Μέσα από «νεκρό» στοκ των αποθηκών της οικογενειακής επιχείρησης, ο νεαρός εικαστικός δίνει αξία σε αντικείμενα που δεν έχουν πια ζωή με αναφορές στα 90s, στην off-site έκθεση των Θκιό Ππαλιών που εγκαινιάζεται αυτή τη βδομάδα.
«Μπορώ να κάνω τέχνη χωρίς να δημιουργώ σκουπίδια πια. Αυτό το κατάλαβα στην πορεία, αφού όλα όσα έχω κρατήσει κατά τη διάρκεια των χρόνων, πιστεύω πως μπορώ να τα χρησιμοποιήσω, ως κομμάτι της πρακτικής στη δουλειά μου». Ο Ορέστης Λαζούρας, γοητευμένος από την ιδέα να δίνει ζωή σε κάτι που θεωρητικά δεν έχει και με αφορμή τη νέα του πρόταση κάτω από τον τίτλο «VPA» θα πει πως ενθουσιαζόταν ανέκαθεν από τα μαγαζιά της παλιάς πόλης της Λευκωσίας, στα ράφια των οποίων τα προς πώληση αντικείμενα δεν είχαν πια κάποια αξία. Έψαχνε για πράγματα που δεν πουλήθηκαν την εποχή που έπρεπε και που δεν έχουν λόγο στο τωρινό στοκ. «Η μόδα είναι η αξία που δίνουμε σε ένα αντικείμενο», λέει. «Και μαζεύοντας όλα αυτά ένιωθα πως με αυτό τον τρόπο συνέλεγα και την ιστορία τους, ένιωθα μπορούσα να τους δώσω λίγη ζωή ακόμα».
Στον εκθεσιακό χώρο, που στήθηκε ειδικά για την τωρινή του δουλειά με περιορισμένα έργα, χρησιμοποίησε υλικά που δεν είχαν θεωρητικά κάποια αξία. Τα πιο πολλά τα ανακύκλωσε. Και μάλιστα, ζητώντας βοήθεια από τεχνίτες που χάνονται με τα χρόνια, με τους οποίους δούλεψε στο παρελθόν η επιχείρηση της οικογένειάς του. «Με ενδιέφερε να βρω δημιουργούς ή και βιομηχανίες που ο κύκλος της ζωής τους κλείνει», λέει.
Τον τίτλο της έκθεσής του τον δανείστηκε από το όνομα του καταστήματος της επιχείρησης της οικογένειάς του, VPA, που έκανε εισαγωγές με έπιπλα αρχικά κυρίως από τις Φιλιππίνες και το σκεπτικό του είναι βασισμένο στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το μάρκετινγκ του συγκεκριμένου καταστήματος, εμπνευστής του οποίου ήταν κυρίως η μητέρα του. Το VPA ιδρύθηκε τη δεκαετία του ‘80 και υπήρξε μια από τις πρώτες εταιρίες εισαγωγής επίπλων στην Κύπρο. Ήταν ιδιαίτερα γνωστό για τις δημιουργικές και καινοτόμες στρατηγικές μάρκετινγκ που εφάρμοζε, όπως τα δημοφιλή πάρτι, οι θεατρικές παραστάσεις που αντιμετωπίζονταν ως κοινωνικά γεγονότα, συμπίπτοντας με την οικονομική άνθηση της εποχής.
«Το μήνυμα της διαφήμισης δεν πήγαινε απ’ ευθείας στο κοινό. Για παράδειγμα μια καμπάνια είχε μόνο την χρονολογία 2004. Δεν εξηγούσε τίποτα παραπάνω. Βγήκε το 1996 όταν πήρε η Ελλάδα τους Ολυμπιακούς», εξηγεί ο Ορέστης. «Μια άλλη είχε μόνο το μπλε χρώμα, το οποίο λειτουργούσε στον παραλήπτη της ως μια έντονη οπτική αντίδραση και τίποτε άλλο. Με ενθουσίαζε αυτό, το πως δηλαδή κατάφερναν να προωθούν τα προϊόντα τους, με τέτοια μέσα. Ήταν εξάλλου και μια εποχή που ο κόσμος έδειχνε παραπάνω εμπιστοσύνη στο προϊόν και τι προσέφερε αυτό».
