«Machinal» της Σόφι Τρέντγουελ σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου.
Το «Machinal» της Σόφι Τρέντγουελ είναι μια ρεπερτοριακή επιλογή- δίκοπο μαχαίρι. Πρόκειται για έργο που από τη μια πλευρά πατάει στη βάρκα του πειραματικού και νεωτεριστικού κι από την άλλη έχει ρεπορταζιακές καταβολές. Βρίθει αλληγοριών, αλλά βασίζεται σε αληθινά συμβάντα, με αμφότερες τις πλευρές, την πραγματική και την παραβολική, να έχουν την εξέχουσα σημασία τους. Κείμενο που αναφέρεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, μοιάζει να είναι ταυτόχρονα αγκιστρωμένο στο παρελθόν και συγκεντρωμένο στο μέλλον, τοπικό και πανανθρώπινο, διαχρονικό όσο και μουσειακό.
Το κυριότερο πρόβλημα που προκύπτει απ’ αυτή τη συμπίεση ανάμεσα σε μια φόρμα εξόχως χειραφετημένη κι ένα περιεχόμενο προσδεμένο στη θεματική είναι το κάπως σκληρό και βαρύ συγκείμενο. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ακόμη και το 1928 που πρωτοανέβηκε, σε μια εποχή καλλιτεχνικού αναβρασμού, παρά την αδιαμφισβήτητη και άμεσα αναγνωρισμένη καλλιτεχνική του αξία δεν γνώρισε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Και δεν είναι τυχαίο ότι η φήμη του έργου και η αναγνώριση που απολαμβάνει η θέση του στο διεθνές ρεπερτόριο είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη συχνότητα επιλογής του. Χαρακτηρίστηκε «άγνωστο αριστούργημα» και «παραγκωνισμένο διαμάντι» και φαίνεται ότι υπάρχει λόγος γι’ αυτό.
Το κείμενο διαθέτει πολλά από τα χαρακτηριστικά του γερμανικού εξπρεσιονισμού της δεκαετίας του ’20, αντικατοπτρίζοντας την αγωνία και την ελπίδα των ταραγμένων και καταπιεσμένων ψυχών μαζί με την ανάγκη τους για εκτόνωση. Με φεμινιστική διάθεση, η συγγραφέας μαστορεύει το γλαφυρό πορτρέτο ενός ανθρώπου που αρχικά καλουπώνεται σ’ ένα μηχανιστικό και απάνθρωπο σύστημα και στη συνέχεια συνθλίβεται απ’ αυτό. Περιγράφει μια ιστορική αίσθηση παγίδευσης. Και το κάνει προεικονίζοντας θεατρικά σχήματα και ρεύματα των επόμενων δεκαετιών. Από θεατρολογικής απόψεως, το ενδιαφέρον είναι αδιαμφισβήτητο.
Ο γνωστός αφορισμός του Άγγλου ιστορικού Χένρι Τόμας Μπακλ «η κοινωνία προετοιμάζει το έγκλημα, ο εγκληματίας το διαπράττει» φαίνεται ότι υπάρχει στο βάθος του μυαλού της Τρέντγουελ, καθώς περιγράφει την αγωνιώδη μάχη μιας ετεροπροσδιορισμένης γυναίκας να εισπνεύσει λίγες ανάσες ελευθερίας. Τελικά οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα για τον φόνο του συζύγου της. Δηλαδή, για ανδροκτονία όπως θα μπορούσαμε να πούμε με ορολογίες της εποχής μας. Το ερώτημα βέβαια είναι αν όντως ήταν ο σύζυγός της η βαθύτερη αιτία του γεγονότος ότι η ζωή της μοιάζει με επαναλαμβανόμενη γυροβολιά στο καθαρτήριο. Κι ένα άλλο ερώτημα είναι αν όποιος ασφυκτιεί σε μια αδιέξοδη και καταπιεστική συνθήκη νομιμοποιείται να σκοτώνει.
Ο νεολογισμός «γυναικοκτονία» στην εποχή μας περιγράφει ένα φαινόμενο έμφυλης βίας που αποτελεί μάστιγα και κοινωνική πρόκληση. Εδώ υπάρχει μια αντιστοιχία. Μια δολοφονία γυναίκας που υποκρύπτει μισογυνικά κίνητρα μπορεί επίσης να τεθεί υπό πολιτικοκοινωνικό πρίσμα. Το χέρι του γυναικοκτόνου οπλίζει ένα τοξικότατο προκαθορισμένο και επιβεβλημένο πρότυπο που γίνεται ολοένα και πιο πιεστικό για τον άνδρα: αυτό του κυνηγού, του κουβαλητή, του αλύγιστου, του αρρενωπού, του πατριάρχη. Δεν είναι κι αυτός ένας αντίστοιχος απρόσωπος μηχανισμός που καλουπώνει και συνθλίβει τον σύγχρονο άνδρα; Δεν είναι κι εδώ η κοινωνία που «προετοιμάζει το έγκλημα»; Κι αν ναι, αποτελεί αυτό ελαφρυντικό; Ας μην απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα κι άλλωστε η τροπή της συλλογιστικής έχει αρχίσει να γίνεται παρεξηγήσιμη.
Αντιμέτωπη με τη δοκιμασία της πρώτης της σκηνοθετικής συνεργασίας με τον ΘΟΚ, η Αύρα Σιδηροπούλου διακατέχεται από έναν αυστηρό ζήλο να παραδώσει μια ακλόνητη και στοιχειοθετημένη θεατρολογική πραγματεία. Τα κάνει όλα σωστά, σχεδόν τυπολατρικά, παραμένοντας πιστή στις εξπρεσιονιστικές καταβολές του έργου και επενδύοντας στην ατμοσφαιρικότητα και την υποβλητικότητα. Συνεπικουρείται από μια καλλιτεχνική ομάδα που τα μέλη της γνωρίζουν ο ένας τα χνώτα του άλλου και πλέον βρίσκονται με κλειστά μάτια καθώς αποτυπώνουν πολυφωνικά στον σκηνικό «καμβά» μεταφορές της εσωστρέφειας. Στην ομάδα αυτή προστίθεται ο κινησιολόγος Παναγιώτης Τοφή που βάζει κι αυτός το λιθαράκι του στη ρυθμική, μηχανιστική απεικόνιση ενός κλειστοφοβικού εφιάλτη.
Το καλοκουρδισμένο υποκριτικό γκρουπ, προεξάρχουσας της Τζωρτζίνας Τάτση, υποδέχεται την πρόκληση και αντανακλά τη στοιχειωμένη μελαγχολία του αστικού αδιεξόδου. Αν στόχος ήταν να μεταδοθεί στον θεατή η ενοχλητική αίσθηση ότι είμαστε όλοι στριγκλίζοντα γρανάζια σε μια απρόσωπη μηχανή, αυτός έχει επιτευχθεί.
Ελεύθερα, 22.5.2022