Εις μνήμη της εμβληματικής δημοσιογράφου και κριτικού που πέθανε την προηγούμενη Τρίτη – χορτασμένη από όλους και όλα, μα -κυρίως- από τη χαρά της ζωής της που είχε την ποιότητα του ανθρώπου που τα έχει βιώσει όλα στον υπερθετικό βαθμό.
Το σπίτι της μύριζε ιμάμ μπαιλντί. «Πάντα η ίδια μαγειρεύετε;», την είχα ρωτήσει. «Βεβαίως! Είναι ένα από τα πάθη μου. Έχει φάει πολύς κόσμος από τα χεράκια μου…». Βουτηγμένοι πάνω από την κατσαρόλα, ξεκίνησε να μου αφηγείται μικρές ιστορίες από τη συναρπαστική ζωή της, τη γεμάτη από βαθιά γνώση της αληθινής Τέχνης.
«Είμαι τόσων χρόνων, ποτέ μου δεν πέρασα μελαγχολίες. Η μελαγχολία είναι η πολυτέλεια των πτωχών ψυχών. Στενοχώριες έχω, όταν χάνονται οι δικοί μου άνθρωποι. Όταν πέθανε ο Νουρέγιεφ, για παράδειγμα, επί ενάμιση χρόνο ήμουνα άρρωστη, έπαιρνα ό,τι φάρμακο μου έδιναν για να γίνω καλά. Η υγεία μου εξαρτάται από τέτοια, σοβαρά γεγονότα, όχι από μικροπροβλήματα. Λόγω ηλικίας, άλλωστε, έχω χάσει πάρα πολύ κόσμο – υπήρξε χρονιά που έχασα οκτώ αγαπημένους φίλους -ο Τσαρούχης μεταξύ αυτών- και αισθανόμουνα κάθε φορά σαν να μου ξεριζώνανε το χέρι…».
«Γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας, Μητροπόλεως 3. Ο πατέρας μου, ο εκδότης και δημοσιογράφος Σώκος, πέθανε σε ηλικία 44 ετών, έπασχε για χρόνια από λευχαιμία και εγώ ήμουνα η “νοσοκόμα” του. Ήμουν ίδια εκείνος. Μετακομίσαμε στο Ψυχικό, διότι τότε πίστευαν ότι η λευχαιμία μοιάζει με τη φυματίωση και πρέπει να βρίσκεσαι στην εξοχή. Πήγα σχολείο στο Αρσάκειο, τη δεύτερη χρονιά που λειτουργούσε. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα μέσα σε μία βιβλιοθήκη – διάβαζα πάρα πολύ, ό,τι βιβλίο έστελναν στον πατέρα μου το διάβαζα· καλά, κακά, κατάλληλα, ακατάλληλα. Όλα! Αυτό μου έδωσε τη μόρφωση που έχω, όχι το σχολείο. Εντωμεταξύ παρακολουθούσα τα πάντα από κινηματογράφο και από θέατρο – ο παππούς μου με περίμενε, Σάββατο μεσημέρι, Πανεπιστημίου και Κοραή, στο τέρμα των μπλε λεωφορείων του Ψυχικού, και τα βλέπαμε όλα. Έχω δει τα πάντα από θέατρο -ακόμη και τον Βεάκη να παίζει Οιδίποδα, ενώ ακόμη ήμουνα παιδί-, τέσσερα θεατρικά έργα την εβδομάδα. Φοίτησα στη σχολή Καλών Τεχνών και στη Δραματική σχολή του Βασίλη Ρώτα, λογοτεχνία μετά στην Οξφόρδη. Είχα σπουδαίους δασκάλους, αυτοί μου άνοιξαν τους ορίζοντές μου. Εγώ ήθελα να γίνω ζωγράφος, αλλά ο Τσαρούχης υπήρξε ειλικρινής μαζί μου. Όταν του το είχα πει μου απάντησε: “Η διαφορά ανάμεσα στην αληθινή ζωγραφική και στη δική σου είναι σαν το κέντημα χειρός με το κέντημα μηχανής”. Μετά από αυτό το έκοψα μαχαίρι και αφοσιώθηκα στο γράψιμο».
«Εμένα με ενδιέφερε η Τέχνη – όχι η λαϊκή Τέχνη· η υψηλή, η αυστηρή, εκείνη που επιζεί ανά τους αιώνες. Ποτέ δεν με συγκινούσαν π.χ. οι γλυκούλες ασπρόμαυρες ταινίες· τις βρίσκω χαριτωμένες, αλλά αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την Τέχνη. Γι’ αυτό και ποτέ δεν με αφορούσαν στον κινηματογράφο η Βουγιουκλάκη ή η Καρέζη».
