«…Ένα κορίτσι χίλια κομμάτια. Μόνο κρέας και κόκαλα. Μπλε κουβάς, ώριμα λεμόνια, βρεγμένο χώμα…» (Στ. Χριστοδούλου, «Τρεις σκάλες ιστορία»).
Κάποτε στην Ανθούπολη υπήρχαν χωράφια με καλαμιές, μικρές λίμνες με τσιμέντο γύρω γύρω για να συγκρατούν το νερό, σαλιγκάρια στο χώμα, η λυόμενη εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος με το «Χριστιανικό Κέντρο» στο πλάι -από δωρεές φτιαγμένο-, το παρεκκλήσι της Χρυσοβαλάντου πιο πέρα, μικρές μοτοσικλέτες παρκαρισμένες κάτω από τσίγκινα γκαράζ προτού εξαφανιστούν τα βράδια. Η Ευτυχία έμενε στον συνοικισμό μαζί με τον άντρα της, το Σπύρο. Κάθε Κυριακή έφταναν στο Ναό, κρατιόντουσαν πάντα χέρι χέρι, κάθονταν στην πρώτη σειρά – εκείνος δεξιά, εκείνη αριστερά, τους χώριζε ένας στενός διάδρομος. «Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, του Κυρίου δεηθώμεν…». Κι έκαναν το σταυρό τους τρεις φορές: «Ο Θεός να μας συγχωρέσει».
Τους κοιτούσα από το ιερό. Είχαν και οι δύο γκρίζα μαλλιά, φορούσαν μαύρα ρούχα, εκείνη γονάτιζε στην ανάγνωση του ευαγγελίου, εκείνος έσκυβε το κεφάλι και έκλεινε τα μάτια κοιτώντας την τρυφερά, κι’ άφηναν πάντα τα μπαστούνια τους ακουμπισμένα μπροστά από την εικόνα της Αγίας Μαρίνας για να τους τα προσέχει -σα να ‘ταν μωρά κι αυτή η προστάτιδά τους- χαϊδεύοντάς τα απαλά με το βλέμμα, θυμίζοντάς τους το χωριό τους που άφησαν πίσω, τη Γιαλούσα, κι όλα όσα είχαν κι έχασαν για πάντα. «Χαίροις των Παρθένων η καλλονή, και Μαρτύρων δόξα, ω Μαρίνα, νύμφη Χριστού…».
Πρώτη φορά μπήκα στο σπίτι τους το πρωινό που δεν μπόρεσα να κρατήσω καλά το εξαπτέρυγο με τα κουδουνάκια για να ακούγεται ο ύμνος των Σεραφείμ στο Θεό, πέφτοντάς μου απ’ τα χέρια – σχεδόν πάνω στο κεφάλι του παπά. Ο Σπύρος γέλασε – νόμιζε πως το ‘κανα επίτηδες. «Να ‘ρθεις μετά μαζί μας. Είσαι Γιαλουσίτικο εσύ!».
Στον συνοικισμό της Ανθούπολης είχαν εγκατασταθεί τον Ιανουάριο του 1977. Μέχρι τότε έμεναν στο χωριό τους, μαζί με άλλους τριακόσιους Γιαλουσίτες, γύρω από τους καφενέδες, για να συνεχίζουν να κοιτάνε κάθε πρωί τη βόρεια θάλασσα της Καρπασίας και τα αγριοπερίστερα που τσαλαβουτούσαν μέσα της για να ξεδιψάνε προσωρινά. Καθώς έπινα τη σπιτική λεμονάδα, ο Σπύρος -οικεία νιώθοντας πια- σήκωσε τη μπλούζα του για να μου δείξει τη σφαίρα που είχε περάσει πλάι από την αρτηρία της καρδιάς προς την πλάτη. «Μερικές φορές, δεν αναπνέω καλά», μου είπε. «Θα κρυώσεις!», φώναξε εκείνη.
