O Κώστας Μπουρούσης γράφει για τη φετινή εικόνα της ΕΡΤ και το πιο πλουραλιστικό και ενδιαφέρον τηλεοπτικό πρόγραμμά που υπάρχει.

Κακά τα ψέματα. Είχαμε συνηθίσει τη δημόσια ελληνική τηλεόραση να απασχολεί περισσότερο για λάθος παρά για σωστούς λόγους. Τόσους πολλούς και τόσο συχνά, ώστε η συζήτηση αναφορικά με το λόγο που οφείλει κανείς να πληρώνει τέλος για τα τρία ελεύθερα κανάλια μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος επανερχόταν μονότονα στο προσκήνιο. Πάντα θα υπάρχουν διαμαρτυρόμενοι. Ωστόσο, η φετινή εικόνα της ΕΡΤ έχει αποδυναμώσει σημαντικά τη ρητορική τους.

 

Το viral που παρακολουθήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες με τη μίνι σειρά «Αγάπη Παράνομη» η οποία προβλήθηκε στην ΕΡΤ1 ήταν σίγουρα κάτι που είχε να συμβεί καιρό με τηλεοπτικό προϊόν της δημόσιας τηλεόρασης. Υποδειγματική παραγωγή, άρτιες ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές -ανάμεσά τους η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και ο Νίκος Ψαρράς -, ομαδόν θετικά σχόλια ακόμα και από τους χρήστες του Twitter, οι οποίοι ως γνωστόν δε χαρίζουν εύκολα καλή κουβέντα. Η τηλεοπτική μεταφορά του ομότιτλου διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη αποδείχτηκε ένα κερδισμένο στοίχημα για τη δημόσια τηλεόραση. Στα καλά νέα δεν είναι το μόνο. Η ΕΡΤ αποδεικνύει πως η μυθοπλασία μπορεί να είναι σύγχρονη και πολύ πιο ουσιαστική από βουκολικές σαπουνόπερες που απλώς αναπαράγουν κλισέ και – η πικρή αλήθεια είναι πως – αποφέρουν δυσθεώρητα μερίδια τηλεθέασης στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. 

 

Η προσπάθεια της ΕΡΤ που ξεκίνησε πέρσι με σειρές, όπως η σουρεαλιστική αλλά βαθιά ανθρώπινη και απ’ την ζωή βγαλμένη κωμωδία «Η Τούρτα της Μαμάς» σε σενάριο Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου ή «Τα καλύτερά μας χρόνια» -με ζηλευτό καστ και αριστοτεχνική σκηνοθετική ματιά πέρσι από την Όλγα Μαλέα, στη δεύτερη σεζόν από τον Νίκο Κρητικό- φέτος αποδεικνύεται συστηματική και τελικά στρατηγική. Οι σειρές της δημόσιας τηλεόρασης δεν υπάρχουν απλώς για να γεμίζουν τηλεοπτικό χρόνο, αλλά για να αναθερμαίνουν το ενδιαφέρον των τηλεθεατών για πρωτότυπα προϊόντα που απέχουν παρασάγγας από τις κατεψυγμένες μετασκευές ξενόγλωσσων σήριαλ στα ελληνικά – τάση που τα τελευταία χρόνια φορέθηκε με το καντάρι. Δώδεκα συνολικά σειρές – άλλες από τις οποίες ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους, όπως το «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη ή το «Ζακέτα να πάρεις» με τις υπέροχες Ελένη Ράντου, Φωτεινή Μπαξεβάνη και Δάφνη Λαμπρόγιαννη και άλλες που μόλις ξεκίνησαν σαν τον «Όρκο» ή το «Κι όμως είμαι ακόμα εδώ»- απομακρύνουν για τα καλά τη ρετσινιά του επιθετικού προσδιορισμού σκονισμένη που για χρόνια ακολουθούσε την ΕΡΤ σαν πιστό σκυλί. 

 

Ναι, η ποιότητα, η ευρηματικότητα και η τηλεοπτική γλώσσα που ξεφεύγει από το απέραντο παλιοκαιρίσιο μεσημεριανάδικο το οποίο θυμίζει φέτος η ελληνική τηλεόραση ανεξαρτήτως ώρας και ζώνης προβολής είναι εφικτή. Και τα προγράμματα της δημόσιας τηλεόρασης το επισημαίνουν με κάθε τρόπο. Η ΕΡΤ μπορεί να μην έχει το πιο πλούσιο ή το πιο ακριβό πρόγραμμα συγκρινόμενη με εκείνα των ιδιωτικών τηλεοπτικών δικτύων, ωστόσο έχει το πιο πλουραλιστικό και ενδιαφέρον πρόγραμμα. Το «Μουσικό Κουτί» του Νίκου Πορτοκάλογλου για παράδειγμα είναι ένα υπόδειγμα ψυχαγωγικής εκπομπής, όπως και το «Δυνατά» του Κωστή Μαραβέγια. Ναι, η τηλεοπτική ψυχαγωγία δε χρειάζεται σώνει και ντε να είναι μπουζούκια και ντιριντάχτα. Εφάμιλλα ενδιαφέρουσες και με πιστό κοινό αποδεικνύονται και οι εκπομπές της ΕΡΤ2, που καλύπτουν ένα ευρύ θεματικό φάσμα -από το φεμινισμό μέχρι τη φιλοζωία και τη βιβλιοφιλία-, μέχρι πρότινος εξοστρακισμένο από τη μικρή οθόνη και προσυπογράφουν πως ένα μέσο τόσο μαζικό όσο η τηλεόραση μπορεί να υπάρχει και μάλιστα να είναι υπολογίσιμο και ανταγωνιστικό χωρίς αναγκαστικά να μηρυκάζει ολημερίς κι ολονυχτίς τις ίδιες του τις σάρκες. 

​Ελεύθερα, 13.2.2022.