Το νεοεκδοθέν μυθιστόρημα του Γιάννη Κυπρή στο συνοπτικό εύρος μιας νουβέλας 120 κειμενικών σελίδων, πλην εκείνων του ερμηνευτικού γλωσσαρίου, συνιστά ανάγλυφη αποτύπωση των κομβικών σταθμών της νεότερης Ιστορίας της Κύπρου, ήτοι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 μέχρι την τραγωδία του 1974 και τις επώδυνες προεκτάσεις της. Η εύληπτη σπονδυλωτή αφήγηση, με την εκδίπλωση του νήματος να ανελίσσει την πλοκή σε αυτοτελή αφηγηματικά δρώμενα και σκηνικά οιονεί επεισόδια ρέουσας αμεσότητας και παραστατικής εξεικόνισης, συνυφαίνει τα νευραλγικά ιστορικά γεγονότα με αυθεντικά στιγμιότυπα βιωματικής μέθεξης μέσα από τις μνήμες της κυπριακής αγροτικής ζωής του περασμένου αιώνα. 

Στέρεοι άξονες πραγματιστικής εξιστόρησης, που δεν εδράζονται σε ανούσιες ευρηματικές μυθοπλασίες και αχρείαστους εντυπωσιασμούς ευφάνταστης δράσης. Απεναντίας εμπνέονται από τον τίμιο ιδρώτα του Κύπριου γεωργού ζυμωμένου με τη γη του για τον επιούσιο και την προκοπή των παιδιών του, όπως και από τους πολύχρονους δραματικούς αγώνες του κυπριακού λαού για την απόκτηση της ελευθερίας του. 

Το προοιμιακό σχόλιο σε συσχέτιση με την αλληγορική πολυσημία του τίτλου, όπου ο μικρασιατικής προέλευσης αρχέγονος ανδρικός χορός του ζεϊμπέκικου χορεύεται από την Ευδοξία, ένα από τα ελάχιστα εδώ γυναικεία πρόσωπα με την πρωταρχική ωστόσο σημειολογία του ονόματός της ως της καλής φήμης, που ενσαρκώνει προφανώς την εύφημη μνεία της ίδιας της Κύπρου και της αέναης προσδοκίας της. Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο αυτοσχέδιος αυτός κυκλικός χορός ήταν αρχαιόθεν αφιερωμένος, κατά μία μυθολογική εκδοχή, προς τιμήν της Κυβέλης, της μητέρας θεάς της γης και των δημιουργικών δυνάμεων της γονιμότητας. Χωρίς να αναφέρεται ο συγγραφέας στη σύντομη προϊδεαστική εισαγωγή του σε τέτοιες ή άλλες επεξηγηματικές αναγωγές, αφήνοντας την πολλαπλή σηματοδότησή τους στον αναγνώστη, επισημαίνει εντούτοις ότι «οι γυναίκες παίζουν και αυτές έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ροή του σεναρίου, αρχίζοντας βέβαια από τον τίτλο.». Υπαινισσόμενος ταυτόχρονα με τον όρο «σενάριο» τη μυθοπλαστική δομή στην αυτοαναφορική αναδιήγηση των νεανικών του αναμνήσεων, άρρηκτα συνδεδεμένων με τους ανθρώπους και τη μοίρα του τόπου του.

Πρωταγωνιστές η «Αγία» ή κατά παιγνιώδη παραφθορά της λέξης η «Αγρία» Πεντάδα, όπως αποκαλούνταν τα πέντε συνομήλικα παιδιά, γεννημένα τις πρώτες τρεις μέρες του Μάη του 1951 στις Μάνδρες, γενέτειρα του συγγραφέως, ένα μικρό χωριό της Αμμοχώστου, κτισμένο αμφιθεατρικά στις νότιες παρυφές του Πενταδάκτυλου. Περιπετειωδώς τελετουργική η γέννησή τους, όπως περιγράφεται στο δεύτερο κεφάλαιο με τον ομώνυμο βιβλικό τίτλο «Γένεσις», και μάλιστα κατά παραίνεση του Δεσπότη στο κήρυγμά του ανήμερα του προστάτη τους Άη Μάμα εν όψει της συρρίκνωσης του ελληνικού πληθυσμού λόγω οικονομικής δυσπραγίας και μετανάστευσης έναντι των αυξητικών ρυθμών στις γεννήσεις των Τουρκοκυπρίων. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της Αγγλοκρατίας και των πόθων της Ένωσης, που διατράνωσε το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950.

