Βάλτερ Πούχνερ, Σάββας Πατσαλίδης, Καίτη Διαμαντάκου, Λεωνίδας Γαλάζης και Άντρη Κωνσταντίνου μιλούν για το ιστορικό συνέδριο και την έκδοση «Το θέατρο στη νεότερη και σύγχρονη Κύπρο», που δημιούργησαν κινητικότητα γύρω από την ιστορία του θεάτρου της Κύπρου. 

Όταν το φθινόπωρο του 2015 προγραμματιζόταν στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου το τριήμερο συνέδριο με τίτλο «Το θέατρο στη νεότερη και σύγχρονη Κύπρο» δύσκολα κάποιος από τους εμπνευστές, τους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες θα υποψιαζόταν ότι επρόκειτο για την «καταστατική πράξη μιας ξεχωριστής κυπριακής Θεατρολογίας». Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Βάλτερ Πούχνερ. Ο διακεκριμένος Αυστριακός θεατρολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, έκανε λόγο για μια πρωτοβουλία που δεν ξεκίνησε από μια θεσμική απόφαση, αλλά από την ωριμότητα των καταστάσεων και την ευρύτερη αίσθηση πως η ιδιαιτερό­τητα του κυπριακού θεάτρου αξίζει και πρέπει να έχει μια ειδική επιστημονική φροντίδα.

Η πρωτοβουλία αυτή της θεατρολόγου Άντρης Χ. Κωνσταντίνου και της διευθύντριας του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου Ιωάννας Χατζηκωστή αγκαλιάστηκε από το Θεατρικό Μουσείο, τον Δήμο Λεμεσού, τον ΘΟΚ, το ΠΙΤΚ και το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Και ξεπέρασε τις προσδοκίες. Εκατό και πλέον εγγεγραμμένοι σύνεδροι παρακολούθησαν τις εργασίες στις οποίες συμμετείχαν 41 ομιλητές από Κύπρο και Ελλάδα- πανεπιστημιακοί, ερευνητές, καλλιτέχνες. Αρκετοί ακόμη ενδιαφερόμενοι παρακολούθησαν μεμονωμένες συνεδρίες.

Το 2020 τα πρακτικά εκδόθηκαν σε ομότιτλο τόμο υπό την επιστημονική επιμέλεια της Άντρης Κωνσταντίνου, της Καίτης Διαμαντάκου και του Λεωνίδα Γαλάζη για να κοινοποιήσει στην επιστημονική και τη θεατρική κοινότητα τη γνώση που συγκεντρώθηκε χάρη στο ιστορικό συνέδριο του 2015. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηρόδοτος στο πλαίσιο της σειράς Theatrologica που διευθύνει ο Β. Πούχνερ. Τόσο η έκδοση, όσο και το ίδιο το συνέδριο, αφιερώθηκαν στη μνήμη του σκαπανέα της κυπριακής θεατρολογίας Γιάννη Κατσούρη. Πλέον, αποτελεί ένα σημαντικό βιβλίο αναφοράς, χρήσιμο για τους θεατρολόγους όσο και για τους εκπαιδευτικούς, τους φοιτητές και το θεατρόφιλο κοινό. Ο τόμος παρουσιάστηκε τον περασμένο Μάρτιο στην Αθήνα, στο Σπίτι της Κύπρου, από τον Γρηγόρη Ιωαννίδη και την Ειρήνη Μουντράκη ενώ στις 17 Μαΐου σειρά παίρνει η Κύπρος.

Στο εκδοτικό σημείωμα, οι Α.Χ. Κωνσταντίνου και Κ. Διαμαντάκου εκφράζουν την ελπίδα η έκδοση θα αποτελέσει έναυσμα για ενίσχυση της ερευνητικής και εκδοτικής δραστηριότητας γύρω από το θέατρο της Κύπρου και θα συμβάλει ώστε η κυπριακή θεατρολογία, που κάνει τα πρώτα της βήματα ως αυτόνομος επιστημο­νικός κλάδος, να γίνει γνωστή στην ελληνόφωνη και τη διε­θνή επιστημονική κοινότητα. Με τον τρόπο αυτό, το κυπριακό θέατρο θα εισέλθει σε ενεργότερο διάλογο με το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο.

