Το βράδυ, όταν πια ξεμύτισα απ’ την «κρυψώνα» μου, πήρα ταξί και πήγα στον Άγιο Δημήτριο για ν’ ανάψω δυο κεριά: Ένα για τους νεκρούς μου κι ένα για ορισμένους ζωντανούς – κάτι παλαβά παιδιά με ανοσοποιητικό γερό. Κάθισα για λίγο στους πίσω σκάμνους και -περίπου- φασκελώθηκα: πόσες δραματικές χαρές χωράνε μέσα σε τόση λύπη; Θυμήθηκα πάλι τις γυναίκες της «Μακρονήσου» που γυρόφερναν στο μυαλό μου τις τελευταίες μέρες, το συγκλονιστικό αυτό θεατρικό έργο του Μιχάλη Παπαδόπουλου του «Θεάτρου Αντίλογος» κι εκείνη τη σκηνή που η (πραγματική) Χριστίνα Χριστόφια μιλά για πεθαμένα παιδιά κλαίγοντας εσωτερικά και αναθεματίζοντας ως ρόλος «ευκαιρίες» για μια «κανονική» ζωή που κλότσησε για έναν Λένιν που «δεν ήξερε» – τι αριστούργημα! Στην έξοδο είχα προσέξει την Έλση Χριστόφια -καθόταν κάπου ανάμεσά μας- πάντοτε αξιοπρεπής στα μαύρα της ρούχα και προσεκτική στους τρόπους της, «αόρατη» παραμένοντας και χαμογελώντας νοερά (θυμόταν;) σε κάποια «συγχαρητήρια» για την κόρη της, στέρεη στο έδαφος και σεμνή – αυτή η λαϊκή γυναίκα από το Πελέντρι που κάποτε λοιδορήθηκε από την έξαλλη κοσμικότητα των φέροντας Louis Vuitton ως «χωριάτισσα», γιατί τόσο ελάχιστοι ήμασταν, τόσο ελλιπείς και «ξιπασμένοι» στα ακούραστα τίποτά μας. Όταν αγκάλιασε τη Χριστίνα σκούπισε με τις παλάμες της τα μάτια της και την έπιασε από τη μέση γερά – όσοι τις είδαμε, καταλαβαίναμε πόσο προσωπική ήταν εκείνη η στιγμή και πού αναφερόταν. Σηκώθηκα από το σκάμνο αυτοστιγμεί στη σκέψη «του» κι άναψα άλλο ένα κερί για τους Δημήτρηδες που χάθηκαν, σαν υποχρέωση αλλά και σαν τάμα – η εκκλησία είχε μεγάλη γιορτή το Σάββατο κι η Θεσσαλονίκη μού μηδένιζε ήδη το κοντέρ του χρόνου που ανέβαινε σαν πυρετός σε «εκκρεμότητες» που θα έπρεπε να προλάβω: στην «αμαρτωλή» Μοναστηρίου, στο σπίτι του ποιητή που θα επισκεπτόμουν την επόμενη μέρα, σε υπερβολές που δεν γράφονται χάριν ιδιωτικότητας.
Από τον «Ιανό» της πλατείας Αριστοτέλους αγόρασα μετά το ογκώδες βιβλίο των 925 σελίδων της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου για τον Χριστιανόπουλο – μία καταγραφή συναντήσεων της συγγραφέως με τον ποιητή, σε βάθος οκτώ χρόνων. Κάθισα κυριακάτικα στο «Garcon» της Νίκης, στον πρώτο όροφο, με θέα στη συννεφιασμένη θάλασσα και στις σημαιούλες και -περίπου- επιβεβαίωσα αυτό που είχε γράψει και ο Θωμάς Κοροβίνης σε μία ανάρτησή του: ένας λίβελλος, ένα κουτσομπολιό για ανθρώπους (ονομαστικά μάλιστα), για προσωπικές ζωές άλλων και μικροκακιούλες βαλμένες στο στόμα του μεγαλύτερου εν ζωή λογοτέχνη της Ελλάδας – πώς το κάνεις αυτό, πώς δεν προστατεύεις το αυτονόητο; Σταμάτησα στις 100 πρώτες σελίδες, σε συγκεκριμένες αναφορές στον Γιώργο Χρονά και στον Λευτέρη Πούλιο. Σκεφτόμουν να επεκταθώ όταν πια θα έφτανα στη Λάρνακα – «ούτε λέξη παραπάνω!», μου είπε ο Α. και είχε δίκιο. Σαν να μην υπάρχει – η μεγαλύτερη «τιμωρία».
Το απόγευμα της Δευτέρας πια, στο αεροδρόμιο, είδα στο YouTube εκείνη την περιβόητη «performance» που είχε γίνει σε παρέλαση, στην Αθήνα. Γέλασα (φυσικά) με τη γελοιότητα. Και δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε τις επόμενες μέρες να το δικαιολογήσουν τόσο λεπτομερώς με επιστολή-μανιφέστο (με σκόρπιες ανοησίες κυρίως, σαν νέες «Ρουβίκωνες») οι μεν ή να εκνευριστούν άλλο τόσο οι δε για «τα κόκαλα των προγόνων μας» που τσαλαπάτησαν (και που, εμείς, πάντα εμείς, κάθε μέρα τιμάμε άλλωστε) – αφού τα πράγματα ήταν απλούστερα: μερικές αργόσχολες θέλησαν να κάνουν δημόσιο σαματά αντί να κάνουν κάτι πραγματικά σπουδαίο στη μικροζωούλα τους και να ξεστραβωθούν από την τόσο εκτεθειμένη τους ανωριμότητα. Τόση μεγαλοποίηση, τόσο πεταμένο σάλιο και χρόνος…