Ο Αρτέμης, ο Αλέξης, ο Αντώνης και οι δίδυμοι Γιώργος και Ανδρέας θα ζήσουν σε όλη τους την ένταση τις χαρές των παιδικών «ομογάλακτων» φίλων στις εκ περιτροπής συναντήσεις στα σπίτια τους με τα αχνιστά αρτοσκευάσματα του χωριάτικου φούρνου, το ξεφάντωμα των σχολικών διακοπών με τις επινοήσεις των χειροποίητων παιγνιδιών τους από αυτούσια υλικά της φύσης, προπάντων το γεγονός του πανηγυριού και την πολυαναμενόμενη άφιξη του πραματευτή Πίπη με τη θαυμαστή του πραμάτεια. Σχολιαρόπαιδα του Δημοτικού στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα θα παίξουν τους «μικρούς ήρωες», μιμούμενοι τον ανταρτοπόλεμο της ΕΟΚΑ εναντίον των κακών Εγγλέζων, βλέποντας τα συνθήματα στους τοίχους, τη συχνή φιλοξενία στα σπίτια τους αγνώστων που αργότερα έμαθαν ότι ήταν καταζητούμενοι αντάρτες, ακούοντας για τη θυσία του Αυξεντίου στον Μαχαιρά στις 3 Μαρτίου του 1957 και το πολυήμερο κέρφιου με ξυλοδαρμούς, ανακρίσεις και πυροβολισμούς, που επέβαλαν τον ίδιο μήνα στο χωριό τους οι Εγγλέζοι ψάχνοντας για τον Μάτση. Αλλά η πεντάδα των παιδιών «αφηρωίστηκε», όταν οι Άγγλοι στρατιώτες θέλησαν να τους διώξουν από το αλώνι όπου έπαιζαν ποδόσφαιρο. Όχι μόνο προέβαλαν αντίσταση εθνικής περηφάνειας φωνάζοντας τα ονόματα των Αμμοχωστιανών ομάδων, αλλά τη μεθεπομένη γέμισαν το αλώνι καμουφλαρισμένα περιττώματα ζώων, αναγκάζοντάς τους να μην ξαναπατήσουν στα δικά τους εδάφη. 

Η εφηβική ηλικία των νεαρών πρωταγωνιστών συμπίπτει με τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Τουρκανταρσία του 1963–64. Συνακόλουθη η καχυποψία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, εμφανής στις Μάνδρες, που περιστοιχίζονταν από τουρκοκυπριακά χωριά, παρότι οι σχέσεις με τους γείτονές τους του «Αηνάκωφου» παρέμειναν άριστες. Από το χωριό αυτό όπως και από τα χωριά της Τυλληρίας εργοδοτούσαν εργάτες για την επίπονη συγκομιδή των χαρουπιών. Τέλη Αυγούστου του 1968, ήταν που ο Αντώνης είχε την πρώτη του ερωτική εμπειρία με την κόρη της Αϊσέ Μεϊρέμ.

Συγκινητική η ιστορία του λινοπάμπακου Χαμπή στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Διχασμός», όπως και η επίσκεψη στο χωριό μιας Αγγλίδας και ενός Άγγλου δημοσιογράφου το καλοκαίρι του 1972. Στην αναζήτηση τους του βυζαντινού μοναστηριού της Παναγίας του Τοχνιού θα οδηγηθούν στο φιλόξενο σπίτι του Ττόφαλλου και της Ευδοξίας. Συγκινητικότερη όμως είναι η επιστροφή του Γιώργου στην Κύπρο από την Αγγλία μετά την αποπεράτωση των σπουδών του, για να υπερασπιστεί την πατρίδα του εναντίον του κατακτητή. Η κήδευση των οστών του το 2001, αλλά όχι του Αντώνη και των άλλων συγχωριανών σηματοδοτεί το δράμα των αγνοουμένων. Μνησιπήμων ο πόνος στο προανάκρουσμα του βιβλίου του Γιάννη Κυπρή με επίλογο το διαιωνιζόμενο δράμα της τουρκικής κατοχής.