Περπατά κοιτώντας δεξιά, αριστερά, πίσω και μπροστά του. Σου ζητά λίγα κέρματα. Θα του τα δώσεις;
Ένα παιδάκι με σταμάτησε προχθές στην Ονασαγόρου. Θα ήταν 8-10 ετών, λεπτό -σκελετωμένο και εμφανώς ταλαιπωρημένο από μια καθημερινότητα που συμπεριλαμβάνει τα μπες- βγες από αυτοκίνητα που το στοιβάζουν σαν τσουβάλι στους κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας- φορούσε κοντό καφέ παντελονάκι, χρωματιστό πουλοβεράκι με μανίκια που δεν έφταναν μέχρι τις άκρες των χεριών του, μελαχρινό, με κοντά μαλλάκια μαύρα, μαύρα μάτια και ολόπικρο χαμόγελο παρακαλετού και πόνου για το προηγηθέν της ζωής του και το επόμενο – αυτό του μεθεπόμενου λεπτού της δικής μας τυχαίας συνάντησης όσων θα το περίμεναν στη γωνία της Τρικούπη με τα σταθμευμένα αυτοκίνητα των νταβατζήδων τσέπης «μαμάδων» και -κυρίως- «μπαμπάδων»: «Έχεις ένα ευρώ; Ένα ευρώ θέλω, να πάρω τυρόπιτα να φάω! Ένα ευρώ…».

Τι είναι ένα ευρώ; Τίποτα. Το προηγούμενο βράδυ, στις μεγάλες βροχές της Λευκωσίας, είχα ξαναδεί αυτό το μικρό αγόρι στη γωνία με τη Λυκούργου, μπροστά από ένα parking – ζητούσε, περίπου, τα ρέστα από όσα επέστρεφε ο παρκαδόρος στους ωριαίους του πελάτες επαναλαμβάνοντας την ίδια σκηνή και ψελλίζοντας τις ίδιες προτάσεις, στον ίδιο τόνο, με τον ίδιο τρόπο απλωμένη την παιδική του παλάμη σε όσους ξανάβγαιναν στο πεζοδρόμιο: «Ένα ευρώ…». Ένα ευρώ για μια τυρόπιτα.

 
Θυμήθηκα, τότε, κάποιον που είχε δώσει συνέντευξη στην Ελένη Βρεττού, υπεύθυνο, με θέση κυβερνητική, και από το γραφείο του «ασφαλή» απέναντι στα νυσταγμένα αυτά παιδάκια του πρωινού «μεροκάματου» της ζητιανιάς που είχαν γίνει «επαγγελματίες» -κατά δεκάδες, στα προηγούμενα χρόνια της κρίσης-, έξω από τη χαρά του ξεροκόμματου των μερικών νομισμάτων και των στοιχειωδών ελληνικών αυτών των κατακαημένων περιθωριακών – ήταν σαφής και υποδεικτικός στην «άνθηση» του «μεγάλου πλήθους των επί τούτου επαιτών και στην Κύπρο»: «Ούτε ένα ευρώ! Η κυβέρνηση θα φροντίσει, βοηθήστε μας. Ούτε σεντ!»…
 
Κοιταχτήκαμε με το παιδάκι, έβγαλα το κινητό από την τσέπη, του είπα να χαμογελάσει, μα ένα μεγαλύτερό του κορίτσι, πριν απ’ το κλικ -όχι ενήλικο, αλλά το ίδιο που εμφανιζόταν συνεχώς μπροστά μου στη Λήδρας, πέρσι, τις μέρες των Χριστουγέννων, στην εργολαβία της γιορτής και του σκορπίσματος δώρων στα μαγαζιά- σαν να εκσφενδονίστηκε από τη Σοφοκλέους προς το μέρος μας, ήδη παρακολουθώντας μας από κάποιο κρυφό στενό, του φώναξε: «Κωστάκη, έλα, φεύγουμε!».  

