Μια διερώτηση πάνω στο αναπόφευκτο της σκηνοθετικής και ερμηνευτικής ποιητικής του θεατρικού μονολόγου «Μια κανονική μέρα», της Κατερίνας Γιαννάκου (Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χαραλαμπίδης, Ερμηνεία: Έλενα Δημητρίου).

Στα όνειρα σου να συντρίβεσαι αν δεν τα κλείσει η τύχη και η μάζα. Φιλιώνεις στενόψυχα. Γιατί να ζητείς ποιητική δομή στον κληρονομημένο καθρέφτη; Ειρκτή της συμφιλίωσης. Τα πλήθη απολυτρώνουν την ιστορία της σκλαβιάς μες την πολιτική φάρσα του απόλυτου. Συμμαζεμένοι για να τα βγάλουμε πέρα και να φτάσουμε βολικά, ηθέλαμε να μας προσέξουν. Χλωμοί στα σώματα και στις ψυχές, νωχέλεια και σπασμοί. Βγαίνουμε στην αγορά τιμωρημένα. Χτισμένοι στενόχωρα μες στη φλυαρία της κατάπτωσης, μας αφήνει ο καιρός. Ένα ύφος ζωής χωρίς καταγωγή, δεν έχει πια πέραση η καταγωγή σου, μαζεύεις ζωή να μαρτυρήσει στο δρόμο, και αυτό έχει πέραση. «Ο κόσμος δεν έχασε την τάξη του. Ο κόσμος μπορεί και χωρίς εσένα. Μπορεί να κάνει χωρίς κανέναν μας» (Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα).

Ωστόσο μας θερμαίνουν οι απροσπέλαστες σχέσεις κυρίων και δούλων. Τα κατεπείγοντα κηρύγματα για το επερχόμενο σκυλεύουν τους παραβάτες. Τόσο συχνά ερήμην μας σταδιοδρομούν αμέθυστα οι συνειρμοί, να μην λάχει το κακό στην όραση.

Κάπου υποχρεωμένοι στις μικρές μας καθημερινές κανονικότητες, φιλόπονοι πρωταγωνιστές απομονωμένοι και σε απόσταση από τη ζωή μας, η οποία λαμβάνει χώρα ορμητικά στις ημέρες της στην ασημαντότητα του αλλού, κλειστοί και μετέωροι βυθιζόμαστε με μεγάλη ένταση στις κοινωνικές σχέσεις της αξεδιάλυτης επιπεδότητας που υπακούει σε ξένες γραμμές. Στο σκιόφως της εποχιακότητας, τα ρεύματά της μας ερημώνουν και στην μεγάλη σκηνή μιας κανονικής μέρας ο έρωτας και ο θάνατος δεν συνιστούν ένα πρόγραμμα. Γρήγορα πεθαίνουν οι μέρες. Είναι μια αφαίρεση και ένα καθήκον. Όλα όσα αληθινά περνούν, στην καθημερινότητα είναι χολές και αρνήσεις της. Η υπακοή στις συμβάσεις και στη μυθολογία της για να την ελέγχουμε και για να ξέρουμε τι κάνουμε, μας καθιστούν παράτολμα δέσμιους στην πληρότητα του κλεισίματος. Αφηρημένοι στην αγωνία, καθαγιάζουμε τη διάρκεια της ιστορίας που καταφέρνει την αυτοπεποίθησή μας, σημαδεμένη από την σφραγίδα της κανονικής κατάστασης, τρεμάμενη στο θρύλο μιας κανονικής ημέρας. «Μια κανονική μέρα. Καμιά γιορτή, ούτε έχει γίνει τίποτα συνταρακτικό στον κόσμο. Ο κόσμος είναι τακτοποιημένος» (Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα).

Χρησιμεύει ως άλλοθι η ντροπή, είτε με επίγνωση ή χωρίς, και άλλο δεν κάνει παρά μόνον να σκεπάζει ηθικολογικά την τρέχουσα ζωή. Η έσχατη μορφή είναι ρευστή μέσα σε μια συνομολογημένη θολότητα. Η ισοπέδωση παίρνει ύψος και μας διασχίζει απέραντα. Δεν πειραματιζόμαστε καχύποπτα στο μικρό της μέτρο. Είναι το φαίνεσθαι, η κατανόηση των διευθετητικών της μεταβολών. Θριαμβεύει αδάμαστα και αντιφατικά. Ο πειρασμός των αντιδράσεων τελειώνει μαζί μας, είναι μια ένδειξη, λογικής, ηθικής και αισθητικής εγγύτητας με τον εαυτό μας.

