«Μια τεράστια έκρηξη» του Βασίλη Μαυρογεωργίου σε σκηνοθεσία Μαρίνας Βρόντη.

Η ιστορία ενός ονειροπόλου νεαρού αντιήρωα που διεκτραγωδεί τον μίζερο βίο του, καθώς συλλέγει τα απανωτά χαστούκια που του επιφυλάσσει η ζωή όταν αποφασίσει να βγει στον πραγματικό κόσμο. Αυτό είναι μέσες- άκρες το έργο «Μια τεράστια έκρηξη» του Βασίλη Μαυρογεωργίου, συγγραφέα της ντανταϊστικής «Κατσαρίδας» την οποία είχαμε την ευκαιρία να δούμε πριν από κάμποσα χρόνια και στην Κύπρο. 

Μεταγενέστερο έργο, η «Μια τεράστια έκρηξη» είναι μια σύγχρονη κωμωδία που εκτυλίσσεται στη βάση του μοντέλου της αυτοδιηγητικής αφήγησης, δηλαδή ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Τον ενσαρκώνει ο αεικίνητος Βασίλης Χαραλάμπους ο οποίος πλαισιώνεται από τη Σοφία Καλλή και τη Μυρτώ Κουγιάλη, με τους τρεις ηθοποιούς να υποδύονται συνολικά πάνω από είκοσι ρόλους.

Με το ιδιότυπο, υπερλογικό, αιρετικό, παρεΐστικο και ενίοτε χοντροκομμένο χιούμορ του, το καταιγιστικό κείμενο στηλιτεύει τα μικροαστικά ήθη, καθώς παράλληλα αγγίζει το σοκ της ενηλικίωσης. Ο κεντρικός ήρωας, ο Γιώργος, διεξέρχεται της πολύ κρίσιμης διεργασίας κατασκευής του ενήλικου εαυτού του, η οποία λαμβάνει αρχικά χώρα σ’ έναν ρευστό και ευαίσθητο ψυχικό κόσμο για να περάσει σταδιακά στη φάση της συνειδητοποίησης.  

Η Μαρίνα Βρόντη εμπιστεύεται το πνευματώδες κείμενο και τον πρωταγωνιστή της, αξιοποιώντας τα πρακτικά της εργαλεία στο πλαίσιο μιας διαδικασίας κατανόησης του «γεμάτου κενού», μέσα στο οποίο κινείται ο ήρωας και της συμφιλίωσής του μ’ αυτό. Από τη φύση του έργου, μεγάλο είναι το βάρος που πέφτει στο τεχνικό κομμάτι. Η σκηνοθέτρια ευτύχησε να έχει αρκετές ευφάνταστες ιδέες και ακόμη περισσότερο άξιους συνεργάτες για να τις υλοποιήσει, με τον Γιώργο Γιάννου να καταθέτει μια ακόμη τεκμηριωμένη και επινοητική σκηνογραφική –κυρίως- αλλά και ενδυματολογική εργασία. Ταμπλό, επιδαπέδιοι φωτισμοί, παραβάν, σκιές, αντικείμενα που πηγαινοέρχονται σε συνδυασμό με τους οργανικούς φωτισμούς του Βασίλη Πετεινάρη και τις νευρώδεις μουσικές της Στέλλας Βοσκαρίδου έλυσαν τα χέρια της Βρόντη που μπορούσε να παίξει σκάκι στη σκηνή με πιόνια τους ηθοποιούς της. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέτεινε η δεικτική κινησιολογία της Χλόης Μελίδου. 

Εντούτοις, στην παράσταση σοβεί ένα πρόβλημα με τον ρυθμό. Το σημείο βρασμού του κεντρικού ήρωα- αφηγητή κατά διαστήματα μοιάζει να διαφέρει σε σχέση με τις δύο συμπρωταγωνίστριές του. Δεν δείχνει δέσμιος μέσα στις χαώδεις και τεταμένες περικοκλάδες της παράλογης μικροαστικής πραγματικότητας, αλλά μοιάζει σαν να τις έχει προκαλέσει αποκλειστικά ο ίδιος. Επίσης, ο Βασίλης Χαραλάμπους, ένας ηθοποιός αξιώσεων και φερεγγυότητας που έχει φέρει εις πέρας αξιόλογες ερμηνευτικές αποστολές, κατά διαστήματα παρασύρεται, χάνει ερείσματα, βιάζεται κι ενίοτε ταχυλογεί. Οι παραφωνίες δεν είναι κραυγαλέες ώστε να βάλλεται το πνεύμα του έργου, όμως η ανεπαίσθητα άστατη ροή δημιουργεί κάποιες άχαρες στιγμές. Οι παρτενέρ του είναι επαρκείς στην υπερβολή τους και στις συνεχείς εναλλαγές ρόλων, μοιάζοντας όντως βγαλμένες από το κεφάλι του αφηγητή. 

Εν πάση περιπτώσει, κινούμενη στην κόψη του ξυραφιού, η παράσταση καταφέρνει τελικά περιπετειωδώς να οδηγηθεί στην πολύβουη λεωφόρο της αποδοχής και της αυτογνωσίας που αναζητεί ο ήρωας, πασπαλισμένη με μια εύστροφη ειρωνεία αλά Όσκαρ Ουάιλντ. Ο Γιώργος μπορεί να μη σώζει τελικά τον κόσμο, αλλά δείχνει να καταφέρνει να περισώσει τουλάχιστον την παρτίδα για τον εαυτό του, εντοπίζοντας την αχνόφωτη έξοδο από τον λαβύρινθο. 

Ελεύθερα, 6.3.2022