Η υπόδειξη του συνομιλητή της δημοσιογράφου στο ΡΙΚ για αποφυγή οικονομικής «βοήθειας» ήξερα πως συνήθως δινόταν για τα τζάνκι (άλλων, χαοτικών πόλεων), για αποτροπή της επόμενης δόσης, της παράτασης στην αρρώστια, και της προτροπής έτσι της ένταξης στα οργανωμένα από το κράτος σύνολα -ανοικτών και κλειστών ομάδων- κάτι σαν παρακίνηση, δηλαδή, προσανατολισμού της απελπισίας και της εξάρτησης προς τη θεραπεία – ή, έστω, στην προσπάθειά της. Αλλά, αυτό το παιδάκι; Εκείνη η τυρόπιτα; Εκείνα τα επίμονα μάτια;

Ξέρω πως τα κυκλώματα λειτουργούν «διδάσκοντας» το λυγμό και το ψεύτισμα στη φωνή, τα μάτια που υγραίνονται και επιμένουν -ιδιαίτερα απέναντι σε μεγαλύτερους ηλικιακά ανθρώπους και έξω από τις πρωινές εκκλησιαστικές λειτουργίες της Κυριακής- την επιμονή στη διαλυμένη ζωή που στην κάνουν καθρέφτισμα μπροστά στην «τέλεια» δική σου παραγεμίζοντάς σε τύψεις, ευθύνες, μικρές και μεγάλες ενοχές, σ’ ένα κρεσέντο υπολανθάνοντος ανθρωπισμού που μεταβάλλεται σε «βιομηχανία» πόνου – αν δεν «δώσεις», οφείλεις εκ των προτέρων να γνωρίζεις -σε έχουν ενημερώσει, δεν είσαι πια «αθώος»- πως την κακή «είσπραξη» αυτού του παιδιού θα ακολουθήσει ένα μικρό χαστουκάκι στην αρχή, ένα μεγαλύτερο την επόμενη μέρα, κάποιο σπάσιμο κοκάλου και δαχτύλων τη μεθεπόμενη, για μεγαλύτερη λύπηση, για πειστικότερο θέατρο του παραλόγου, για τιμωρία, παραδειγματική και μόνιμη. Φαύλος κύκλος.   

Ευτυχώς, στην Κύπρο, όσα συνέβαιναν πριν από δυο τρία χρόνια στην οργανωμένη επαιτεία, έχουν μειωθεί πολύ – να κάτι για το οποίο αξίζει να σηκώσεις το τηλέφωνο και να καταγγείλεις άμεσα: Τον ακροβολισμό μικρών και μεγαλύτερων ομάδων στα στενά και σε σημεία μαζικότητας όπου διακινούνται χρήματα, αν και με ασφαλείς διόδους «εξόδου» σε περίπτωση αστυνομικής εφόδου. Ωραίο το να δίδεις, ωραιότερη η ελεημοσύνη για τους έχοντες που τους ευφραίνει τις ψυχές ανεβάζοντάς τους ένα σκαλοπατάκι πιο πάνω από τη μικροζωούλα τους, μα πιο ωραία η αίσθηση όταν έχεις τη βεβαιότητα πως τα λεφτά αυτά θα πιάσουν τόπο και δεν θα καταλήξουν εκεί όπου δεν θα ‘θελες να δεις πίσω από το αφηρημένο κλάμα – όπως αξίζει να γίνει με τον «Ραδιομαραθώνιο» των 28 χρόνων γενναιοδωρίας, όπως έγινε με τον ΠΑ.ΣΥ.ΚΑ.Φ πριν από λίγες μέρες. Υπάρχει, βέβαια, κι άλλος τρόπος, αν η «αντίσταση» στο πραγματολογικό υπερβαίνει την ευαισθησία στο κοίταγμα τού μη έχοντος τα βασικά παιδιού – πιο απλός: Αγόρασε μια τυρόπιτα και χάρισέ του την – με εκείνο, το ελάχιστο, εκείνο το ένα ευρώ που θα του έχωνες στην τσέπη διαιωνίζοντας την επιμονή των βασανιστών του. Κάνε τους την πιο ωραία χαλάστρα. Με ένα μόνο ευρώ. 

Φιλgood, τεύχος 244.