«Βασιλιάς Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις.
Είναι παρηγορητικό ή οδυνηρό να ξύνουμε τις υπαρξιακές μας πληγές για να προσεπικυρώσουμε το μεγαλείο της υψηλής τέχνης; Να μια ερώτηση που προκύπτει όταν παρακολουθείς αιώνια έργα όπως ο «Βασιλιάς Ληρ», που καταδύονται στα πιο απύθμενα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Δεν έχει ευχάριστο θέμα, είναι μια τραγωδία για το χάος του μυαλού και του κόσμου.
Το αν είναι, καθώς λέγεται, το κορυφαίο έργο του Σαίξπηρ, ανώτερο δηλαδή από τον Άμλετ ή όχι, είναι μια συζήτηση που θ’ αφήσουμε στους σαιξπηρολόγους- μακριά από μας. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για ένα από τα κορυφαία κείμενα της δυτικής δραματουργίας αλλά και έργο δύσβατο, απαιτητικό, τρομακτικό. Ο Ληρ αποποιείται την ευθύνη της εξουσίας αλλα χωρίς να απωλέσει τα προνόμια. Προχωρεί σ’ έναν τολμηρό για τον καιρό του Σαίξπηρ κατακερματισμό της εξουσίας και των κοινωνικών δομών, καθώς τα γρανάζια της ιστορίας αρχίζουν να τρίζουν και νέα πρότυπα ισχύος ετοιμάζονται να επιβληθούν.
Όταν το παρακολουθείς νιώθεις τέτοιο δέος σαν να βρίσκεσαι στην άκρη της αβύσσου ή σαν να χάνεσαι μέσα σ’ έναν λαβύρινθο από πολλαπλές και πολλαπλασιαζόμενες πτυχές. Πολλώ δε μάλλον όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτό. Κι όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτό στην Κύπρο, πρέπει να έχεις διασφαλίσει κάποιες βασικές προϋποθέσεις κι αυτό είναι δύσκολο να συμβεί κάπου μακριά από τη θεσμική θαλπωρή του ΘΟΚ. Από την άλλη, όμως, υπάρχει το γνωστό πρόβλημα της Κεντρικής Σκηνής που μυστηριωδώς ενίοτε μετατρέπεται σε Τρίγωνο των Βερμούδων ή σε… μαρμαρένιο αλώνι όπου καλλιτέχνες δίνουν ασθμαίνοντας μάχες με πλασματικούς εχθρούς.
«Βασιλιά Ληρ» σε επαγγελματική παραγωγή δεν βλέπουμε και κάθε χρόνο εδώ. Είναι η πρώτη φορά για την ακρίβεια. Αλλά είναι εντυπωσιακό πόσο αφορά το κυπριακό κοινό. Μιλάμε για μια κοινωνία κουρασμένη, με μηδενιστική συνείδηση και αίσθηση βαρέων μνημών –βιωμένων ή αφηγημένων- κι ένα παρατεταμένο μετατραυματικό στρες που κληροδοτείται και στις επόμενες γενιές, μαζί με τη διαφθορά, τη θανατηφόρα παρακαταθήκη των ερίδων, την παράνοια. Το δαντικό μαρτύριο του Ληρ, η ατέλειωτη πραγματικότητα της οδύνης, γίνεται κοινό κτήμα.
Η πρόταση του Τσέζαρις Γκραουζίνις έχει έμπνευση, όραμα και πυξίδα κι έχει και πολύ σκληρή δουλειά πάνω της για όλους τους συνεργάτες, που όμως αν ήταν στο χέρι του θα ήταν ακόμη περισσότερη. Το σκηνικό οικοδόμημα μοιάζει να είναι βγαλμένο μέσα από το μυαλό του Ληρ, σε μια γραμμή που ξεκινά από την απλούστευση του κλασαυχενισμού και οδηγεί –μαθηματικά- μέσω της ύβρεως στην εξαλλότητα της παραφροσύνης.
Τα τεράστια ανάλαφρα πέπλα του Κένι ΜακΛέλαν στο βάθος της σκηνής εντείνουν την ονειρική ατμόσφαιρα και αγκαλιάζουν την καρδιά του έργου, μαζί με τις αδιαφανείς γραμμές και το αγωνιώδες βάθος του. Η μουσική του Μαρτίνας Μπιαλομπζέσκις είναι σαν ένας ακόμη ρόλος, προσφέρει πολλές λύσεις. Με τη νέα μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα να δίνει τον τόνο, η σκηνοθεσία έχει ρυθμό, αίσθηση μέτρου και αυτοπεποίθηση. Η αναπόφευκτη περικοπή μεγάλου μέρους του κειμένου σε ορισμένα σημεία δεν είναι εντελώς ανεπαίσθητη, διακρίνονται κάποιες μικρές δρασκελιές στην αφήγηση.
Ο Βαρνάβας Κυριαζής, ηθοποιός που έχει παίξει σχεδόν τα πάντα και δεν έχει απωθημένα, παίζει τον Ληρ σαν να είναι ο πιο διακαής του πόθος. Μια νατουραλιστική ερμηνεία επιπέδου σταρ, με βαθιά μελαγχολική φόρτιση, η οποία ανεβάζει την υποκριτική στάθμη τόσο ψηλά που δημιουργεί ανισορροπία και απορρύθμιση σε σχέση με τους υπόλοιπους. Όταν λείπει από τη σκηνή, εκείνη μοιάζει να μεγεθύνεται απειλητικά. Αναπόφευκτα, η δουλειά δεν μπορούσε να έχει ενιαία υποκριτική γραμμή. Ο σκηνοθέτης δεν είχε ούτε τη γνώση του δυναμικού, αλλά ούτε και την ευχέρεια να στήσει μια όσο το δυνατόν ευδόκιμη διανομή. Εκ των πραγμάτων, ήταν υποχρεωμένος να στηρίξει τις επιλογές του, χωρίς απόλυτη επιτυχία. Κάποιες από τις ερμηνείες δεν ξεπέρασαν το επίπεδο των καλών προθέσεων.
Ελεύθερα, 12.12.2021