Η Οδησσός (των εκατοντάδων Ελλήνων), στα νότια της Ουκρανίας, μοιάζει να προσεύχεται με την πιο βαθιά της πίστη, έστω στο παρά ένα, να μην «μαυρίσει» τις επόμενες μέρες το χώμα της κι ο μελαγχολικός της ουρανός.

Είναι σαν ο Εμπειρικός να βουίζει στ’ αφτιά σου εκείνους τους περίφημούς του στίχους, από το αεροδρόμιο κιόλας, με το που φτάνεις από τη Λάρνακα, με ενδιάμεσο σταθμό το Κίεβο, στην τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας και σημαντικό λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο, εκεί όπου υπήρχε κάποτε μία μεγάλη και αρκετά οργανωμένη ελληνική παροικία στις αρχές του 19ου αιώνα: «Καημένη Οντέσα, και καημένη, κατακαημένη Ρωσία, εσύ η πλατυτέρα όχι των ουρανών, μα σίγουρα όλων των χωρών…». Ο Πούσκιν ισχυριζόταν κάποτε για την Οδησσό πως «…εδώ αναπνέει κανείς ολόκληρη την Ευρώπη»· δεν είχε άδικο. Λίγο χρόνο χρειάζεται και μάτια ανοιχτά για να δεις όσα κρύβονται πίσω από τα τουριστικά αξεσουάρ και τα μαγνητάκια που θα κολλήσεις στο ψυγείο σου με σχέδια από το φάρο του λιμανιού και τα σκαλιά, τα μεγάλα δεξαμενόπλοια και τις μπαμπούσκες, τα μικρά παιδιά που τρέχουν στα πλακόστρωτα και τους ποδηλάτες.

Η Οδησσός θέλει το χρόνο της για να σου αποκαλυφθεί. Αλλά πάντοτε στο τέλος «αποκαλύπτεται». 

Κατεβαίνοντας τη «Σκάλα Ποτέμκιν» προς το λιμάνι της Οδησσού, την αυτοκράτειρα της Μαύρης Θάλασσας, τα πλοία, οι σιδερένιοι ανυψωτήρες, καλάμια, γλάροι και νέοι άνθρωποι είναι αγκιστρωμένοι λες σε μια ιδιότυπη μελαγχολία που δεν ήταν απ’ την αρχή έρωτας με την πρώτη ματιά ούτε κεραυνοβόλο πάθος· ήταν κάτι που αποζητούσε το χρόνο του, όπως συμβαίνει με όλα όσα εξελίσσονται σε κάτι βαθύτερο και όχι, συνήθως, επιπόλαιο και αξεδίπλωτο. Ήταν, μάλλον, το ανακάτεμα της ακατανίκητης φύσης της που με μπέρδευε στο Shevchenko Park, στα παγκάκια της Ledersovski, και ανάμεσα στα πουλιά -που δεν ήξερα τ’ όνομά τους- στην Tpacca. Κι εκείνη η αίσθηση πως, λίγο παραέξω, η πόλη και η κίνηση με τα παλιά Lada (απόηχος ενός άλλου καθεστώτος) κάνουν περισσότερο πάντα θόρυβο από τους γλάρους στη θάλασσα που διακινδύνευαν την επαφή τους με τους ανθρώπους για λίγο πεταμένο από χάζι παξιμάδι μέσα στο νερό, δυο τρία χιλιόμετρα δεξιά απ’ το μεγάλο λιμάνι και τη Ναυτική Βάση. Ήταν κάτι που φαινόταν να είχε σταματήσει σε μία άλλη δεκαετία, αλλά αποκτούσε αυτομάτως κίνηση, ιδρώτα και άμμο. 

 

Κάτι απλό, μα που είναι ακατανίκητο προς την αλήθεια· την αλήθεια αυτής της πόλης. 

Μπαίνοντας -ετεροχρονισμένα- στα βαγόνια ενός παλιού τελεφερίκ του 1971, από 40 μέτρα ύψος, επάνω σε δέντρα που ξεκινάνε να τους φυτρώνουν κλαδιά από τη μέση του κορμού τους και πάνω, κάπως τα χρειάζεσαι απ’ το φόβο. Αρκεί ένα σπασμένο σκοινί (που δεν το θεωρούσα και ιδιαίτερα δύσκολο να συμβεί), ή ανοίγοντας κατά λάθος το ετοιμόρροπο πορτάκι, για να βρεθείς πεθαμένος στο χώμα. Με τη θάλασσα απέναντι για θέα. Κυρίαρχη!

