Ανδρέας Τιμοθέου: «Το Δείπνο του Σώματος», εκδόσεις Μανδραγόρας 2021.

Ο Ανδρέας Τιμοθέου, παραγωγικός και αξιόλογος δημιουργός, μέσα σε μια δεκαετία, παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό και 7η ποιητική συλλογή. Όπως και στο παρελθόν, μέσα από την ποίησή του επιχειρεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ένα ταξίδι που πάντα ξεκινά με βυθομέτρηση στις ρίζες, στις καταβολές. Πλην όμως, αυτό απολήγει σχεδόν κατά κανόνα ως ύμνος στην αυθυπαρξία και το αυτόφωτο του καθενός.

Οτιδήποτε το διαφορετικό ψέγεται με ευκρίνεια: «Ένας παράξενος Πλανόδιος / χωρίς σκοπό, χωρίς καθήκον / θα πορευτείς σε θάλασσες / με άγριες φουρτούνες. / Αν φτάσεις στην ακτή με στέμμα άθικτο / καμία θάλασσα δεν σ’ άγγιξε / κι όποιον σκοπό σού επέβαλαν / ήταν δικός σου μύθος». (σελ. 12-13)

Γενικά, στη νέα του συλλογή με τίτλο «Το Δείπνο του Σώματος» ο ποιητής θεματοποιεί μεν τα όσα τον ενέπνευσαν, επικεντρώνεται δε σε αυτά που τον πλήγωσαν, στα όσα του αρνήθηκαν, στα όσα του επέβαλαν ή επιχείρησαν να του επιβάλουν. Δακτυλοδείχνει, με γλώσσα σκληρή, όσους τον υπέβαλαν σε δοκιμασίες: « …μνηστήρες και κοράκια / νύφες και ιερόδουλες / έμποροι και παπάδες». (σελ. 14) Αλλά στο τέλος βρίσκει το κουράγιο και τη δύναμη για τη δική του ανάταση, για τη δική του αντίσταση « …με αμνησία πίκρας». (σελ. 15)

Στα πρώτα εισαγωγικά ποιήματα της νέας συλλογής ο ποιητής επιχειρεί να κτίσει γέφυρες με τη συλλογή που προηγήθηκε, «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ», αντικρίζοντας τη νέα του δουλειά ως φυσική συνέχεια της προηγούμενης: «Έψαχνα να βρω την Εδέμ / Πλανόδιος. / Ίσως η εξορία / μου τη συστήσει». (σελ. 11) Και πράγματι αυτό συμβαίνει. Ό,τι έγραψα για εκείνο το βιβλίο το προσυπογράφω και για αυτό, το παρόν βιβλίο. Ο Α.Τ. συνεχίζει να γράφει «ποίηση που ελαύνεται από το εγώ, αλλά όχι αυτό της επιφάνειας και της παρόρμησης, αλλά αυτό του βάθους και της ανάλυσης». (Φιλελεύθερος 2 Νοεμβρίου 2020)

Το ποίημα από το οποίο πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η συλλογή, ένα ποίημα αυτοαναφορικού και εξομολογητικού χαρακτήρα, το θεωρώ ιδιαίτερα εύτολμο και καίριο. Σε αυτό διακηρύττεται, με φωτεινότητα και διαύγεια, η δοτικότητα αλλά και ο αισθησιασμός του ποιητή. Με ουσία, συμπύκνωση και άκρατη παραστατικότητα, η κατακλείδα του ποιήματος: «Για το ταξίδι / υπήρξα Οδυσσέας / με τόλμη Πηνελόπης». (σελ. 16)

Αναλύοντας την ποιητική του Α.Τ. θα έλεγα ότι όλες οι εμπνεύσεις του είναι καλοδεχούμενες, χωνεμένες εσωτερικά. Κυρίως αυτές που αφορούν στίχους ερωτικής πνοής. Εδώ εντοπίζω μια αρμονική σύζευξη ορμής και τρυφερότητας. Σ’ αυτήν ειδικά τη θεματική, όλα μοιάζουν τόσο μαγικά και συνάμα ρεαλιστικά: «Μια μέρα θα γίνω όλος θάλασσα / για να σε κατακτήσω, / θα εξορίσω το αλάτι για τα μάτια σου / και μες στο φως θα γίνεσαι / χάρτινο καραβάκι».(σελ. 23)

