Η βιογραφία με αυτοαναφορικές αναδιηγήσεις από το οικογενειακό περιβάλλον, τους συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς του συγγραφέως,  εμφαίνοντας κομβικά στιγμιότυπα και ανακαλώντας με μυθιστορηματική ενίοτε πλοκή περιπετειώδεις καμπές από την ιστορία της ζωής του, θα μπορούσε να προσληφθεί με το αισθητήριο της κοινοτυπίας, όπως τόσες άλλες παρεμφερείς είτε διαφορετικές βιογραφικές εξιστορήσεις. Η ειδοποιός διαφορά όμως έγκειται όχι απλώς στον θελκτικά περιγραφικό και στον υποβλητικά παραστατικό τρόπο της αφήγησης, αλλά κυρίως στην αναβίωση ενός αλλοτινού κόσμου και στην αναμνημόνευση μιας ξεχασμένης ανεπίστροφης εποχής. Όταν «το γαϊτανάκι της μνήμης», συνυφασμένο με τα ζωηρά ηχοχρώματα αισθαντικών βιωμάτων και αναστοχαστικών συνειρμών, στροβιλίζεται στον χορό των νεανικών αναμνήσεων, χαρτογραφώντας νοσταλγικές διαδρομές σε αγαπημένους τόπους και αναπολώντας κατανυκτικές ανατάσεις στα ψυχικά τοπία των ανθρώπων τους.

Είναι το νοερό ταξίδι της προσωπικής υπόμνησης σε συλλογικές μνήμες, που διανύει ατέλειωτους δρόμους βιωματικών εμπειριών μέσα από φωτεινά μονοπάτια σκέψεων και αισθημάτων, ανεξίτηλα χαραγμένων στις εντυπώσεις ενός μικρού κοριτσιού από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 μέχρι την εφηβική του ηλικία προς το τέλος της δεκαετίας του ’60. Όλον αυτό τον πλούτο των πολύτιμων παρακαταθηκών, που αποθησαυρίζουν προγονικά ήθη και έθιμα, αγροτικές ασχολίες του μόχθου και της βιοπάλης, την αρχοντιά της αυθεντικότητας και την καταξίωση απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής των προπάππων, των παππούδων και των γονέων φύλαγε με άγρυπνο βλέμμα βαθιά μέσα της η Αρετή Γ. Λόρδου-Ιωνίδου·  έως να έλθει η ώρα, για να αφηγηθεί στις 244 σελίδες του βιβλίου της τα καθημερινά δρώμενα και τα θαυμαστά τους επιτεύγματα τους παλιούς εκείνους κυπριακούς καιρούς, ώστε να μοιραστεί με τους αναγνώστες της ενδιαφέρουσες αποκαλυπτικές πτυχές των έργων και ημερών τους. Εξ ου και η αναθηματική προμετωπίδα «στις γενιές που έφυγαν…». 

«Οι καταβολές» στο πρώτο ομότιτλο κεφάλαιο αναφέρονται στις πατρογονικές και μητρογονικές ρίζες της συγγραφέως. Στο Αυγόρου, το χωριό του πατέρα της, του μετέπειτα δραστήριου Γεώργιου Λόρδου στον τομέα των εμπορικών και κτηματικών επιχειρήσεων, δύσκολα τα χρόνια της επιβίωσης. Η Κύπρος υπέφερε από παρατεταμένες ανομβρίες και κάτω από τους καταπιεστικούς απεχθείς φόρους στους Εγγλέζους, τις εκδικητικές τιμωρίες της απηνούς διακυβέρνησης τού Storrs, ειδικότερα μετά την εξέγερση του ’31, αλλά και τη μετανάστευση για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τον δρόμο της ξενιτειάς είχε πάρει και ο νεαρός τότε Γεώργιος στην Αγγλία, όπου κατά την τριετή εκεί παραμονή του κατάφερε αλλάζοντας πολλές δουλειές να τελειώσει το απογευματινό σχολείο, προτού επιστρέψει και εγκατασταθεί με την οικογένειά του στην Αμμόχωστο. Η μητέρα της Ανδριανή, το γένος Πούγιουρου και συγγενής του τελευταίου δημάρχου της Αμμοχώστου μέχρι την άλωσή της από τα τουρκικά στρατεύματα το 1974, έλκοντας την καταγωγή της από τον Άγιο Σέργιο, κοντά στην αρχαία Σαλαμίνα και το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, φοίτησε στη Σχολή Καλογραιών στη Λάρνακα. Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους συνδέονται με τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς στο Βαρώσι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την απόκτηση των τεσσάρων παιδιών τους μέχρι το 1948, την επέκταση έως το 1958 των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα, καθώς ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τον διαχωρισμό οικοπέδων και την πώλησή τους με διευκολύνσεις σε χαμηλόμισθους οικογενειάρχες. Εγκαταλείποντας το κατάστημά του στην οδό Ερμού, όπου οι Άγγλοι ανατίναξαν το εκεί ιστορικό Σωματείο της Ανόρθωσης, μεταφέρθηκε στην οδό Εδουάρδου Η΄, τη λεωφόρο αργότερα Δημοκρατίας. 