Ο τόμος αριθμεί 652 σελίδες και περιέχει 38 επιστημονικά άρθρα, αναδεικνύοντας νέα στοιχεία, ενδιαφέρουσες συγκρίσεις και χρήσιμες αναλύσεις. Ενδεικτικά, στις τιμητικές τους εισηγήσεις, οι προσκεκλημένοι ομιλητές Βάλτερ Πούχνερ και Σάββας Πατσαλίδης ενέταξαν το θέατρο της Κύπρου και τη μελέτη του στον παγκόσμιο χάρτη. Ο Πούχνερ αναλύει τη θεατρολογία της μικρής κλίμακας, με ειδική αναφορά στην Κύπρο, ενώ ο Πατσαλίδης, ομότιμος καθηγητής θεατρολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ανέπτυξε το θέμα «Το θέατρο των ‘μικρών κρατών΄σε μια εποχή πλανητικών αυτοκρατοριών». Από εκεί και πέρα, οι εισήγησεις αφορούν τις απαρχές της κυπριακής δραματουργίας, τη νεότερη γενιά Κυπρίων δραματουργών, τον διάλογο μεταξύ του θεάτρου της Κύπρου και της Ελλάδας, το θέατρο σε σχέση με την κοινωνία και την πολιτική και την πρόσληψη της αρχαίας ελληνικής και της ξένης δραματουργίας. Ανακοινώσεις καταπιάστηκαν ακόμη με θιάσους και καλλιτέχνες, με τη θεατρική κριτική, με το σχολικό και ερασιτεχνικό θέατρο, τη θεατρική εκπαίδευση, τη θεατρική αφίσα.

Βάλτερ Πούχνερ: Να αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα αυτή η προσπάθεια  

Προλογίζοντας τον τόμο, ο Βάλτερ Πούχνερ, αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό περί «καταστατικής πράξης της κυπριακής θεατρολογίας» τονίζοντας ότι αυτό δεν αφορά μόνο το εύρος των θεμάτων που κάλυψαν με ζηλευτή συστηματικότητα όλες τις πτυχές της ιστορίας του θεάτρου στη νεότερη και τη σύγχρονη Κύπρο ή την εκδήλωση ενδιαφέροντος από πλήθος μελετητών, αλλά και την απήχηση του συ­νεδρίου στην ευρύτερη κοινωνία της νήσου. «Το ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού εκφράστηκε και στις συζητήσεις που ακολούθησαν και συνόδευσαν τις ανακοι­νώσεις. Ειδικό ενδιαφέρον είχε και η διαφώτιση για διακοι­νοτικές επαφές και προσπάθειες και οι πληροφορίες για το αλλόγλωσσο κυπριακό θέατρο, για τις ερασιτεχνικές και σχολικές παραστάσεις κ.λπ. Αυτή η δημόσια στοργή για τα θεατρικά πράγματα εκφράζεται και με την ύπαρξη του κα­ταπληκτικού Θεατρικού Μουσείου στην πόλη της Λεμεσού, ενώ το αντίστοιχο ελληνικό στην Αθήνα είναι κλειστό εδώ και χρόνια και τα μοναδικά εκθέματά του έχουν γίνει βορά της υγρασίας και των ποντικιών».

Ο Β. Πούχνερ επισημαίνει το γεγονός ότι από το συνέδριο έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι, εντυ­πωσιασμένοι και γεμάτοι ελπίδες ότι η προσπάθεια θα βρει συνέχεια, θα παγιωθεί και θ’ αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα. «Η ποικιλομορφία και η ζωντάνια του κυπρια­κού θεάτρου το απαιτούν από μόνες τους, όπως και η κυπριακή λογοτεχνία, με την αυτοσυστασία της, βρήκε ανταπόκριση στον χώρο της φιλολογικής επιστήμης, με τις ιστορίες της κυπριακής λογοτεχνίας που υπάρχουν, τη λεξικογραφία κ.λπ. Στο φως αυτών των μελλοντικών εξελίξεων ο Γιάννης Κατσούρης θα φανεί πρωτοπόρος μιας ερευνητικής καρποφορίας που στη μικροκλίμακα του τοπικού θα γράψει ιστορία: την ιστορία του θεάτρου της Κύπρου και την ιστορία του γενικότερου θεατρικού στοιχείου, πέρα από τις θεσμοθετημένες θεατρι­κές παραστάσεις, στοιχείο που υπάρχει και σε άλλους το­μείς του πολιτισμού».