Ο χώρος στήθηκε έτσι ώστε να θυμίζει ένα σκηνικό στο οποίο αποτυπώνονται ιστορίες που ο ίδιος άκουσε ή είδε μέσα από φωτογραφικό υλικό, αφού το κατάστημα το θυμάται σαν μια θολή ανάμνηση. Η έκθεση, όπως τονίζει ο ίδιος, μια πρόταση που ήρθε από τις Θκιό Ππαλιές, δεν θα μπορούσε να γίνει πουθενά αλλού. Στήθηκε στο κέντρο της πρωτεύουσας, στον δρόμο πίσω από το Υπουργείο Εμπορίου, όπου για δυο και βάλε δεκαετίες λειτουργούσε ως αποθήκη για το VPA. «Σκέφτηκα πως αυτή ήταν η ευκαιρία να χρησιμοποιήσω το χώρο. Ήθελα να κάνω κάτι εδώ, με ενθουσίαζε ανέκαθεν η ιδέα».
Η πρόταση από τις Θκιο Ππαλιές ήταν η ευκαιρία να φτιαχτεί. Πρόκειται για ένα ψηλοτάβανο φωτεινό διώροφο χώρο, από τον οποίο, όπως λέει, έπρεπε να «φύγουν» τα χρόνια της ιστορίας του, κάτι το οποίο πέτυχε με την συμβολή της χορηγίας των Πολιτιστικών Υπηρεσιών. Χρειάστηκαν περίπου δυο μήνες για να φτάσει στην τωρινή του μορφή για τις ανάγκες τις έκθεσης, με τους τοίχους να βάφονται στο χρώμα της γαρδένιας που ήταν πολύ δημοφιλές τα 90ς. «Σ’ αυτό το χώρο», λέει «φιλοξενούνταν και τα παζαράκια του VPA. Εδώ έπρεπε να πουληθεί το στοκ για να έρθει το καινούριο και οι τιμές ήταν πολύ χαμηλές. Αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα γιατί στα παζαράκια γινόταν μια συνάντηση όλων των οικονομικών τάξεων…».
Οι αφηγήσεις που κληρονόμησε ο Ορέστης Λαζούρας από εκείνη την εποχή, όπως και τα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση, «αμφιταλαντεύονται μεταξύ εορτασμού και μελαγχολίας. Ίσως για να αντιμετωπιστεί η πτώση ή ίσως για να εξεταστεί το κατά πόσο αξίζει να κρατήσουμε τα θραύσματα της πτώσης αυτής για να αναδειχθεί από μέσα τους μια νέα περίοδος χάριτος», αναφέρουν Μαρία Τουμάζου και Πίτερ Εράμιαν σε κείμενό τους.
Βάζα με ψεύτικα, αλλά ρεαλιστικά λουλούδια –δημοφιλή επίσης τα 90s– είναι στημένα σε ράφια που βρήκε στις αποθήκες της επιχείρησης, τοποθετημένα σαν γλυπτά χωρίς ημερομηνία λήξης. Πουκάμισα από δείγματα κουρτινών από το κατάστημα της γιαγιάς του, το Laura Ashly, φτιαγμένα από τους τελευταίους πουκαμισάδες που βρήκε στο νησί, πίνακες από υφάσματα τα οποία έβαψε με την τεχνική του tie dye, πίνακες από λαμαρίνες β’ κατηγορίας με σκουριά (σε μια πρώτη παρουσίαση έργων σε τοίχο), παγκάκια στα οποία τοποθέτησε πλεχτά, μικρά κεραμικά πιθάρια και αποξηραμένα φυτά, δυο καναπέδες που έφτιαξε από μαξιλάρια τα οποίο έμειναν για χρόνια στις αποθήκες, συνθέτουν το εικαστικό τοπίο του, που έχει αναφορές στη δεκαετία του ’90.
«Το Dead stock παραμένει ζωντανό όταν το χειρίζεσαι με χαρά και εδώ θριαμβεύει η χαρά ως πολιτική στάση. Όταν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα είναι καταθλιπτικό, τότε η δημιουργικότητα είναι πράγματι η πιο χαρμόσυνη δράση».
Εγκαίνια: Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, 19:00 – 23:00. Διάρκεια: 6 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου, μόνο με ραντεβού. 99803423, 99495198. Ο χώρος βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Σεφέρη 7-9, 1076 Λευκωσία.