Στο τρίτο κεφάλαιο η συγγραφέας ζωντανεύει τα ξέγνοιαστα παιδικά της χρόνια στην Αμμόχωστο, τα παιγνίδια με τ’ αδέλφια και τα γειτονόπουλά της, το σπίτι της στην οδό Γελασίου και ύστερα στην οδό Ευριπίδου, καθημερινές σκηνές του νοικοκυριού, όπως το παραδοσιακό πλύσιμο με αλουσίβα και το ξέβγαλμα με λουλάκι από τη γριά πλύστρα Αγάθη που πηγαινοερχόταν περπατητή από τον Άγιο Σέργιο, τους γυρολόγους τσιγγάνους γανωματήδες, σχολεία, εκκλησίες, τις ελληνικές ταινίες στον θερινό κινηματογράφο ΡΙΟ, που παρακολουθούσαν από τον εξώστη γειτονικού τους σπιτιού,  τη γιορτή του Κατακλυσμού τα μαθήματα πιάνου, τις απαγγελίες και τις θεατρικές παραστάσεις στο Λύκειο Ελληνίδων στα καθιερωμένα φιλολογικά τέια, τα μεσημβρινά καλοκαιρινά μπάνια και τις εκδρομές με άμαξα στους αμμόλοφους της Χρυσής Ακτής, τις κοντινές ή μακρινές εκδρομές με το αυτοκίνητό τους στα μοναστήρια της Κύπρου και τόσες άλλες ευχάριστες εκπλήξεις, που τους επιφύλασσε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή στη θαλασσοφίλητη πόλη τους. 

Αλλά και στις τακτικές εξορμήσεις τους «Στον αγαπημένο Άγιο Σέργιο», σύμφωνα με το ομότιτλο κεφάλαιο, πολλές οι γραφικές εικόνες και οι θεαματικές παραστάσεις που συναρπάζουν την παιδική περιέργεια μέσα από τελετουργικές και εορταστικές εκδηλώσεις, τοπικές συνήθειες, τις  γεωργοκτηνοτροφικές και οικιακές ασχολίες. Ενδεικτικές οι λεπτομερείς περιγραφές για τον αλευρόμυλο, τη συγκομιδή της πατάτας, την εκτροφή του μεταξοσκώληκα και το καθάρισμα του βαμβακιού, το ξεγέννημα και το άρμεγμα των κατσίκων από τα επιδέξια χέρια της γιαγιάς, το γνέσιμο και μαλλιού ή του λιναριού, το στήσιμο του αργαλειού και η μαστορική τέχνη της υφάντρας, το σινεμά του εφευρετικού παππού, ο κυριακάτικος εκκλησιασμός, ο γάμος και το Πάσχα στο χωριό.

Συγκινησιακές ωστόσο οι φαντασμαγορικές σκηνές από τις ατέλειωτες καλοκαιρινές διακοπές «Στην όμορφη Καντάρα» με το μοναδικό ηλιοβασίλεμα που δεν έπαυαν να θαυμάζουν και που στοιχειώνει μέχρι σήμερα τη συγγραφέα, καθώς ομολογεί μέσα από τους λυγμικούς κραδασμούς της καρδιάς της: «Ίσως γιατί προαισθανόμασταν ότι σε μερικά χρόνια δεν θα είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε από το μπαλκονάκι της Καντάρας αυτό το μοναδικό θέαμα…»