«Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο σε σκηνοθεσία Μαγδαλένας Ζήρα.
Παρά το γεγονός ότι η πρώτη αίσθηση που λαμβάνει ο θεατής βλέποντας το άδειο σκηνικό είναι ότι επείκειται ένα γενναίο συνδαύλισμα της ναπολιτάνικης ατμόσφαιρας, είναι το πρώτο πράγμα που ξεχνά όταν το πρωταγωνιστικό δίδυμο πυροδοτεί την πρώτη φιλονικία του διάσημου έργου του Εντουάρντο ντε Φιλίππο. Είναι εντυπωσιακό ότι χωρίς καν να προσπαθήσει να εκσυγχρονίσει, να μεταφέρει ή και να «θολώσει» χρονικά τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο», η παραγωγή σε παίρνει από τη μεταπολεμική Νάπολη σ’ ένα ταξίδι πιο διαχρονικό και διατοπικό. Η αποτελεσματικότητα με την οποία η Μαγδαλένα Ζήρα και οι συνεργάτες της αφουγκράζονται τη λαϊκότητα αυτού του κοινωνικοπολιτικού παραμυθιού, είναι το πρώτο μεγάλο επίτευγμα της πρότασης.
Ζεστοί φωτισμοί που προσθέτουν χωρίς να επιβάλλουν, ένα λειτουργικό και τεκμηριωμένο σκηνικό, ενδυματολογία ταιριαστή με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων, σπιρτόζικη μουσική εκεί που χρειάζεται. Και μια εξυπηρετική και σεμνή ηλικιακή προσαρμογή. Η σκηνοθέτις και η καλλιτεχνική ομάδα δεν διστάζουν να υπογραμμίσουν την ιταλική φινέτσα, έναν αέρα που παντρεύει το σκέρτσο με το δόσιμο στη ρέγουλα της αισθητικής. Σε μεγάλα κέφια μετά την πανηγυρική επιστροφή της στον ΘΟΚ, η Αννίτα Σαντοριναίου που είναι μια πρωταγωνίστρια προικισμένη με φυσικό μπρίο, μεσογειακό ταμπεραμέντο και σκηνική εξωστρέφεια, υπερθεματίζει υιοθετώντας κατά διαστήματα μέχρι και μια ανεπαίσθητη αερινάδα ιταλικής προφοράς.
Κι όμως, είναι μια παραγωγή προορισμένη να συγκινήσει και να ευχαριστήσει το πλατύ κοινό της Κύπρου, στοχεύοντας απευθείας στο θυμικό, μέσα στο σκοτεινό πλαίσιο μιας δύσκολης εποχής: πανδημία, οικονομική κρίση, μαύρες σκέψεις για την καθημερινότητα και το μέλλον. Μια εύθυμη ηθογραφία εποχής με έντονο ταξικό πρόσημο, σωστά και έξυπνα διαβασμένη, είναι ό,τι πρέπει για να πάρει τα πάνω του και ο ΘΟΚ και ειδικότερα η Κεντρική του Σκηνή. Ειδικά όταν ψηλαφεί με τέτοια λεπταισθησία τη χρυσή τομή μεταξύ της λαϊκής διασκέδασης και του υποψιασμένου, κοινωνικά παρεμβατικού θεάτρου.
Μεγάλο όπλο αποδεικνύεται το γεγονός ότι το πρωταγωνιστικό ντουέτο είναι ζευγάρι και στην πραγματική ζωή και δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει κανείς πρόσωπα και καταστάσεις για να εντοπίσει από πού προέρχεται αυτή η υποβόσκουσα χημική φόρτιση, που διαχέεται σαν πέπλο πάνω στο δρώμενο, καθώς καυτηριάζει την αιώνια ερωτική διαμάχη των φύλων. Η Σαντοριναίου αποτυπώνει με ηφαιστειώδη πυγμή και ελεγειακή αποφασιστικότητα ένα εμβληματικό αρχέτυπο αδικαίωτης μητρότητας και κοινωνικού αποκλεισμού. Ο Γιώργος Μουαΐμης, ενδεδυμένος τη γλυκιά θλίψη του ιταλικού αυτοοίκτου και αυτοσαρκασμού, πρεσβεύει τον χαριτωμένο πανικό ενός υπό κατάρρευση ανδροκρατούμενου κόσμου.
Η Μαγδαλένα Ζήρα κατορθώνει, όπως είπαμε, να προσδώσει μια σύγχρονη πνοή στο κλασικό έργο χωρίς να προβαίνει σε απόκοτους ριζοσπαστικούς νεωτερισμούς. Αντίθετα, χωράει τον αναστεναγμό ενός ψεύτη κι άδικου ντουνιά που κυριαρχεί στα ανήλιαγα στενά των φτωχογειτονιών της Νάπολης μέσα σε νοσταλγικές πινελιές- αναφορές στον ιταλικό νεορεαλισμό και την Κομέντια ντελ άρτε. Οι μικρές «αναπνοές» με την εμφάνιση του Πουλτσινέλα στη σκηνή, ενός κλασικού χαρακτήρα που συνδέθηκε και με το ναπολιτάνικο κουκλοθέατρο, απηχεί αναφορές σε αδιέξοδα δίπολα.
Η δε εναρκτήρια σκηνή μοιάζει βγαλμένη από ταινία του Βιτόριο ντε Σίκα και δίνει το στίγμα του όλου εγχειρήματος. Η σκηνοθετική ματιά εστιάζει στη δυστυχία, ως αποτέλεσμα κοινωνικών παθογενειών, για να εμβαθύνει στη δραματική δύναμη του συμβολοποιημένου ανθρώπου με ονοματεπώνυμο και στα καθημερινά του αδιέξοδα. Εν τέλει, η πολύπαθη Φιλουμένα μαθαίνει επιτέλους να κλαίει όταν συνειδητοποιεί πως έχει πλέον κάτι να χάσει και μαζί της δακρύζει και το κοινό που από την πλευρά του συνειδητοποιεί ότι έχει κερδίσει δύο ώρες γνήσιας συγκίνησης.
Ελεύθερα, 27.2.2022