«Το ψέμα» του Φλοριάν Ζελλέρ σε σκηνοθεσία Μαρίνου Ανωγυριάτη.
Ο πλέον προβεβλημένος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας της τελευταίας 15ετίας δεν έχει κλείσει ακόμη τα 43 του χρόνια. Ένα από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τα έργα του τόσο δημοφιλή σε όλο τον κόσμο είναι το γεγονός ότι του αρέσει να παίζει παιχνίδια με την πραγματικότητα, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα σ’ αυτό που παρακολουθεί ο θεατής κι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Σήμα κατατεθέν του είναι επίσης η ροπή να επιλέγει τίτλους μονοκόμματους, αλληλοσυμπληρούμενους, διπολικούς και αντιθετικούς. Έχει επίσης την αυτοαναφορική συνήθεια να παρουσιάζει σε διαφορετικά έργα την ίδια ιστορία από άλλη σκοπιά. Μερικές φορές δίνει την αίσθηση ότι επιδιώκει την… παλίντροπο αρμονία στο θεατρικό σύμπαν με εξισορροπιστικές θεματικές.
Στην Κύπρο μάς έκανε την καρδιά περιβόλι και μάς έδεσε το μυαλό κόμπο με τα έργα του «Ο πατέρας» (Θέατρο Ένα), «Η μητέρα» (Θέατρο Διόνυσος), «Ο γιος» (Θέατρο Σκάλα) και «Μετά την καταιγίδα»- με το τελευταίο να αποτελεί κάτι σαν πρίκουελ του «Πατέρα». Τώρα ήρθε η στιγμή να γνωρίσουμε μια άλλη πτυχή της δραματουργικής του δεινότητας: την καθαρή κωμωδία. Το «Ψέμα» γράφτηκε το 2014, τρία χρόνια μετά την «Αλήθεια» και στην ουσία αποτελεί μια προσέγγιση της ίδιας ιστορίας, με τους ίδιους ακριβώς χαρακτήρες, αλλά από διαφορετική οπτική γωνία. Μαντεύω ότι σύντομα θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε στην Κύπρο και την «Αλήθεια», τώρα που πήραμε… ζελλερική φόρα.
Με φαρσική θερμοκρασία αλλά και παίζοντας με το μέτρο και τους κανόνες του μπουλβάρ, ο συγγραφέας διακηρύσσει το ανέφικτο της αντικειμενικότητας παίζοντας τα αγαπημένα του παιχνίδια με την πρόσληψη της πραγματικότητας, εμπλέκοντας και το κοινό σε μια αναμέτρηση εξαπάτησης. Με ευθείες δομικές αναφορές στον Πίντερ («Προδοσία)» και τον Πιραντέλλο («Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»), επιχειρεί να παντρέψει την ανάλαφρη ερωτική γεωμετρία του γαλλικού μπουλβάρ με τον βαθιά ριζωμένο ταξικό φαρισαϊσμό και τον υπεροπτικό καθωσπρεπισμό της βρετανικής παραλλαγής του είδους. Παράλληλα, τοποθετώντας στο προσκήνιο το ερώτημα αν υπάρχει όριο στην ειλικρίνεια που μπορούν να αντέξουν οι οικείες σχέσεις, επιχειρεί να ιντριγκάρει τον θεατή σαστίζοντάς τον.
Όχημά του είναι οι μηχανισμοί της απιστίας και της φιλίας και καύσιμο η αμφιβολία. Για την ακρίβεια, η αμφιβολία είναι η μόνη βεβαιότητα στην αρχιτεκτονική του έργου με τους χαρακτήρες να δυσκολεύονται να κατανοήσουν ακόμη και τα πραγματικά κίνητρα των ίδιων τους των πράξεων. Με την πεποίθηση ότι συχνά οι άνθρωποι έχουν την τάση -ή την ανάγκη- να χαλκεύουν την αλήθεια ακόμη και στον εαυτό τους, ο συγγραφέας την παρουσιάζει σαν μια υπερτιμημένη αξία, σαν μια φευγαλέα υποψία ήσσονος σημασίας που όμως τροφοδοτεί τα γρανάζια της πλοκής. Ωστόσο, το όλο οικοδόμημα γκρεμίζεται βίαια από την υπερβολικά διασαφηνιστική… post-credits σκηνή, που ξεκαθαρίζει την εικόνα στο παζλ μ’ ένα μπόνους κομμάτι το οποίο μοιάζει με εναλλακτικό αφηγηματικό υπόμνημα. Αναπόφευκτα αυτό προσγειώνει και ρηχοποιεί το επιδιωκόμενο.
Ο Μαρίνος Ανωγυριάτης έχει ανοίξει κανάλι επικοινωνίας με τον Γάλλο σταρ συγγραφέα, αναλαμβάνοντας μέχρι τώρα να σκηνοθετήσει τα τρία από τα πέντε έργα του που ανέβηκαν στην Κύπρο. Η πρόκληση της πρώτης κωμωδίας, όμως, για λογαριασμό του Θεάτρου Versus αυτή τη φορά, αποδεικνύεται το πιο δυσυπέρβλητο εμπόδιο μέχρι τώρα. Κυρίως επειδή η ανάλαφρη χροιά και η σαπουνοπερατική κλίση του έργου βαραίνουν το σκηνοθετικό στοίχημα. Το ερμηνευτικό κουαρτέτο βάζει τα δυνατά του για ν’ ανταποκριθεί στις εύθραυστες ισορροπίες των σχέσεων και τις αμοιβαδόν μετατροπές των θυμάτων σε θύτες και τούμπαλιν.
Το δυσκολότερο έργο είχε ο Χάρης Κκολός στην πρωταγωνιστική σκιαγράφηση του Πολ, ενός άνδρα που επιλέγει να υπερασπιστεί την αρετή του ψεύδους για να δει τελικά την τακτική αυτή να τού γυρίζει μπούμερανγκ. Την πιο αποτελεσματική επίδοση κατέθεσε η Βίβιαν Νικολαΐδου (Αλίς) ως υπεράνω υποψίας εξαπατήσασα- εξαπατηθείσα σύζυγος με τις δύο υπόλοιπες πλευρές του «τετραγώνου», τον Σάββα Μενοίκου και την Άντρεα Κάσινου να ανταποκρίνονται αμφότεροι κατά το δέον σε μια εμπειρία θέασης διασκεδαστική μεν, αλλά λιγότερο εγκεφαλική απ’ όσο φιλοδοξούσε.
* Απολογούμαι στο Θέατρο Σκάλα και στον Χρίστο Ζάνο που παρέλειψα στο κείμενο αυτό να αναφέρω το ανέβασμα του έργου του Ζελλέρ «Η αλήθεια» (υπό τον τίτλο «La Vérité- Μου λες αλήθεια;) το 2015. Δεν υπάρχει δικαιολογία για την απροσεξία αυτή, οφείλεται καθαρά στην αβάσιμα υπέρμετρη εμπιστοσύνη στη μνήμη μου, τη στιγμή που θα αρκούσε μια ολιγόλεπτη έρευνα για να την αποτρέψει.
Ελεύθερα, 29.5.2022