Καίτη Διαμαντάκου: Θεμέλια για έναν πιο συστηματικό διάλογο 

Η Καίτη Διαμαντάκου, καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και μέλος της επιμελητικής ομάδας του τόμου, εκτιμά ότι το συνέδριο και η επακόλουθη έκδοση των Πρακτικών σηματοδοτούν τη βούληση και την προσπάθεια της νεότερης ακαδημαϊκής γενιάς να ενισχυθούν η ερευνητική και η εκδοτική δραστηριότητα γύρω από το θέατρο στην Κύπρο. «Και μαζί να ενισχυθούν η παρουσία και εμβέλεια τόσο των ακαδημαϊκών θεατρικών σπουδών όσο και της θεατρικής-καλλιτεχνικής δραστηριότητας στην Κύπρο και στην ευρύτερη ελληνόφωνη και διεθνή κοινότητα». Για την ίδια, πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα «για τη διαθεματική, διαπολιτισμική και διακαλλιτεχνική συνάντηση και συζήτηση της εντός και εκτός συνόρων θεατρολογικής και θεατρικής κοινότητας και τίθενται τα θεμέλια για έναν πιο συστηματικό και συνεχιζόμενο στο μέλλον μεταξύ τους διάλογο, που θα τροφοδοτήσει τόσο την τέχνη όσο και τον στοχασμό επ’ αυτής».

Η Καίτη Διαμαντάκου εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα οφέλη από την ευρεία διάδοση και αξιοποίηση αυτού του Τόμου θα είναι πολλά, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. «Μέσα σε ένα γενικότερο ζοφερό, ‘ανθυγιεινό’ και ‘αντι-ανθρωπιστικό’, κλίμα, η τέχνη, η επιστήμη και ο διάλογος μεταξύ τους είναι ζωτικές ‘λαβές’ για να (ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να) κρατηθούμε και να επιβιώσουμε ως σκεπτόμενα και αισθανόμενα όντα».

Παράλληλα, σημειώνει ότι πολύ σημαντικά είναι τα «κενά» που αναδείχτηκαν στο πλαίσιο όλης αυτής της διαλογικής δραστηριότητας και τα οποία περιμένουν την ερευνητική πλήρωσή τους, όπως τα συνοψίζει ο Β. Πούχνερ: ο Κυπριακός Κύκλος των Παθών, τα πρώιμα θρησκευτικά δρώμενα και η διερεύνηση των παραστατικών στοιχείων τους· η θεατρικότητα των αυτοσχέδιων ποιητικών διαγωνισμών των τσιαττισμάτων και γενικότερα οι παραστάσεις των ποιητάρηδων στα πανηγύρια, στους γάμους και σε άλλες ευκαιρίες «παραθεατρικής» δράσης· ο ρόλος διαφορετικών κοινωνικοπολιτικών ανασταλτικών παραγόντων για τη θεατρική ζωή στην Κύπρο (λογοκρισία, απαγορεύσεις, ηθικοδιδακτικές επιθέσεις ενάντια στο θέατρο, περιθωριακή θέση των ηθοποιών κ.λπ.)· η πανοραμική χαρτογράφηση της τοπικής πολλαπλά αναπτυσσόμενης θεατρικής δραστηριότητας· η ανάδειξη περισσότερων, παλαιότερων και νέων, Κυπρίων θεατρικών συγγραφέων και καλλιτεχνών και η αποτίμηση της συμβολής τους στον εγχώριο και διεθνή καλλιτεχνικό χάρτη.

Λεωνίδας Γαλάζης: Εμπέδωση της θεατρολογικής επιστήμης στην Κύπρο 

Το έτερο μέλος της επιμελητικής ομάδας και διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λεωνίδας Γαλάζης, συμφωνεί με τη γενική παραδοχή ότι το Θεατρολογικό Συνέδριο του 2015 αποτέλεσε βασικό πυλώνα στην περαιτέρω εξέλιξη της κυπριακής θεατρολογίας. «Χωρίς να υποτιμούμε τη συμβολή των προγενεστέρων, θεωρούμε ότι με το συνέδριο αυτό οριοθετείται η εμπέδωση της θεατρολογικής επιστήμης στον τόπο μας σε στέρεες βάσεις, πάντα σε διαλεκτική σχέση με την ευρύτερη νεοελληνική θεατρολογία» αναφέρει.

Ανάμεσα στα χρήσιμα συμπεράσματα που εξήχθησαν ο ίδιος ιεραρχεί ως κυριότερα αυτά που αφορούν την ιδεολογική λειτουργία του θεάτρου στην Κύπρο, τη συμβολή των ελληνικών θιάσων στον όψιμο 19ο αιώνα και στον πρώιμο 20ό «που με την παρουσία τους στο νησί μας συνέβαλαν στην ανάπτυξη της θεατρικής παιδείας και στη δημιουργία θεατρόφιλου κοινού». Σημαντικό και για τον ίδιο είναι το γεγονός ότι αναδείχθηκαν ποικίλες αδιερεύνητες περιοχές της ιστορίας του θεάτρου μας, που θα άξιζε να διερευνηθούν στο μέλλον.