«Αλήθεια. Δεν ξέρετε πόσο εύκολο είναι να πεθάνεις μέσα στη μέρα. Την όποια μέρα. Την κανονική» (Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα). Μες στον κλονισμό δεν μπορούμε να σκεφτούμε το σκοτεινό που προστάζει, η έλξη του δεν προσφέρει σήματα, ίσως σε κάποιον περαστικό. Πάνω στις βασανισμένες ζωές αλλιώτικα διαθέσιμο το νόημα, επεξεργασμένο στην περάτωση τους, καταποντίζεται στη γενική κουλτούρα και ταυτοχρόνως η αδιαφορία απέναντι σ’ αυτό πνίγεται στην ησυχία της κανονικής ζωής. Σωριάζεται το παράλογο από τόσα στρώματα ευγλωττίας και καθωσπρεπισμού. Έχει μπει σε τροχιά με μια δύναμη τρομερή η ωμότητα, εξειδικεύοντας το ανθρώπινο. Οι στάσεις που επιβάλλει η ηγεμονία της κοινωνικής ηθικής και η οποία μας κυριεύει με κανόνες αποποιητικούς ενός καλύτερου μέλλοντος, θα έπρεπε να μας κάνει να τρέμουμε στις ύψιστες μας στιγμές για μια βαθύτερη κίνηση ποιητική, δείχνοντας φιλικότητα και συναίσθημα στην αληθινή οντολογία της για να φανούν οι λόγοι της.

«Τι είσαι ,άμα δε σου φτάνει τίποτα; Η αγάπη; Όταν δε σου φτάνει η αγάπη τι είσαι» (Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα); Ερωτητέα να γίνει η αγάπη μας. Να τεθεί και να εκτεθεί σ’ ένα κάλεσμα. Πρώτα στην ιδέα της, εμείς οι άνθρωποι, οι επιζώντες στη διαδρομή, να γεννηθούμε καλοί, έξω από τους λογαριασμούς ενοχής που αναγγέλλονται. Οι χαρωπές σωτηρίες στα μυστικά της πολιτικής οικονομίας που φέρουν διάφορα ονόματα παγιώνονται σε μια γλώσσα αθάνατη, ταξινόμος του φόβου και της οργής για μια ζωή που δεν ζήσαμε δική μας. Εν τούτοις είναι εδώ εξαρχής το πάσχειν το οποίο ανοίγεται ανερώτητο.

Αντί να ερμηνεύσουμε τις αναπαραστάσεις του για να τους δοθεί ένα εξισωτικό όνομα από τους ειδικούς, ας σταθούμε γενναία στο απόθεμα της οντολογικής ευτυχίας. Να ειπωθεί με αυτούς τους όρους το δράμα των ανθρώπων, σφοδρά να κινείται στο άνοιγμα όπως ταιριάζει στους φυσικούς ανθρώπους. Η άμορφη επιμειξία της αυτοσυντήρησης βεβηλώνει το κάλλος της ζωής. Οι κορυφαίες στιγμές της απόγνωσης, ελάχιστα ομολογημένες, ανοίγουν ένα δρόμο μέσα από τα δεινά των κανονικών μας ημερών σ’ ένα πριν και σ’ ένα μετά. Ο ήρωας αν δεν έχει κατονομασθεί είναι ο ήρωας της καθημερινής ημέρας. Αυτός που σβήνεται στο ανείπωτο των φευγαλέων του στιγμών και που διαφεύγουν όλων εμάς. «Έτσι είναι να ζεις. Τόσο απλό. Να περπατάς σε ό,τι δρόμο κι αν είσαι. Με ό,τι παπούτσια και αν έχεις» (Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα).

Η καθημερινότητα ήδη δοκιμάζει την ερήμωση της ουσιωδώς και το έχουμε συναισθανθεί αδόκιμα, συσπασμένοι από την αγωνία στην πυκνότητα και στη θολότητα του υπερπλήρους φόβου.