Ο Α.Τ. πάντοτε συνταιριάζει τον έρωτα με τον λόγο, την έλξη με τη σκέψη, τον αισθησιασμό με τον συλλογισμό. Διότι θέλει –και συχνά το πετυχαίνει– να είναι σάρκινος αλλά και πνευματώδης. Έτσι ο ερωτικός του λόγος είναι μονίμως δισυπόστατος. Κινείται σε δύο παράλληλα αλλά του ιδίου ύψους επίπεδα. Και ασφαλώς, αναφέρομαι στο αισθησιακό αλλά και το αισθητικό επίπεδο: «Αφήνω λέξεις πάνω στις λέξεις σου, / όπως θα άφηνα τα χείλη μου / επάνω στο κορμί σου». (σελ. 38)

Αφού μιλάμε όμως για ποιητική, να σημειώσουμε ότι η δημιουργία πάντοτε συνιστά και μιας μορφής δοκιμασία, συχνά βασανιστική, αλλά πάντα εξαγνιστική, απελευθερωτική. Ιδού πόσο εύστοχα το καταγράφει ο Α.Τ. :«Όταν τα βράδια / κεντώ με παραμάνες το σαρκίο μου / δεν είναι για να γράψω καλά ποιήματα. / Κατά βάθος / η Τέχνη της ραπτικής με σώζει / έστω με διατηρεί… / …Συγκρατώ ακόμα μέσα στις ραφές / όσα αξόδευτα στο πρόσωπό μου / σφραγίζει ο χρόνος / και προσδοκώ / σε ένα σώμα δίχως μάνα / δίχως παραμάνα». (σελ. 17)

Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου, όσον αφορά την ευρηματικότητα, τη φαντασία και την αισθητική πραγμάτωση, θεωρώ το ποίημα «Θυσία». Ο ποιητής αντλεί στοιχεία από την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαιοελληνική μυθολογία, αλλά και την κλασική ελληνική λογοτεχνία, για να μιλήσει παραλληλόγραμμα για τον έρωτα, αλλά και τη θυσία, και τη θεϊκή περιβολή που έχουν και τα δύο, ως υπέρτατες συναισθηματικές κορυφώσεις: «Θα κάτσουνε στο ίδιο τραπέζι / Αβραάμ και Αγαμέμνονας, / Φραγκογιαννού και Μήδεια / να βάλουν κάτω τα θανατικά τους. / Εμείς, αθώοι, θα λαλήσουνε. / Ένας Θεός μας στέρησε το έγκλημα… / …Εμείς για πάντα ένοχες / θα κράξουνε… /…Ένας Θεός μας στέρησε τον έρωτα». (σελ. 29)

Γενικά, η ευρηματικότητα και η φαντασία του Α.Τ. δημιουργούν πρωτότυπες ποιητικές εικόνες εκφραστικές και πλούσιες σε ιδέες και νοήματα. Βεβαίως, το δεσπόζον μοτίβο, θεματικά και αισθητικά, είναι ο έρωτας: «Μην κρίνετε τα νούφαρα της εποχής / με τα μάτια του ψαριού. / Θα’ ρθει πάλι ο καιρός / να γελαστούμε με την ομορφιά / να παίξουμε στη λίμνη / με δίκοπα μαχαίρια. / Ο Έρωτας και ο Νάρκισσος / πάλι θα μας γιατρέψουν». (σελ. 19)

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής, ουδόλως τυχαία, διακρίνεται για τις κορυφαίες εικόνες και τους συμβολισμούς του, τόσο στη σύλληψη, όσο και στην πραγμάτωση. Οι προσεγγίσεις είναι γόνιμες, καινοτόμες και ευφάνταστες: «Σαν όνειρο πρωτοπλάστων / στο Άγιο δισκοπότηρο της Αγάπης / επιτέλους / συναντηθήκαμε». (σελ. 40)

Πιστεύω ακράδαντα πως όσο ο Α.Τ. θα συναντάται με την ποίηση, το συναπάντημα τους θα είναι ευτυχές, γόνιμο, δημιουργικό και προσοδοφόρο για τα κυπριακά γράμματα, για την κυπριακή λογοτεχνία κι ενδεχομένως όχι μόνο γι’ αυτήν.

g.frangos@cytanet.com.cy

Φιλελεύθερα, 6.2.2022