Μάριος Βούργος: «Ταγκό 29», εκδόσεις Αρμίδα, 2021.
Παρόλο που η ποιητική συλλογή «Ταγκό 29» είναι το πρώτο ποιητικό βιβλίο το οποίο έγραψε ο Μάριος Βούργος, η δουλειά του ουδόλως συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας πρωτόλειας εργασίας. Αντιθέτως, η ποίηση που γράφει είναι μεστή σε μηνύματα και νοήματα, στρωτή σε τεχνοτροπικά και υφολογικά ζητήματα, αλλά και αρμονική σε ό,τι αφορά τις αισθητικές παραμέτρους. Το γεγονός ενδεχομένως να έχει να κάμει και με τις άλλες καλλιτεχνικές αναζητήσεις του Μ.Β., συναφείς με τα λογοτεχνικά πράγματα.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ποίησή του που, κατά τη γνώμη μου, διακρίνεται για την έντονη φιλοσοφική διάθεση της, αλλά και τους ποικιλόμορφους πειραματισμούς της με τον χρόνο∙ με τον χρόνο ως φιλοσοφική και αισθητική κατηγορία. Οι προσεγγίσεις του Μ.Β. είναι πολυεπίπεδες, ευφάνταστες και καλοδουλεμένες εξαντλητικά.
Ο χρόνος είναι δεσπόζον θεματικό μοτίβο σε όλο το βιβλίο. Ο χρόνος είναι που πριμοδοτεί και την νοηματοδότηση των πλείστων στίχων του: «Ο χρόνος σχετικός / και η ώρα άσχετη / στις ανασφάλειες / μιας ύπαρξης / που αρνήθηκε / τη μυρωδιά της βροχής». (σελ. 12) Λίγο πιο κάτω το όλο μοτίβο προσλαμβάνει ακόμη πιο φιλοσοφικό χαρακτήρα και αντίστοιχες διαστάσεις: «Ο χρόνος στάσιμος / Ο χρόνος συνεχής / Το άπειρο είναι τώρα / Το άπειρο είναι χθες». (σελ. 19)
Ο ποιητής προβληματίζεται συνεχώς με τον χρόνο και τη μεταχρονόλογηση γεγονότων και προβληματισμών. Οι συμβολισμοί του είναι βατοί και εμβληματικοί: «Προδικασμένες ερινύες σέρνουν τώρα το χορό / και οι μούσες ζητούν παρηγοριά στη λήθη». (σελ. 20)
Τα πλείστα μοτίβα του Μ.Β. κινούνται στη θεματική του χρόνου. Ή μάλλον αιωρούνται συνεχώς μεταξύ του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος. Στίχοι ουδόλως αμφίσημοι, αλλά ευθύβολοι και ευκρινείς: «Μου λες για το αύριο / και εγώ ζω στο απώτερο κενό / της ανυπομονησίας του χθες / και της ανυπαρξίας του τώρα». (σελ. 24)
Γενικά, ο χρόνος προσλαμβάνεται από τον ποιητή σε όλες τις διαστάσεις, όλες τις προεκτάσεις και όλες τις εκφάνσεις του. Τόσο η δόμηση όσο και η ανάπτυξη των στίχων του διακρίνονται από μια στέρεη διαλεκτική: «Βλέπω τις αλλαγές του χρόνου / Είδα τις συνέπειες της φθοράς / Ίσως δω την αναγέννηση μέσα / στην επίγνωση της αμφιβολίας / Ο χρόνος δεν είναι πλέον σχετικός». (σελ. 39)
Ώρα όμως να αναφερθώ και στην ευρύτερη φιλοσοφική διάσταση της ποίησης του Μ.Β. Ιδού πως αναφέρεται στον νόμο των αντιθέσεων και στην άρνηση της άρνησης, ουσιαστικά, παραπέμποντας στον Φόιερμπαχ: «Το άπειρο ισούται με μηδέν / Η στασιμότητα ισούται με κίνηση». (σελ. 19)
Ο ποιητής επεξεργάζεται μεγάλες και κύριες φιλοσοφικές κατηγορίες, που έχουν πρωτίστως υπαρξιακή υφή. Συχνά ερωτοτροπεί μ’ ένα γριφώδες ύφος που είναι ωστόσο υποβλητικό, παρά νεφελώδες: «Η Ύπαρξη υπόδικη στον φόβο / και ο θάνατος χαμογελά / στη μοναξιά της θλίψης». (σελ. 25)