Σ’ όλο σχεδόν το βάθους τους, η αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και ο μηδενισμός, είναι ό, τι υπάρχει και γίνεται ομοιομορφοποιημένα – αδιακόπως – σύγχρονη ιδεολογία κατανάλωσης κοινωνικής ζωής. Στην πράξη της επιβίωσης τα ιδανικά της, μόδα κυκλοφορίας «ειρηνεύσεων». Ριγμένοι στο χασματικό της κάθε ημέρας, σπασμένοι από τις αποστάσεις να δοκιμάσουμε την αγάπη στην πηγή της ανθρώπινα και στο ίδιον της αποκάλυψης του ανθρώπου να είναι, και να μην είναι κάτι άλλο, χαλώντας τα παιχνίδια των μεγάλων ταυτίσεων που μας προστάζουν. «Θα έπρεπε να φτάνει μόνο η αγάπη. Να μένεις όπου αγαπάς – να μη φεύγεις. Και να φτάνουν για να σε κρατήσουν αυτοί που σ’ αγαπάνε. Αυτό μόνο έπρεπε να είναι ευτυχία. Πάντα»( Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα).

Η κουλτούρα μας δεν είναι φανέρωμα της αγριότητας, την συναπαρτίζει κρατώντας τα εμβλήματά της. Τα μέτρα και οι αξίες της είναι η σκληρότητά της. Έτσι όπως εξελίσσονται οι περιστάσεις μας, η τρυφερότητα είναι σαπισμένη. Δεν συμβαίνει συνειδητά, αλλά ούτε και εντελώς ασυνείδητα. Στην ρουτίνα μας δεν βλέπουμε για στήριγμα μας τον άνθρωπο, αυτή τον σαρώνει. Είμαστε διαθέσιμοι να σκοτωθούμε, από ντροπή ραγισμένοι, και δεν είναι μόνο ήθος, είναι και λαχνός να καταποντιστούμε κατά μίαν άποψη. Εν αγνοία μας είμαστε στο παρόν κομματιασμένοι και απ’ έξω από τα κομμάτια μας επεξεργασμένοι γενικά, να μην παρακωλύουμε με τις αδυνατότητες μας τις «κοινωνικές κατακτήσεις».

Οι μεταθέσεις των καταστάσεων προσπερνούν το πεπρωμένο του ανθρώπου. Οι Ερινύες ξεστρατισμένες μαρτυρούν στον δρόμο. Η Δίκη που επικαλούμαστε καταλήγει απύθμενη σ’ ένα παραλήρημα ρεαλιστικό. Καραδοκεί από παντού με κλειστά μάτια. Σαπισμένοι και στις διαμονές μας, η ζωή καταμετριέται στις υπερμοντέρνες καινοτομίες ταξινόμησης και αφανίζεται αρκετά. Διαρκώς κλυδωνίζεται συμμετρικά στο ιδιωτικό και στο κοινό η εκκρεμότητά της, σ’ αυτό που δεν είναι. Όπου εκπέμπεται η ατομική ευθύνη διαιωνίζονται τα μάγια στο όνειρο. Περνώντας στο χώρο της κοινωνικής αθωότητας πρυτανεύει το κοίμισμα, αλλιώτικα μασκαρεμένο. Οι θέσεις και οι αρνήσεις στην οντολογία της ζωής γίνονται πρωταρχικές πέραν από το καλό και το κακό.

Είναι μια προσέγγιση και μια απομάκρυνση στην αναμονή να μην είσαι, χωρίς ανάπαυλα η εκζήτηση του αισθητού στο μη-είναι. Παντού το απλό πλανώμενο δεν φείδεται στο μεμονωμένο. Παραμένει ζωηρό στις αναλήψεις, σπαραγμένα. Δεν ατονεί στην μεταλλαγή, κρατάει τον σφυγμό του και τη χαλάει. Ό,τι απλό παραμένει βαθιά μέσα μας, είναι επίπονο και μας θίγει. Από την αρχή ως το τέλος της διαδρομής του κρύβεται μαζί μας μεταφυσικά άθικτο. Δια παντός εδώ παίρνοντας μορφή εν άγνοια μας. Αναφαίνεσαι στο απείρως απλό. «Όταν δεν ζεις απλά – απλά δε ζεις»( Κατερίνα Γιαννάκου, Μια κανονική μέρα).

* Ο Δρ Σωτήρης Θεοχαρίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας στο  Πανεπιστήμιο Frederick