω να εγερθεί εκ του ύπνου, τον αφυπνίζω. (Σταματάκος, Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης)

Αναζητώ την ετυμολογία της λέξης ορμή και οδηγούμαι ανεπαισθήτως στην αφύπνιση. Και μου αρέσει. Όπως μου αρέσει και το ότι οι δύο λέξεις (εξ και αφορμής) παραμένουν κεχωρισμένες στα σύγχρονα λεξικά, σε αντίθεση με το (δόκιμο) εξάλλου και το (αδόκιμο) εξολοκλήρου. Και βεβαίως μη και δω απόστροφο στο εξ. Την αποστρέφομαι. Η πρόθεση εκ γίνεται απλώς εξ, στις περιπτώσεις όπου η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν. Εκ δεξιών και εξ ευωνύμων, λοιπόν. Χωρίς απόστροφο.

Εξαιτίας, εντέλει, του Σταύρου Χριστοδούλου ξαναπιάνω ένα νήμα αφημένο εδώ και δεκαετίες. Κι αυτή τη φορά ελαφρώς εκτός έδρας, αφού στην Κύπρο ζω μόνο τα τελευταία οκτώ χρόνια. Με τρομάζουν αυτές οι 500 λέξεις κάθε βδομάδα. Αλλά θα το παλέψω…

Κι επειδή στις 2 του Σεπτέμβρη γιορτάζαμε τα γενέθλια του πατέρα μου, να καταθέσω εδώ, αντί για μνημόσυνο, μια του ανάμνηση που μου εμπιστεύθηκε σε βαθύ γήρας. Γιατί μόνο τότε, και πάλι λίγες, ελάχιστες φορές, μας μίλησε για την προσφυγιά όπως την έζησε εκείνος, σε πολύ τρυφερή ηλικία. 

Μετά τον ξεριζωμό, λοιπόν, μπήκαν επιτέλους από την Αλεξανδρέττα στο καράβι που θα τους έφερνε στη νέα (και άγνωστη) πατρίδα. Μα εκεί η Ελισσώ, μια μεγαλύτερή του εξαδέλφη, 18χρονη τότε, περνούσε όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας στο σαλόνι του πλοίου, ξάγρυπνη όσο κράτησε το μακρύ ταξίδι, παίζοντας πιάνο. Παίζοντας ασταμάτητα πιάνο… Ήταν ένα μεγάλο πιάνο με ουρά, μαύρο βέβαια. Και τα μικρότερα αδέρφια της, όπως και τα ξαδέρφια, κούρνιαζαν κάτω από το επιβλητικό σώμα του, ακούγοντας τη μουσική. Ώσπου, λίγο προτού φτάσουν στον Πειραιά, ο πατέρας μου δεν άντεξε. 

«Γιατί, Ελισσώ, παίζεις συνέχεια πιάνο;» τη ρώτησε. 
«Γιατί φοβάμαι πως δεν θα παίξω ποτέ ξανά», του απάντησε. 
Και είχε δίκιο. Η ζωή επαλήθευσε τους φόβους της.

Θυμάμαι κι εγώ τη θεία Ελισσώ, που δεν παντρεύτηκε ποτέ. Γιατί είχε να φροντίζει αρχικά τα αδέρφια και μετά τα παιδιά των αδερφών της. Αλλά με τρόμαζαν όταν ήμουν παιδί τα χέρια της με τα μακριά, αδύνατα και… θεόστραβα δάχτυλα – πιο στραβά δεν είχα δει ποτέ μου. Κι εκείνη, μικροκαμωμένη κι αδύνατη, έμοιαζε σαν πουλί με τα στραβά της δάχτυλα, που θύμιζαν, ακριβώς, πόδια πουλιού. Εκείνα τα χέρια, όμως, δεν ήταν ο χρόνος που τα είχε στραβώσει. Τα είχαν στραβώσει δεκαετίες δουλειάς στις ταπητουργίες της Νέας Ιωνίας. Δεκαετίες ολόκληρες, που τις έζησε η Ελισσώ περνώντας ξανά και ξανά νήμα στους αργαλειούς, τις βούφες, όπου δούλευαν για μια μπουκιά ψωμί και την αξιοπρέπειά τους οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Για να ζήσουν τις οικογένειές τους, για να σπουδάσουν τα μικρότερα αδέρφια, για να βοηθήσουν τα καινούρια νοικοκυριά.

Πικρός ο Σεπτέμβρης για τους Μικρασιάτες. Για τους ίδιους λόγους που είναι πικρός ο Ιούλιος και ο Αύγουστος για τους Κυπρίους.

ΥΓ.: Όχι, δεν θα προτείνω κάποιο βιβλίο για τη Μικρασία και την προσφυγιά, όπως θα ήταν αυτονόητο. Επιφυλάσσομαι για επόμενη εβδομάδα. Η σκηνή με το πιάνο, όταν την πρωτοάκουσα από τα χείλη του πατέρα μου, μου ανακάλεσε μια σκηνή από το εξαιρετικό Ξενοδοχείο Lutetia, του Πιερ Ασσουλίν (εκδόσεις Πόλις), που είχα διαβάσει λίγα χρόνια νωρίτερα. Αναζητήστε το. 

popcy8@yahoo.com