Από την άλλη, η υπαρξιακή θεματική συχνά περιπλέκεται και ομοιογενοποιείται με την ερωτική θεματική. Αλλά, η φιλοσοφική διάθεση του ποιητή δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Είναι παρούσα σε όλες τις θεματικές και όλες τις υποθεματικές του: «Έμαθα μαζί σου / το χαμόγελο της αξίας του τώρα / και αυτό μετρά πέρα / απ’ τη σοφία της αιωνιότητας». (σελ. 29)
Ο Μ.Β. υμνεί και θεματοποιεί πολλά και διάφορα, έννοιες, αισθητικές και φιλοσοφικές κατηγορίες, ειδυλλιακά τοπία, ακραία και βαθιά συναισθήματα. Υποκλίνεται όμως σε ένα πράγμα, σε μια κατάσταση, στο βαθύ και μεγαλειώδες πνεύμα: « …προσευχήσου στην αιωνιότητα / της υπεροψίας του πνεύματος». (σελ. 36)
Και αφού κυρίως πραγματεύεται τον κόσμο των ιδεών, νομοτελειακά αγγίζει και τον κόσμο των ιδανικών, δεν γινόταν αλλιώς. Αναφέρεται στα φθαρμένα, τα πεπερασμένα ιδανικά και κυρίως σε αυτά που εκφεύγουν της ιδεολογικής ορθότητας. Αλλά όσο κι αν εκφεύγουν, θέλγουν τον ποιητή: « …η διαύγεια αποδομήθηκε / σε μνημείο εξάμβλωμα έκνομων ιδανικών… /…ιδέες άτοπες / βάση που ανεγείραμε στον αέρα / ωσάν όνειρα που απαριθμήσαμε κατά αύξοντα αριθμό». (σελ. 17) Εδώ βεβαίως υποδηλούται και το ουτοπικό του πράγματος.
Στο βιβλίο ιχνηλατούνται φυσικά και κάποιες επιρροές, αλλά και κάποιες απόπειρες διακειμενικών διαλόγων. Ενδεικτικά σημειώνω ορισμένες έμμεσες και υπαινικτικές αναφορές στην αρχαιοελληνική γραμματεία, στη Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά και ένα εγχείρημα συνομιλίας με τον Σεφέρη: «Και τώρα… / Ας περιμένει το πουκάμισο το αδειανό… / Ξεπλύθηκε στην ντροπή του χρόνου / και στέγνωσε στην απόγνωση…». (σελ. 27)
Μιλώντας συνολικά, η ποίηση του Μ.Β. είναι ρηξικέλευθη και βαθυστόχαστη. Η δόμηση και η διαλεκτική της είναι διαυγέστατες. Ο ποιητής αναφέρεται στα υπαρκτά, αλλά και στην ανυπαρξία. Στα κενά αλλά και στην πληρότητα. Στην κραυγή αλλά και την σιωπή. Υμνολογεί την αντίφαση και την αντίθεση, δελεάζεται από τις ανατροπές, αλλά και τις παραδοξότητες: «Τα κενά μέσα μας / προδηλούν σιωπές / που μόνο η νύχτα / αντανακλά βαθιά / μέσα στη σιωπή του φεγγαριού, / την απόλυτη, δική τους αλήθεια». (σελ.11)
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, δεν θ’ αποφύγω τον πειρασμό ν’ αναφερθώ και σ’ αυτά που μου πρόσφεραν λιγότερη αισθητική τέρψη απ’ όση θα επιθυμούσα. Η λέξη κλειδί είναι η συμπύκνωση. Έχω την άποψη ότι από την ποίηση του Μ.Β. λανθάνει ο αφαιρετικός λόγος και ελλειπτικότητα. Αυτές θα καθιστούσαν το ποιητικό αποτέλεσμα επαρκέστερο, πληρέστερο, ευτυχέστερο. Οι λεπτομερείς, αναλυτικές, περιγραφικές καταγραφές αρμόζουν, ασφαλώς περισσότερο στον πεζογραφικό παρά στον ποιητικό λόγο. Βεβαίως, δεν είναι αυτά τα κύρια γνωρίσματα της ποίησης του Μ.Β. Ωστόσο, ενυπάρχουν μέσα στην ποίησή του και είχα χρέος, έντιμα και ταπεινά, να τα επισημάνω.