Η ιστορία της Λένιας που μεγάλωσε χωρίς πατέρα και τώρα μεγαλώνει και τα δικά της παιδιά μόνη.

Τα παιδιά της Λένιας δεν γνώρισαν πατέρα, εκείνη δεν γνώρισε ποτέ ουσιαστικά τι πάει να πει «σύζυγος» ή «σύντροφος» – καμία χιαστή επαφή, οι οικογενειακές γραμμές δεν τέμνονται πουθενά. «Ήταν επιλογή μου, βρήκα ευτυχώς τη δύναμη μετά το πρώτο χαστούκι στο πρόσωπο για ασήμαντη αφορμή και το “θέλω να φύγεις” μετά το “συγνώμη”», θα μου πει. «Επιλογή σου; Όλη η ευθύνη;». «Δεν είναι θέμα ευθύνης, δεν τη φοβάμαι. Είναι τα πρακτικά θέματα: Τα χρήματα που ποτέ δεν αρκούν, το “κάποιος να τα προσέχει τώρα που θα ‘μαι στη δουλειά”, το να διαχωρίσεις τις ηλικίες τους, τις ανάγκες τους, να τους μιλήσεις αλλιώς, να τα επικροτήσεις ή να θυμώσεις μαζί τους – είναι το μοίρασμα». «Είναι κι ο παππούς κι η γιαγιά». «Μόνο η γιαγιά. Παππούς δεν υπήρξε ποτέ. Η επανάληψη της ιστορίας, που λένε. Άλλες αναφορές. Προσπαθεί η μάνα μου, αλλά…». 

Η Λένια μεγάλωσε σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού – για πολλά χρόνια δεν είχε χωρέσει τίποτ’ άλλο στη μνήμη της εκτός από σπαρμένα χωράφια, μεγάλες αυλές, κυριακάτικες λειτουργίες, πανηγύρια με καζαντί και παιχνίδι σε ξέφωτα και στα στενά δρομάκια γύρω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ύστερα, βέβαια, θυμήθηκε κι άλλα που ξεχαρβάλωσαν το καλοραμμένο μέχρι τότε κοστούμι – ξαφνικά, όπως ανοίγεις το μπαούλο και οι «σκελετοί» συναρμολογούνται ξανά για να φτιάξουν πάλι τα γεγονότα που για πολλά χρόνια είχαν απωθηθεί, με τη σωστή τους αυτή τη φορά σειρά. «Ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε όσο η μητέρα μου ήταν έγκυος σ’ εμένα. Άνθρωπος που έπαιζε κουμάρι, που έπινε, που είχε φιλενάδες…Ούτε κουβέντα η μάνα μου να με “ρίψει” γιατί, έλεγε, “είναι αμαρτία από το Θεό”. Μεγάλωσα, όπως καταλαβαίνεις, σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ήμουν εκείνη “που δεν είχε πατέρα γιατί τους άφησε”, “το καημένο”, το “με τέτοιες επιλογές της μάνας, τέτοια θα ήταν και τα αποτελέσματα”. Υπήρχαν και πιο σκληρά γεγονότα. Στην πρώτη τάξη του δημοτικού, την πρώτη μέρα, έξι χρόνων παιδί, άκουσα τη μητέρα του αγοριού που είχε έρθει να καθίσει δίπλα μου στο θρανίο να λέει στη δασκάλα: “όχι μαζί με τη Λένια, δεν είναι από κανονική οικογένεια”. Το απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου “τι σημαίνει κανονική;”. Πολύ σοφά μου απάντησε: “Να μεγαλώνεις με αγάπη”. Κάπως ησύχασα. Για λίγο. Γιατί μετά ξαναπήγα στο χολ που έραβε ζακέτες για τη γειτόνισσα μοδίστρα και, πρώτη φορά, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε, ξέσπασα: “Ο μπαμπάς γιατί δεν μου μιλάει; Γιατί δεν έρχεται ποτέ να με δει;”. Φυσικά δεν ήταν πειστική. Πώς άλλωστε; “Έχει πολλές δουλειές. Αλλά κάθε φορά που παίρνει τηλέφωνο μου λέει πόσο πολύ σε αγαπάει και πόσο πολύ του λείπεις”. Ησύχασα πάλι. Κι έτσι έφτιαξα με το μυαλό μου την εξιδανικευμένη εικόνα που δεν ζούσα κι ούτε θα βίωνα ποτέ – επανέφερα ό,τι η πραγματικότητα μού είχε κάνει εμετό. Αυτό έλεγα και στους συμμαθητές μου – στις γιορτές που εκείνος έλειπε, στα γενέθλιά μου που εκείνος έλειπε, στις συνελεύσεις γονέων που εκείνος έλειπε, στους αγώνες ρυθμικής γυμναστικής που εκείνος έλειπε, στις συναυλίες με την χορωδία που εκείνος έλειπε, στην καθημερινότητά μου που εκείνος έλειπε: «Ο μπαμπάς είναι σε ταξίδι για δουλειές. Κάποια στιγμή θα γυρίσει». Κατά βάθος μπορεί και να το πίστευα – δεν γύρισε ποτέ! 

