«Μακρόνησος» του Μιχάλη Παπαδόπουλου: Η εξόριστη γυναίκα ως δραματουργικό υλικό. 
 
«Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…/ Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…/ Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι/  Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!» Με τους περίφημους αυτούς στίχους ολοκληρώνεται το ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο». Έχουν χαραχτεί και στο μνημείο που τοποθέτησε το 2014 στον χώρο του άλλοτε κολαστηρίου η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος. Αυτοί οι «αυριανοί ζωντανοί» έχουν κάθε λόγο να «τραγουδούν» και σήμερα. Το κλίμα της δεκαετίας του ’50 αναβιώνει σχεδόν 70 χρόνια μετά στην Ελλάδα της σχιζοφρένειας, που μοιάζει να φλερτάρει με το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς και τη συνθηματολογία της εποχής, με τη διαφοροποίηση των πολιτών σε «εθνικόφρονες» και «αντεθνικούς» και την τρομοκρατία της ηλιθιότητας να επιδιώκει να ξανασφίξει τα χαλινάρια.
 
Το «Long Island» της Ελλάδας δεν απέχει περισσότερα από 2,5 ναυτικά μίλια από το λιμάνι του Λαυρίου και μοιάζει σαν να εφάπτεται σχεδόν στη μουσούδα της νοτιοανατολικής Αττικής. Σήμερα, με εξαίρεση μερικούς βοσκούς και μελισσοκόμους, είναι εντελώς ακατοίκητο και μοιάζει στοιχειωμένο. Κάθε πέτρα μοιάζει να θυμίζει ότι στην πορεία των χρόνων αποτέλεσε χώρο συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου, λοιμοκαθαρτήριο, πεδίο βασανιστηρίων, στρατόπεδο ηθικής εξόντωσης και φυσικά «εθνικό αναμορφωτήριο» και «κολυμβήθρα» για τον δια της βίας τροχασμό των αντιφρονούντων στον… ίσιο δρόμο της εθνικοφροσύνης.
 
Οι γνώσεις μας για όσα συνέβησαν εμπλουτίστηκαν σημαντικά τη δεκαετία του ’80, όταν η δεξιά λαίλαπα, που κράταγε σφραγισμένα αρχεία και στόματα, έχασε προσωρινά τα ερείσματα στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας και σημειώθηκε μια έκρηξη μαρτυριών από μέχρι τότε λουφαγμένους, καταπιεσμένους ή εξόριστους αριστερούς για τα δεινά τους. Λιγότερα, εντούτοις, είναι γνωστά στις μέρες μας στο ευρύτερο κοινό για τα διαβόητα Στρατόπεδα Πειθαρχημένης Διαβίωσης Γυναικών και για το γεγονός ότι η Μακρόνησος, όπως το Παλαιό Τρίκερι, η Χίος, ο Άη Στράτης, αποτέλεσαν χώρους μαρτυρίου και για κατατρεγμένες γυναίκες που το «έγκλημά» τους ήταν ότι υπερασπίζονταν τα ιδανικά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
 
Ακούγεται σίγουρα σεξιστικό στις μέρες μας να διαχωρίζουμε τις γυναίκες από τους άντρες, λες και είναι λιγότερο απάνθρωπο να επιβάλλεις επί γης καθαρτήριο σε αρσενικούς λαϊκούς αγωνιστές. Υπάρχει, ωστόσο, η ειδική διάσταση για τη «μήτρα της ζωής» μέσα στις ιδιαίτερες ηθικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής, που υπόκειται με την ίδια ζέση σε καψώνια και φροντιστήρια μέχρι να αποκηρύξει και να απαλλαχθεί. Όχι η διάσταση του «ασθενούς φύλου», αλλά η διάσταση της μητέρας, αδερφής και κόρης που σ’ έναν ήδη πατριαρχικά δομημένο κόσμο δέχεται απειλές και προσβολές κατά της γυναικείας, γενετήσιας και μητρικής της αξιοπρέπειας και με τις βιολογικές διαφορές να μη λαμβάνονται υπόψη. Μεταλλικές λάμες σε γάντια και η σφαλιάρα να πέφτει σύννεφο, ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια, αρπαγή βρεφών από μωρομάνες, καθημερινοί εξευτελισμοί στον κλωβό. «Περνάει η γυναίκα, – η Ανδρομάχη, η Ηγερία…/ Περνάει μαζί της η φωτιά και το νερό./ Μα οι ραβδισμοί βαρειά τα γόνατα λυγάνε./ Ά! Τη γυναίκα, που δεν πρέπει να τη χτυπάνε/ ούτε και με της μύγας το φτερό» συμπλήρωνε ο Λουντέμης.  
 
Είναι μια πτυχή που συγκίνησε και έλκυσε τον πολυγραφότατο Μιχάλη Παπαδόπουλο όταν γνώρισε από κοντά την ίδια την πρωταγωνίστρια του έργου «Μακρόνησος», κάπου στα Εξάρχεια. Κι έφτιαξε ένα έργο με απλή δομή βασισμένο σε μαρτυρίες γυναικών. Προσέξτε όμως τι γίνεται τώρα: το έργο έμελλε να βρει για πρώτη φορά το δρόμο για το σανίδι σ’ ένα άλλο μαρτυρικό νησί, που ωστόσο θεωρητικά «κείται μακράν». Από την άλλη, αξιοποιήθηκε από μια δημιουργική ομάδα ιδεολογικά και προσωπικά ταγμένη, φορτισμένη και ευαισθητοποιημένη πάνω στις συγκεκριμένες πολιτικές προεκτάσεις.
 
Δηλαδή, η γεωγραφία δεν κατάφερε να υποσχεθεί μια αποστασιοποίηση που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν πλεονέκτημα. Αντίθετα, η παράσταση της Αλεξίας Παπαλαζάρου χαρακτηρίζεται από μια τέτοια συναισθηματική ένταση που το κοινό αναπόφευκτα εισπράττει την εντύπωση προσωπικής εμπλοκής. Εξαίρεση αποτελεί η κάπως αλεξίθυμη ερμηνεία της Γιάννας Λευκάτη, που παρά το γεγονός ότι ο χαρακτήρας που ερμηνεύει αποτελεί δομικά τη ραχοκοκαλιά του έργου, μοιάζει να παίζει σε διαφορετικό τόνο από τις υπόλοιπες τρεις ηθοποιούς. Αυτή η διαφορά μοιάζει να τονίζει περισσότερο μια συναισθηματική προσέγγιση που αναπόφευκτα εμπλέκει και τον θεατή. Αρκεί εκείνος να μη διακατέχεται από κάποιο σύνδρομο «δεξιάς άρνησης» σε σχέση με τα γεγονότα και τον τρόπο σκέψης αυτών των γυναικών.
 
Φιλgood, τεύχος 246