Προτού πέσει μέσα στη δεξαμενή και γίνει πτώμα τα είχε φροντίσει όλα: Κλάδεψε την ελιά στον κήπο του «προσωρινού» του σπιτιού, μάζεψε τα πορτοκάλια από το χώμα βάζοντάς τα σε μικρό καλαθάκι πάνω απ’ το ψυγείο, αγόρασε μέλι του βουνού για να ‘χει την επόμενη μέρα η γυναίκα του για το τσάι γλυκάνισου της Κυριακής πριν τη λειτουργία, έβαλε τα λεφτά της σύνταξής του σε ένα φάκελο γράφοντας απέξω «για την κηδεία μου, να με κάμετε όμορφο» εν είδει μαύρου Καρπασίτικου χιούμορ. Κι’ άφησε ένα σημείωμα που εξηγούσε στην Ευτυχία -επαναλαμβάνοντας αυτό που ήδη ήξερε- πως δεν τον ένοιαζε που δεν μπορούσε να του κάνει παιδιά μετά το βιασμό της από τους Τούρκους στρατιώτες, εκείνο τον Σεπτέμβρη -πέντε απανωτές μέρες, δεκαπέντε φορές, κάθε πρωί, μετά τον κυπριακό καφέ του Λαϊκού που τους σέρβιρε υπομονετικά όσο χασκογελούσαν, όσο ο Σπύρος ήταν στο γκαράζ Παυλίδη- εκείνες τις φθινοπωρινές μέρες που ούρλιαζε στο χώμα με ξέπλεκα τα σκαλιστά της μαλλιά και με βαριά σώματα επάνω της: «Σπύρο, έλα να με σώσεις! Σπύρο, που είσαι Σπύρο μου;» – δίπλα από τον ψηλό φοίνικα, το καμπαναριό, τους ασβεστωμένους τοίχους της Γιαλούσας και την Αγία Μαρίνα που τους κοιτούσε αυτοπροσώπως, μάρτυρας μιας κάποιας αμαρτίας των προγόνων της που είχε έρθει η ώρα να πληρώσει -έτσι πίστευε, έτσι της είπε μετά ο παπάς- υπομένοντας, καρτερώντας τους να τελειώσουν μέσα της γελώντας που μαγάρισαν την γκιαούρισσα ξεχαρβαλώνοντας για πάντα την ψυχή της. Μέρες μετά απόθεσε την αμαρτία στα πόδια του Σπύρου, με το που μπήκε στο σπίτι ξανά, γονατιστή στα παλιά γαλάζια πλακάκια του σαλονιού, νομίζοντας πως εκείνος ήταν πλέον ο Χριστός κι αυτή η Μαρία η Μαγδαληνή που έφταιγε – γιατί «έφταιγε» που ήταν τόσο όμορφη! Αυτά θυμόταν δίπλα από το φέρετρό του -του Αγίου Σπυρίδωνος ήταν πάλι-, κι έλεγε μέσα της «τι τη θέλω τη ζωή, την κατεστραμμένη μου ζωή, τη σκάρτη μου ζωή, έτσι μόνη που με άφησες στον κόσμο». Κι ύστερα λιποθύμησε.
Μέσα στις νηστείες των Χριστουγέννων ήταν πάλι. Τέλη της δεκαετίας του ’90. Μετρούσε πια τις τελευταίες της μέρες προτού γίνει κι αυτή επουράνια και πανευτυχής – όνομα και πράγμα η Ευτυχία. Είχαμε περάσει με τους συμμαθητές μου από τον συνοικισμό για να της αφήσουμε κουραμπιέδες «γιαλουσίτικους», από το σωματείο. Της τραγουδήσαμε -λίγο παράταιρα- στην πόρτα: «Χριστού την Θείαν γέννησιν, να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλη…». Ήταν η πρώτη φορά που την κοιτούσα γερασμένη – με λευκότερα τα μαλλιά της κι’ απ’ το χιόνι που ‘πεφτε από το πρωί, με μαυρισμένα τα πράσινά της μάτια, με λακκούβες έτοιμες -από το ’74 ήδη φτιαγμένες- στα μάγουλά της για να μπαίνουν μέσα τα δάκρυα και να στεγνώνουν και να την κάνουν να θυμάται. Μα, το σπίτι μύριζε σπανάκι γιαχνί – δίπλα ήταν οι λαψάνες: «Ο Σπύρος μου κάνει βόλτες σήμερα, θα ‘χει φύγει από το χωριό μας, θα ‘χει κάτσει να ακούσει το απολυτίκιον της γιορτής του, και θα ‘ρχεται στο συνοικισμό. Μωρά δεν του έδωκα. Να μην του έχω λίγο φαΐ στο τραπέζι, για το καλό της μέρας; Κοπιάστε!».
xatzigeorgiou@yahoo.com
* Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου (Στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας Γιαλούσας).
Ελεύθερα, 12.12.2021.