«Λήθη» του Δημήτρη Δημητριάδη από την Ομάδα Λουμπάγκο.
Η ομάδα Λουμπάγκο είναι τολμηρή –αν όχι και παράτολμη- γιατί πέρα από ριψοκίνδυνες καλλιτεχνικές ακροβασίες που είναι προϊόντα έρευνας, πειραματισμού ή ενίοτε και επινόησης, το αντισυμβατικό της όραμα δεν καλουπώνεται, αλλά διευρύνεται στην τροχιά αναζήτησης μιας ευθύτητας διά της πλαγίας οδού. Κόντρα στις πάγιες αντιξοότητες των καιρών και σε ορισμένες έκτακτες αλλά πολύ σοβαρές που προέκυψαν, η ομάδα κατάφερε να φέρει εις πέρας έναν μικρό κύκλο παραστάσεων. Επέλεξε μάλιστα έναν μη θεατρικό χώρο, με τις ιδιομορφίες του από τεχνικής σκοπιάς, αλλά θεματικά φορτισμένο: το βιβλιοπωλείο «Το Έρμα» στην εντός των τειχών Λευκωσία.
Ο εξομολογητικός ποιητικός μονόλογος του Δημήτρη Δημητριάδη «Λήθη» παρουσιάστηκε από πέντε γυναίκες ηθοποιούς σε μορφή θεατρικού αναλογίου, αλλά μ’ έναν επινοητικό και πυρίκαυστο τρόπο που συνομιλούσε με το κείμενο ευκρινώς, αλλά χωρίς να το κηδεμονεύει. Και να θέλει, βέβαια, κανείς είναι δύσκολο να το πετύχει αυτό με τον Δημητριάδη. Ο λόγος του είναι ασθματικός, ρευστός, σε συνεχή αναζήτηση στερεότητας. Κι επίσης είναι στακάτος, οξύς, επαναληπτικός. Σαν να επανανοηματοδοτείται έξω από τα πλαίσια της γλώσσας και της ερμηνείας.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 2011 όταν ένας παλιότερος μονόλογος, η «Λήθη», έτεκε τέσσερις ακόμη: «Ήττα», «Μνήμη», «Μετάνοια», «Τέχνη». Αποσπάσματα από τους πέντε αυτούς μονολόγους δομούν το κειμενικό όχημα επί του οποίου η Γιόλα Κλείτου, η Τζούλη Γρηγορίου, η Μικαέλλα Θεοδουλίδου, η Εύα Καλομοίρη και η Θέκλα Φλουρή εγκολπώνονται τη σύνθετη κοσμοθεωρία του συγγραφέα και κινούμενες σε διάφορα μοτίβα και τοποθετήσεις στον χώρο αποτυπώνουν τη μάταιη ανθρώπινη σπουδή για άλματα γρηγορότερα από τη φθορά. Δεν είναι ομιλούσες κεφαλές, αλλά αντηχεία που απορροφούν και ενισχύουν τις ταλαντώσεις ψιθύρων που προέρχονται από τα έγκατα της ύπαρξης. Καίρια αποσπάσματα από την πενταλογία του Δημητριάδη αναφλέγονται μέσω ενός είδους επιτελεστικής ανάγνωσης, ανάμεσα, παράλληλα και απέναντι σε σχέση με τους θεατές.
Η μνήμη όπως και η ιστορία επασυντίθεται, ξαναϋφαίνεται στο παρόν, όντας απότοκο της ερμηνείας του παρελθόντος. Η λήθη αποτελεί μονόδρομο σε μια διαδικασία λυτρωτικής ρήξης μ’ ένα παρελθόν υπέρμετρα επιβλητικό, που δεσπόζει τυραννικά στη ζωή μας και συχνά μετατρέπει τη μνήμη σε παραμνησία. Δεν πρέπει να φοβόμαστε την ήττα, την υποχώρηση, την αναδίπλωση, την ξαστοχιά, την γκέλα. Είναι μόνο διδακτικοί σταθμοί στη μακρά και πάντα νικηφόρα πορεία της ζωής. Και η μνήμη δεν λειτουργεί μόνο αντισταθμιστικά αλλά και αντίρροπα σε σχέση με την πραγματική ζωή, αυτή που ζούμε στο εδώ και τώρα. Μοιάζει με αραξοβόλι, με αμνιακό σάκο στη θαλπωρή του οποίου επιθυμούμε να καταφύγουμε. Αλλά συχνά αποδεικνύεται ένα κολλοειδές τέλμα, σαν κινούμενη άμμος που στην καλύτερη περίπτωση μας καθηλώνει και στη χειρότερη μάς καταπίνει. Η βοή της ιστορίας που απαιτεί αναστοχασμό και επαναδιάταξη είναι εκκωφαντική. Αυτές είναι οι ωδίνες του νέου.
Τζούλη Γρηγορίου και Εύα Καλομοίρη έστησαν το δρώμενο με τρόπο που να τονίζει περισσότερο όσα κρύβονται κι όσα υπονοούνται από το κείμενο, τις αόρατες γέφυρες μεταξύ λέξεων και νοημάτων, τα κενά ανάμεσα σε φθόγγους και ανάσες. Το μουσικό και ενδυματολογικό μέρος, που επιμελούνται αντίστοιχα ο Ερμής Μιχαήλ και η Στέλλα Μακρίδου, συμβάλλουν στην απελευθέρωση της συνθήκης του θεατρικού αναλογίου και την εξοικείωση του θεατή με τη στρωτή παρουσία και κίνηση των ηθοποιών στο έτοιμο περιβάλλον του ρετρό βιβλιοπωλείου, που παραπέμπει σε μια κιβωτό μνήμης. Δηλαδή, επιλεκτικής λήθης.
Ελεύθερα, 23.1.2022