Σάββας Πατσαλίδης: Μπορεί να αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως 

Ειδικού βάρους και σημαντικής εμβέλειας στο σύνολο της ελληνόφωνης θεατρολογίας χαρακτηρίζει την έκδοση ο ομότιμος καθηγητής θεατρολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Σάββας Πατσαλίδης, ο οποίος εκτιμά ότι ανοίγει ένα σπουδαίο ερευνητικό μονοπάτι. «Θέτει ερωτήματα, αγγίζει ζητήματα και προκαλεί έναν πολλαπλώς ευεργετικό διάλογο ανάμεσα στην καλλιτεχνική και επιστημονική κοινότητα, ακαδημαϊκή και κριτική» αναφέρει. Για τον ίδιο, ο τόμος αυτός αποτελεί βιβλίο αναφοράς καθώς α) δίνει το στίγμα των μεγεθών της εγχώριας θεατρολογίας σε επίπεδο θεωρητικό και πρακτικό, β) εντοπίζει δυνατότητες και αδυναμίες, γ) υπογραμμίζει χαρίσματα αλλά και τα κενά τα οποία καλούνται οι ερευνητές να καλύψουν μέσα από νέες μελέτες και αναλύσεις και δ) οριοθετεί και τις σχέσεις του κυπριακού θεάτρου με τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, τις πολλές ομοιότητες όσο και τις αποστάσεις και ιδιαιτερότητες.

«Αυτή η μελέτη μπορεί να αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως στη Μέση Εκπαίδευση όσο και στην τριτοβάθμια, καθώς συνθέτει μια θεατρική τοιχογραφία επάνω στην οποία φαίνεται καθαρά η πορεία που ακολούθησε το θέατρο της Κύπρου όλα αυτά τα διόλου εύκολα χρόνια, τι πέτυχε μέχρι τώρα» προτείνει ο Σ. Πατσαλίδης. «Ενδιαφέρει σαφώς και το ευρύ κοινό, γιατί δεν είναι μόνο μια αναδίπλωση θεατρικών στιγμών αλλά παράλληλα κι ένα ιστορικό οδοιπορικό που αφορά όλο τον πληθυσμό. Στο σώμα του εγχώριου θεάτρου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει τα αποτυπώματα και τα εγκαύματα του ιστορικού γίγνεσθαι καθώς και των σχέσεων του με το νεοελληνικό θέατρο.

Άντρη Κωνσταντίνου: Βασικό συμπέρασμα η ίδια η επιτυχία του συνεδρίου 

Η εκ των εμπνευστών του συνεδρίου και εκ των επιμελητών του τόμου, Άντρη Κωνσταντίνου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Frederick, θεωρεί ότι το συνέδριο αποτελεί σταθμό, επειδή δημιούργησε κινητικότητα γύρω από την ιστορία του κυπριακού θεάτρου και τους θεατρικούς συγγραφείς και το κατέστησε πιο ορατό σε μια ευρύτερη επιστημονική κοινότητα. «Η ίδια η τέχνη δεν θεωρώ ότι τροφοδοτείται άμεσα από την επιστημονική μελέτη της, μπορεί να λειτουργήσει και ερήμην της, αντίθετα χωρίς θέατρο δεν υπάρχει θεατρολογία» λέει η ίδια. «Έμμεσα, όμως, η πνευματική κίνηση που δημιουργεί η μελέτη δημιουργεί ευνοϊκό κλίμα και για τη θεατρική πράξη».

Η θεατρολόγος μοιράζεται επίσης την εντύπωση που έχει σχηματίσει ότι οι επαγγελματίες του θεάτρου στην Κύπρο δείχνουν πλέον μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το πώς η θεατρολογία παρατηρεί και αποτιμά την παλαιότερη και κυρίως την πρόσφατη ιστορία του κυπριακού θέατρου –δηλαδή και τη δική τους καλλιτεχνική παραγωγή. «Οι ερευνητές θεατρολόγοι, οι πανεπιστημιακοί, οι καλλιτέχνες του θεάτρου και οι κριτικοί, είναι όλοι, κατά τη γνώμη μου, στην ίδια μεριά, είναι σύμμαχοι, καθώς αγαπούν και υπηρετούν από τη θέση τους την τέχνη του θεάτρου. Η διεύρυνση και η εμβάθυνση της έρευνας και η σύνδεσή της με τις παγκόσμιες εξελίξεις τιμά το θέατρο που γίνεται στο νησί και τους ανθρώπους του». 