Στο Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας, στην οδό Krasnij Pereulok 18, στεγάζεται η κατοικία του Έλληνα εμπόρου και εθνικού ευεργέτη, Γρηγορίου Μαρασλή, που ανακαινίστηκε με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού και από το 1994 λειτουργεί ως Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας – η οποία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τον Νικόλαο Σκουφά, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ· χάρις σ’ αυτήν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σε κάθε λοξοδρόμηση νέες εικόνες, άλλες, πολλές· και παντού η Ιστορία. Μια πόλις «που σε ακολουθεί». 

Σέρφερς, για μία ώρα, με δική τους σανίδα και με τρία ευρώ (το πολύ) σού μαθαίνουν το ανέβασμα, το κουμαντάρισμα του ανέμου, την ορθή πτώση -μη σπάσεις ούτε κοκαλάκι-, το να στέκεσαι ξανά όρθιος, να ξαναπάς – πάλι και πάλι με το πανί όρθιο και στητό στον ουρανό. Είχαν και κάτι ιδιαίτερο όσα μου ‘λεγε ένα 22χρονο ξανθό, με γαλάζια μάτια παιδί, ο Ivan (όπως οι περισσότεροι Ουκρανοί, αυθεντικό αποτέλεσμα μιας άλλης φυλής που δεν γνώρισε ποτέ του θάλασσα με αλάτι), κάτι μοναχικό -αναλόγως-, με τα μισοφαγωμένα αγγλικά του: «Το θέμα είναι ξαναστέκεσαι πάντα. Μόνο όταν πια φτάσεις στο τέλος, στην ακτή, μπορείς να κατέβεις και να προχωρήσεις περπατώντας». Σοφό, μέσα στην απλότητά του. 

 

Τα μπαράκια το βράδυ, κοντά στο Mirage και στο Walahada, πουλάνε μπύρα χύμα με 60 περίπου λεπτά του ευρώ και ουκρανικά τσιγάρα, λίγο βαριά, με 0,8 νικοτίνη, με 70 λεπτά – μόνο! Είναι η ώρα που οι Οδεσσίτες αφήνουν τα σκυλιά τους ελεύθερα να πλατσουρίσουν στο νερό, να κυλιστούν στην άμμο κοιτώντας τα από τις λευκές, άδειες, ξαπλώστρες χάσκωντας και πετώντας τους παιχνίδια, χαζεύοντάς τα σαν μαγεμένοι, χωρίς ουσιαστικά κάποιο φως να σημαδεύει όσα γίνονται – είναι, αλήθεια, κάτι σπάνιο ως εικόνα. Ζευγάρια που πέφτουν στη θάλασσα -τη χωρίς σημαδούρες- και φιλιούνται μέσα καταπίνοντας νερό χωρίς αλάτι, φτάνοντας ως τις αποβάθρες και κολυμπώντας έπειτα προς τα έξω για να καπνίσουν ένα από τα τσιγάρα που έφεραν μαζί τους, στάζοντας.

Ασυναίσθητα βγάζω φωτογραφίες με το κινητό μου και βάζω στ’ αφτιά μου Αρβανιτάκη, επιλέγοντας σε repeat εκείνο το «μακριά απ’ την τρικυμία» που είναι και διπλής ανάγνωσης για την περίσταση. Κι ύστερα σκέφτομαι την αυριανή αναμονή, το επόμενο βράδυ, στο σταθμό των λεωφορείων που θα με οδηγήσει στο Κίεβο -επτά ώρες ταξίδι-, στη σκοτεινή Vodoprovodnaya που εφάπτεται στην Italianskiy, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και θα αποκαλύψουν το περιθώριο που δεν θα εμφανιστεί ποτέ σε όσα οι «κανονικοί» άνθρωποι πιστεύουν πως αποτελούν την ασφαλή τους καθημερινότητα.

Η Οδησσός έχει τη λαχτάρα εκείνου του αλλιώτικου που δεν έχει άλλη πόλη· ούτε σαφή «γλώσσα». Εκείνο του «μη ανήκειν». Και παρακαλεί να μην γίνει γεγονός ένας (βέβαιος για κάποιους) επικείμενος -εκκρεμής, ακόμα- πόλεμος, που θα κάνει τη θάλασσά της και το λιμάνι να στάξουν ζουμιά από αίμα και αμάχους – μαύρη ολότελα, όχι μόνο κατ’ όνομα.

Ελεύθερα, 13.2.2022.

xatzigeorgiou@yahoo.com