«Δεν θυμάμαι ποτέ τη μαμά μου να κλαίει. Δεν ξέρω αν συνέβαινε – πάντως ποτέ μου δεν το είδα. Βράχος. Έδειχνε πάντα βράχος». «Είχες ξεσπάσματα;». «Ουουου, βέβαια. Μετά τα δώδεκά μου πολλά. Κάθε χρόνο τα γενέθλιά μου ήταν μια μαύρη μέρα. Είχα ήδη τις αναφορές από παιδικά πάρτυ, αργότερα, όταν πια μετακομίσαμε στη Λευκωσία, με οικογενειακές στιγμές, φαινομενικά “ευτυχισμένες” και με όλα τα μέλη παρόντα – χαμογελαστή φωτογραφία. Το τηλέφωνο ήταν η ελπίδα αλλά και η κόλασή μου εκείνη τη μέρα – κι ο Θεός ο ίδιος να μ’ έπαιρνε για να μου ευχηθεί, τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την αντρική εκείνη φωνή που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου ως ενδεχόμενη· γιατί ποτέ μου δεν την είχα ακούσει». «Κι η μαμά σου;». «Προσπαθούσε. Τα κενά μεγάλωναν, χρόνο με το χρόνο – προσπαθούσε εκείνη». «Παρέμενε πειστική;». «Φρόντισαν όλοι οι άλλοι να μου πουν την αλήθεια. Τα παιδιά κυρίως – ξέρεις τι σκληρά που είναι τα παιδιά. Αυτό το “έφυγε και σας άφησε!” που πρώτη φορά μου είπε ένας συμμαθητής μου -χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι έλεγε- ήταν η αιτία να μισήσω τη μάνα μου, να αντιδρώ για πολύ καιρό». 

Δεν ονομάζει τίποτα «λάθος» ή «σωστό» – την νοιάζουν τώρα μόνο τα δικά της παιδιά. Ίδια μοίρα. Ή «λάθος» εξαρχής επιλογές. «Το Φροϋδικό που λέει πως θα αναζητούσα τον μπαμπά που δεν έζησα στους συντρόφους μου, ισχύει. Αν και κατά βάθος έψαχνα το ίδιο σφάλμα, σα να προσπαθούσα να καταλάβω την ανοχή της μάνας μου». «Την κατάλαβες τελικά;». «Την λάτρεψα!». 

Την τράβηξα φωτογραφία τη στιγμή που πήγαινε με τα παιδιά, τελευταία μέρα πριν από τις διακοπές του Πάσχα, στο δημοτικό τους σχολείο. «Πλάτη, ε!». Θα μου πει πως ο Νικόλας της, ο μικρότερος, ζητάει να μιλήσει με τον πατέρα του, μα εκείνος δεν δίνει καν διατροφή – πώς να βγει στα τηλέφωνα! «Φοβάσαι για το μέλλον του;». «Όχι. Ας μεγαλώνει το παιδί με ηρεμία κι ας μην έχει μπαμπά μέσα στο σπίτι. Θα είμαι όλα εγώ! Εγώ θα είμαι όλη η αγάπη. Ξέρω πώς γίνεται…». 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 1.5.2022.