«Εγώ ερωτευόμουνα μόνο όταν θαύμαζα. Άλλωστε, η πιο ερωτογενής ζώνη στη γυναίκα είναι ο θαυμασμός! Ο πρώτος μου έρωτας, την περίοδο της κατοχής, υπήρξε ο Ιάννης Ξενάκης ο οποίος, στη συνέχεια, επειδή τον κυνηγούσαν, έφυγε για το Παρίσι αλλά δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ποτέ δεν μάλωσα με κάποιον άντρα που ερωτεύτηκα, όπως και ποτέ δεν έκλαψα για κάποιο άντρα. Αυτό συνέβη και με τον Ξενάκη: Όταν έφυγε ο Ιάννης, το αίσθημα μού είχε περάσει».
«Ο Μάρλον Μπράντο ήταν ο έρωτας της ζωής μου, που μου πέρασε όμως μόλις τον γνώρισα. Τη μέρα που θα ερχόταν, με πήγε στο αεροδρόμιο ο Βίκτωρας Μιχαηλίδης, της “Warner Brothers”. Όλο το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο από θαυμαστές του Μπράντο και δημοσιογράφους. Πλήθος. Εγώ δεν είχα καμία διάθεση να πάω να παλέψω με όλα αυτά, καθόμουν έξω από ένα μικρό σπιτάκι για τους επίσημους και περίμενα. Έρχεται μετά από λίγη ώρα το αυτοκίνητο του Μιχαηλίδη, σταματάει μπροστά, και, κυριολεκτικά, με πετάνε μέσα. Στο πίσω κάθισμα βρισκόταν ο Μπράντο. Δεκάδες οι άνθρωποι γύρω μας να φωνάζουν ρυθμικά “Μπράντο! Μπράντο!”, και εγώ κοίταζα τη θάλασσα γιατί ντρεπόμουνα. Κάποια στιγμή, γυρνάει αυτός το κεφάλι του και μου δίνει το χέρι του: “My name is Brando. What’s yours?”. Αυτή ήταν η πρώτη μας κουβέντα. Ανεβήκαμε μετά στο δωμάτιό του και, κάποια στιγμή, έπρεπε να αποχωρήσω για να ανέβουν οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στο δωμάτιό του να τον δουν. Σηκώνομαι για να φύγω, κι εκείνη την ώρα γυρνάει ο Μπράντο στον Μιχαηλίδη και του λέει: “The lady stays!”. Από τότε γίναμε φίλοι. Πανέξυπνος άνθρωπος. Θυμάμαι όταν τον ρώτησε την άλλη μέρα ένας συνάδελφός μου “θα θέλατε να παίξετε στην Επίδαυρο;”, ο Μπράντο απάντησε όπως δεν θα απαντούσαν πολλοί: “Δεν νομίζω ότι έχω την κατάλληλη παιδεία για να κάνω κάτι τέτοιο…”».
«Άνθρωπος που δεν γέννησε, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχεις ένα παιδί. Εγώ, πριν γεννήσω την κόρη μου, ήμουνα ένα στεγνό, ένα ελεεινό πράγμα, που λεγόταν “διανοούμενη”. Τι να την κάνεις, όμως, μια μάνα “διανοούμενη”; Έμαθα να μαγειρεύω, να είμαι τακτική, να είμαι νοικοκυρά, να εφευρίσκω καινούργια φαγητά. Με τα χρόνια αισθάνομαι ότι το μητρικό μου ένστικτο έχει εξαπλωθεί παντού πια, σε όλα…».
«Όταν οι άνθρωποι σε προδίδουν, εσύ φταις γι’ αυτό – εσύ φταις για όλα και κανένας άλλος! Εσύ διάλεξες τον συγκεκριμένο άνθρωπο, έπρεπε να το είχες δει, έπρεπε να το είχες προβλέψει. Για μένα ποτέ δεν φταίνε οι άλλοι – αυτή είναι η στάση μου απέναντι στη ζωή».
«Δεν μπορώ να συγχωρέσω τους ανθρώπους που πάσχουν από μοναξιά, γιατί την μοναξιά τους την “αγόρασαν”. Βλέπω μερικές γυναίκες που χάνουν τον άντρα τους και τρελαίνονται – πεθαίνει και η δική τους η ζωή, γιατί είχαν μάθει να ζουν μόνο μ’ αυτόν τον άνθρωπο· δεν ξέρουν πια τι να την κάνουν τη ζωή τους. Αυτές δεν υπήρχαν ποτέ! Όλες οι γυναίκες που εξαρτώνται μονίμως από έναν άντρα για να βγουν έξω, είναι δυστυχισμένα πλάσματα. Κι εγώ δυστυχής δεν υπήρξα ποτέ!».
xatzigeorgiou@yahoo.com
* Τα βιβλία για τη ζωή της Ροζίτας Σώκου «Ο αιώνας της Ροζίτας», κυκλοφορούν από τις «Εκδόσεις Πανός».
Ελεύθερα, 19.12.2021.