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα θέματα των ανακοινώσεων δεν είχαν καθοριστεί από τους διοργανωτές αλλά από τα ενδιαφέροντα των ιδίων των ερευνητών, στο πλαίσιο των θεματικών που καθορίστηκαν στην ανοιχτή πρόσκληση. Έτσι, δεν υπήρχαν κοινές γραμμές πέρα από το αναδυόμενο ενδιαφέρον για το αντικείμενο: η ανταπόκριση (αρχικά λήφθηκαν 51 προτάσεις) ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες. Σύμφωνα με την Άντρη Κωνσταντίνου, το βασικό συμπέρασμα του συνεδρίου ήταν η ίδια η επιτυχία του. «Αποδείχθηκε ότι η πρωτοβουλία ήταν αναγκαία και σε καλή στιγμή, όπως αναγκαία είναι και η δημιουργία θεσμού θεατρολογικών συνεδρίων στην Κύπρο που να μελετούν πτυχές του θεάτρου του νησιού, μετά από το εν λόγω συνέδριο που άνοιξε τη συζήτηση εφ’ όλης της ύλης σχεδόν».

Η πρωτεργάτρια του εγχειρήματος υποδεικνύει ως κύρια συμπεράσματα α) ότι υπάρχει πλούσιο υλικό προς μελέτη, το οποίο ως ζωντανό σώμα εμπλουτίζεται συνεχώς, β) ότι υπάρχουν μελετητές που ενδιαφέρονται για το θέμα και γ) ότι μπορούν να γίνουν ποικίλοι, ενδιαφέροντες και χρήσιμοι συσχετισμοί: όχι μόνο με το συγγενές θέατρο της Ελλάδας αλλά και ευρύτερα, με το θέατρο των μικρών κρατών, με συναφείς δραματουργίες, με ρεύματα καλλιτεχνικά, με ιστορικά γεγονότα, με ιδεολογικές παραμέτρους όπως και παράλληλες αναγνώσεις του θεάτρου των Ελληνοκυπρίων με το θέατρο των άλλων κοινοτήτων της Κύπρου.

Σε ποιους απευθύνεται όμως αυτός ο τόμος; «Στους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το θέατρο ή μελετούν συναφή θέματα όπως οι τέχνες στην Κύπρο αλλά και η ιστορία του νησιού εν γένει και η κοινωνία του» απαντά η Α. Κωνσταντίνου. Σημειώνει επίσης ότι μπορεί να διαβαστεί επιλεκτικά, ανάλογα με τα ειδικότερα ενδιαφέροντα των αναγνωστών κι ότι ως βιβλίο αναφοράς είναι σημαντικό να βρίσκεται όχι μόνο στις πανεπιστημιακές αλλά και σε σχολικές και άλλες δημόσιες βιβλιοθήκες. «Σε κάθε περίπτωση όμως είναι ένα ανάγνωσμα που μπορεί να διαβαστεί από κάθε μέτοχο της θεατρικής πράξης, δημιουργό ή θεατή. Θεωρώ, τέλος, ότι η γνώση και ο προβληματισμός που περιλαμβάνει αποτελεί έναυσμα για αυτογνωσία όσον αφορά την πολιτισμική ιστορία της Κύπρου αλλά και την ταυτότητά μας».

INFO: Η παρουσίαση του τόμου «Το θέατρο στη νεότερη και στη σύγχρονη Κύπρο: Πρακτικά συνεδρίου» πραγματοποιείται την Τρίτη 17 Μαΐου στις 7.30μ.μ. στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου (Φανερωμένη). Κύριοι ομιλητές είναι ο καθηγητής του ΑΠΚΥ Βάιος Λιαπής κι ο σκηνοθέτης Πάρις Ερωτοκρίτου, ενώ χαιρετισμό απευθύνει η πρόεδρος του ΘΟΚ και του Θεατρικού Μουσείου, Αντιγόνη Παπαφιλίππου. Συντονίζει η Άντρη Κωνσταντίνου κι ο Λεωνίδας Γαλάζης θα κλείσει με αντιφώνηση εκ μέρους της ομάδας της επιστημονικής επιμέλειας. Η έκδοση διατίθεται στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου στη Λεμεσό και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.