«Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ ΜακΦέρσον σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.

Ένα σύγχρονο νατουραλιστικό δράμα χαρακτήρων με τσεχωφική καρδιά είναι το έργο του του Κόνορ ΜακΦέρσον «The Night Alive», που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» και πρωτοανέβηκε πριν από τέσσερα χρόνια στην Αθήνα από την Ομάδα Νάμα, σε μετάφραση Γιώργου Χατζηνικολάου και σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Το Θέατρο Διόνυσος το ανέθεσε στον πολύπειρο Βαρνάβα Κυριαζή, που κατέθεσε μια ακόμη ολοκληρωμένη δουλειά, αναμετρούμενος τη φορά αυτή μ’ έναν προβεβλημένο εκπρόσωπο της νεότερης γενιάς της αστείρευτης ιρλανδικής δραματουργικής σχολής.

Το 2019 είχε φιλοξενηθεί στην Κύπρο από τον ΘΟΚ μια ελλαδική παραγωγή μ’ ένα άλλο έργο του ΜακΦέρσον, τον «Φάρο», σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Από τις δύο αυτές σκηνικές αποτυπώσεις διακρίνει αβίαστα κανείς τα χαρακτηριστικά ενός συγγραφέα που αγαπά και εμπιστεύεται τους αντιήρωές του κι αφού τους ψυχογραφεί στην εντέλεια, σχεδόν τους παραδίδει το τιμόνι της αφήγησης. Χαρακτήρες ταπεινοί, ασήμαντοι και καταφρονεμένοι, ψωραλέοι φτωχοδιάβολοι που αναζητούν λυσσασμένα μερικές αχτίδες φωτός στις ρωγμές της καθημερινότητας, ανθρώπινες αποτυχίες με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις.

Κινούνται σε μια ελκυστική δραματική συνθήκη που προκαλεί η συμπυκνωμένη ποίηση που αναδύεται μέσα από τις καταστάσεις. Η κατήφεια αντιπαραβάλλεται μ’ έναν σπαρακτικό αυτοσαρκασμό κι ένα γλυκόπικρο, μαυριδερό χιούμορ. Μια εργατική τάξη στα όρια του λούμπεν σφαδάζει μέσα στην απόχη ενός εργαλειακού συστήματος, χωρίς όμως και να αγιοποιείται. Μια αιτιοκρατική κοσμοθεώρηση που παρουσιάζει την ανθρώπινη φύση και υπόσταση ως έρμαιο των περιστάσεων και του περιβάλλοντος.

«Strife is better than loneliness» λέει μια ιρλανδική παροιμία: η διαμάχη είναι προτιμότερη από τη μοναξιά. Ο συγγραφέας ρίχνει μερικά ψίχουλα σύγκρουσης και προοπτικής που τείνουν να ανανοηματοδοτήσουν τις μάταιες, ναυαγισμένες ζωές, προτείνοντας ένα συναισθηματικό ταξίδι στην καταπιεσμένη ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Εστιάζοντας στον ζόφο και συνηθίζοντας στο σκοτάδι, το μάτι του θεατή αρχίζει σταδιακά να εξορύσσει από τα τρίσβαθα το φέγγος της ύπαρξης. Εκεί συνειδητοποιεί πόσο ταυτίζεται με τις αγωνίες και τους προβληματισμούς αυτών των ανθρώπων.

Η Θέλμα Κασουλίδου φιλοτεχνεί το ακατάστατο σύμπαν μέσα στον προσωπικό χώρο του κεντρικού ήρωα, του Τόμι, αντιπαραβάλλοντας την τσαπατσουλιά του με τη διαπεραστική του ανάγκη να εντοπίσει έναν μπούσουλα στην τελματωμένη ζωή του. Τα κοστούμια της εξυπηρετούν άριστα το γράμμα και το πνεύμα του έργου και της σκηνοθετικής γραμμής, ενώ διατηρούν ευδιάκριτα τις αποστάσεις των επιμέρους κόσμων των πέντε ηρώων. Μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η μεταμόρφωση του Ανδρέα Κουτσόφτα -ο οποίος πριν από ελάχιστα χρόνια έπαιζε ρόλους εφήβων- σ’ έναν κουρασμένο, παραιτημένο πενηντάρη.

Ο Βαρνάβας Κυριαζής αναδεικνύει τις αρετές του έργου ποντάροντας στις αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων και στη σταδιακή ανάδειξη και των εσωτερικών μωλώπων των ηρώων. Από τις αλληλεπιδράσεις απορρέουν οι πιο μουντές αλλά και οι πιο χρωματιστές στιγμές, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Από τη γραμμή ίσως να λείπει, όμως, μια εντονότερη αίσθηση φόβου, αγωνίας και μυστηρίου σε σχέση με την πλοκή. Το σκόπιμα αμφίσημο φινάλε, που μοιάζει να διαδραματίζεται εκτός χρόνου, παραδίδει στον θεατή δύο ισχύουσες ερμηνείες για να τις κρατήσει αμφότερες, χωρίς κατ’ ανάγκη να του ζητά να επιλέξει.

Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται στην απόδοση των βασανισμένων, ευάλωτων και ανασφαλών χαρακτήρων, αναδεικνύοντας τον λαμπερό θησαυρό που κρύβουν οι σκοτεινές γωνιές του περιθωρίου. Οι ήρωές τους είναι σάρκινοι, ενυπόστατοι, ωμοί και τρυφεροί ταυτόχρονα, με απότομες εσωτερικές μεταπτώσεις, ενώ η αλήθεια της μάταιης καθημερινότητάς τους σκιαγραφείται λεπτομερώς. Καθόλου τυχαία η επιλογή του Μάρβιν Γκέι ως μουσικό σημείο αναφοράς, καθώς τονίζει την ομορφιά μέσα στην τραγικότητα και την αλήθεια μέσα στη σκληρότητα, ενώ το μεγαλείο της σόουλ προϋποθέτει ένα γενναίο πέρασμα από την κόλαση πριν την αναγνώριση του παραδείσου.  

Φιλελεύθερα, 30.1.2022